Ποιος εκπροσωπεί ποιον;
(ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI)

Ποιος εκπροσωπεί ποιον;

Η κρίση της πολιτικής εκπροσώπησης και οι κοινωνικοί αποκλεισμοί που προηγούνται της κάλπης.

Προλαμβάνω τον καρκίνο του μαστού

Ποιος μπορεί σήμερα να διεκδικήσει μια θέση στην πολιτική;

Πόσο εύκολο είναι για έναν εργαζόμενο να γίνει υποψήφιος, να οργανώσει μια εκστρατεία, να διαθέσει χρόνο και χρήματα χωρίς να γνωρίζει αν θα εκλεγεί;

Και πόσο αντιπροσωπευτικό μπορεί να είναι ένα πολιτικό σύστημα όταν ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας δυσκολεύεται ακόμη και να φτάσει στην αφετηρία;

Στη συζήτηση για την κρίση εκπροσώπησης, οι απαντήσεις αναζητούνται συνήθως στα πρόσωπα. Χρειαζόμαστε καλύτερους πολιτικούς, περισσότερη εντιμότητα, νέα στελέχη. Όλα αυτά έχουν τη σημασία τους. Αφήνουν, όμως, στο περιθώριο ένα βασικό ερώτημα. Με ποιους όρους επιλέγονται εκείνοι που τελικά θα μας εκπροσωπήσουν;

Γιατί η δυσλειτουργία του πολιτικού συστήματος έχει και δομικό χαρακτήρα. Αφορά τους μηχανισμούς που διευκολύνουν την είσοδο ορισμένων κοινωνικών ομάδων στην πολιτική και δυσκολεύουν συστηματικά την είσοδο άλλων.

Η ανισότητα πριν από την κάλπη

Ας σκεφτούμε έναν εργαζόμενο στην εστίαση που θέλει να συμμετάσχει ενεργά στα κοινά. Χρειάζεται να παρακολουθεί συνελεύσεις, να συναντά ανθρώπους, να ενημερώνεται και, εφόσον θέσει υποψηφιότητα, να οργανώσει την παρουσία του. Όλα αυτά μετά τη βάρδια ή θυσιάζοντας μέρος του εισοδήματός του.

Ένας οικονομικά εξασφαλισμένος υποψήφιος μπορεί να αφιερώσει πολύ περισσότερο χρόνο. Αν διαθέτει ήδη αναγνωρίσιμο επώνυμο (τυχαία μου ήρθε στο μυαλό…), επαγγελματικές διασυνδέσεις ή πρόσβαση σε μέσα ενημέρωσης, ξεκινά από ακόμη ευνοϊκότερη θέση. Δεν έχει χρειαστεί να παραβιαστεί κάποιος κανόνας για να προκύψει αυτή η απόσταση.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα. Η τυπική δυνατότητα συμμετοχής συνυπάρχει με την άνιση πραγματική δυνατότητα άσκησής της. Το δικαίωμα υπάρχει, αλλά οι προϋποθέσεις για να το αξιοποιήσει κανείς κατανέμονται πολύ διαφορετικά.

Το ζήτημα δεν περιορίζεται στην Ελλάδα. Μελέτη στο Political Research Quarterly, το 2023, εξέτασε τις προκριματικές εκλογές στις ΗΠΑ και διαπίστωσε ότι οι υποψήφιοι εργατικής προέλευσης δυσκολεύονται να ανταγωνιστούν σε αυτό το στάδιο. Η επιλογή, επομένως, έχει ήδη περιοριστεί πριν φτάσουμε στην τελική εκλογική αναμέτρηση.

Ποιοι επιλέγουν τους «κατάλληλους»;

Στην ελληνική περίπτωση, αξίζει να εξετάσουμε και τον ρόλο των ίδιων των κομμάτων. Όταν βασικό κριτήριο ανάδειξης γίνεται η αναγνωρισιμότητα, ευνοούνται εκείνοι που την έχουν αποκτήσει ήδη. Όταν προκρίνεται η προσωπική δυνατότητα χρηματοδότησης μιας εκστρατείας, το οικονομικό πλεονέκτημα μετατρέπεται σε πολιτικό.

Έτσι, ένας άνθρωπος με ουσιαστική παρουσία στον χώρο εργασίας ή στη γειτονιά του μπορεί να θεωρείται λιγότερο «εκλόγιμος» από κάποιον με μεγαλύτερη τηλεοπτική προβολή. Και ύστερα αναρωτιόμαστε γιατί οι πολίτες δεν αναγνωρίζουν τις εμπειρίες τους στα πρόσωπα που καλούνται να επιλέξουν.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει έρευνα της Caroline Hahn, δημοσιευμένη στο τεύχος Μαΐου 2026 του European Political Science Review. Σε πείραμα με 1.033 συμμετέχοντες στη Γερμανία, οι υποψήφιοι με εργατική οικογενειακή προέλευση αξιολογήθηκαν θετικότερα ως προς την εμπιστοσύνη, την προσβασιμότητα και την εκπροσώπηση των συμφερόντων των πολιτών. Ένα παράδειγμα που δείχνει ότι η κοινωνική προέλευση έχει σημασία στη σχέση εκπροσώπου και εκπροσωπούμενου.

Ασφαλώς, η εργατική καταγωγή δεν εξασφαλίζει από μόνη της μια πολιτική υπέρ των εργαζομένων. Ούτε η οικονομική άνεση αποκλείει την υπεράσπιση κοινωνικών δικαιωμάτων. Η πολιτική κρίνεται από επιλογές, δεσμεύσεις και αποτελέσματα. Όταν, όμως, συγκεκριμένες εμπειρίες απουσιάζουν συστηματικά από τους χώρους λήψης αποφάσεων, περιορίζεται και η δυνατότητα να ακουστούν ως προτεραιότητες.

Η ανανέωση χρειάζεται άλλους όρους

Επομένως, η αλλαγή προσώπων δεν αρκεί αν παραμένουν ανέπαφοι οι όροι που τα αναδεικνύουν. Ακόμη και η ηλικιακή ανανέωση μπορεί να αναπαράγει τις ίδιες κοινωνικές ανισότητες. Ένας νεότερος υποψήφιος με οικογενειακή οικονομική ασφάλεια δεν αντιμετωπίζει τα ίδια εμπόδια με έναν συνομήλικό του που ζει από τον μισθό του.

Μια ουσιαστική απάντηση θα περιλάμβανε διαφανή χρηματοδότηση, έλεγχο των εκλογικών δαπανών και έμπρακτη κομματική στήριξη υποψηφίων χωρίς προσωπικούς πόρους.

Θα απαιτούσε, επίσης, διαδικασίες συμμετοχής συμβατές με την εργασία και τη φροντίδα παιδιών, καθώς και ισχυρότερη σύνδεση με σωματεία, συλλόγους και τοπικές συλλογικότητες.

Η δημοκρατία χρειάζεται ανθρώπους που μπορούν να συμμετέχουν και ανάμεσα στις εκλογές. Όσο αυτή η δυνατότητα εξαρτάται από τον ελεύθερο χρόνο, την περιουσία και τις γνωριμίες, η απόσταση από την κοινωνία θα αναπαράγεται.

Και η πρόσκληση «να ασχοληθούν επιτέλους οι νέοι με την πολιτική» θα παραμένει αρκετά βολική για όσους δεν χρειάστηκε ποτέ να αναρωτηθούν αν μπορούν να το αντέξουν οικονομικά.

Loading

Play