Το Βερολίνο και ο νεοφασισμός δείχνουν πως το «κάστρο» των συστημικών κομμάτων στην Ευρώπη δεν είναι τόσο άτρωτο όσο θεωρούνταν μέχρι σήμερα. Τα μηνύματα από τη Γερμανία φανερώνουν ότι η πολιτική ισορροπία αλλάζει και ότι η πίεση προς τα κόμματα εξουσίας μεγαλώνει.
Μέχρι τώρα τα συστημικά κόμματα στην Ευρώπη πίστευαν ότι είναι ένα κάστρο που δεν πέφτει και αντιστέκεται στην επέλαση των δύο άκρων, υπερασπιζόμενο τις αρχές και τις αξίες της φιλελεύθερης δημοκρατίας.
Ωστόσο, είναι σαφές ότι τα πράγματα δεν πάνε και τόσο καλά για το κάστρο.
Τα μηνύματα από τις εκλογές στη Γερμανία είναι πολύ σαφή. Η Γερμανική Χριστιανοδημοκρατία, το κόμμα που αποτελεί ιστορικά τον κορμό του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, δηλαδή την πολιτική οικογένεια της κεντροδεξιάς στην Ευρώπη, αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε εκλογική κατρακύλα. Χάνει εκλογές στην Ανατολική Γερμανία από το νεοφασιστικό AfD και στο Βερολίνο από την Αριστερά.
Είναι σαφές ότι η στρατηγική που είχε επιλέξει, δηλαδή να υιοθετήσει αρκετά δεξιότερες θέσεις και σκληρότερη ρητορική σε θέματα όπως το μεταναστευτικό, δεν απέδωσε απέναντι στο AfD, και αυτό φάνηκε σε όλες τις εκλογές που έγιναν σε γερμανικά κρατίδια. Ίσως επειδή, μετατοπίζοντας την πολιτική συζήτηση προς τα δεξιά, στην πράξη προλείανε το έδαφος για το AfD, καθώς το έκανε να φαίνεται ότι είχε ακόμη πιο συνεπείς θέσεις και ταυτόχρονα να φαντάζει εκτός συστήματος.
Ωστόσο, θα ήταν λάθος να πιστέψουμε ότι ο κανόνας από εδώ και πέρα θα είναι να χάνουν τα συστημικά κόμματα και να ανεβαίνουν οι νεοφασίστες και τα ναζιστικά γκρουπούσκουλα.
Και αυτό γιατί οι εκλογές στο Βερολίνο έδειξαν ότι υπάρχει και μια άλλη πιθανότητα: απέναντι στον νεοφασισμό να σταθούν όχι παραλλαγές μιας κεντροδεξιάς που στην πραγματικότητα συμπληρώνει τον οικονομικό νεοφιλελευθερισμό —που είναι στην καρδιά της κοινωνικής δυσαρέσκειας— με αυταρχικές, αντιδημοκρατικές και ακροδεξιές θέσεις, αλλά μιας τοποθέτησης ριζοσπαστικής, προοδευτικής, δημοκρατικής. Μιας τοποθέτησης που έφερε στο προσκήνιο τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα, όπως είναι το στεγαστικό, που ήταν κατά του ρατσισμού και της ξενοφοβίας, που δεν είχε πρόβλημα να εγκαλέσει τη γερμανική κυβέρνηση για τον τρόπο που έχει στηρίξει το Ισραήλ στη πολιτική του στη Γάζα. Μιας τοποθέτησης που απέναντι στον νεοφασισμό δεν δοκίμασε να πάει δεξιότερα για να ενσωματώσει τις απόψεις του, αλλά το ακριβώς αντίθετο: βγήκε με απόψεις που συγκρούονταν με τις πολιτικές που θεωρούνται αυτονόητες σε όλη την Ευρώπη, αλλά εξηγούν και γιατί οι ψηφοφόροι σήμερα γυρίζουν τις πλάτες τους στα επίσημα κόμματα.
Ξέρω ότι διάφοροι θα μου πουν ότι το Βερολίνο είναι μια ειδική περίπτωση, για να μην αναφερθώ στο ότι κάποιοι άλλοι θα μου πουν ότι προτιμώ το ένα άκρο απέναντι στο άλλο. Τόσα καταλαβαίνουν…
Στην πραγματικότητα τα πράγματα είναι αρκετά διαφορετικά. Αυτή τη στιγμή οι ευρωπαϊκές κοινωνίες είναι βαθιά δυσαρεστημένες από τα κόμματα εξουσίας, πρωτίστως τα κεντροδεξιά. Τους χρεώνουν τις πολιτικές παρατεταμένης λιτότητας, την κρίση κόστους ζωής, την αποβιομηχάνιση και την υποκατάσταση καλοπληρωμένων βιομηχανικών εργασιών από κακοπληρωμένες θέσεις στις υπηρεσίες, την υπονόμευση του κοινωνικού κράτους, την εργασιακή επισφάλεια και την κακή κατάσταση των υποδομών. Γι’ αυτό και αναζητούν κάτι διαφορετικό.
Αυτό καταρχάς προσπαθούν να το εκμεταλλευτούν οι δυνάμεις του νεοφασισμού μαζί με διάφορους νοσταλγούς του ναζισμού. Παρουσιάζονται ως οι εκπρόσωποι του λαού και ως αντισυστημικές δυνάμεις και βέβαια προσπαθούν να κατασκευάσουν εχθρούς στοχοποιώντας τους μετανάστες και τους πρόσφυγες, παρουσιάζοντας διάφορες θεωρίες συνωμοσίας για την απειλή που αποτελούν, ακόμη και σε περιοχές όπως μερικά ανατολικά κρατίδια της Γερμανίας, που έχουν πολύ μικρούς πραγματικούς αριθμούς μεταναστών.
Απέναντι σε αυτό είναι σαφές ότι οποιαδήποτε πολιτική πρόταση που πρακτικά ακούγεται στους ψηφοφόρους ως βασικά τα πράγματα θα μείνουν ως έχουν, απλώς θα δείξουμε μεγαλύτερο ζήλο σε κάποια θέματα, λειτουργεί ως πιο αποτελεσματική διαφημιστική εκστρατεία του νεοφασισμού και αυτό το έχουμε ήδη δει και θα το δούμε ξανά και ξανά.
Αντιθέτως, μια πολιτική πρόταση που μιλάει για την κοινωνική κρίση που βιώνουν οι πολλοί και όχι για τους οικονομικούς δείκτες που πάντα ευημερούν ακόμη και όταν οι άνθρωποι δυστυχούν, που μιλάει για αλληλεγγύη και για κοινή προσπάθεια ανθρώπων που μοιράζονται τα ίδια προβλήματα, και που δεν φοβάται να συγκρούεται με τα πραγματικά μεγάλα συμφέροντα, μπορεί να έχει απήχηση.
Το πραγματικό πρόβλημα στην Ευρώπη, σε όλα τα επίπεδα από τις εθνικές κυβερνήσεις έως τους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι ότι οι κοινωνίες αισθάνονται περισσότερο από ποτέ την ανάγκη πολιτικής αλλαγής. Ένα ολόκληρο κοινωνικό και πολιτικό μοντέλο αυτή τη στιγμή είναι σε κρίση και αδυνατεί να απαντήσει στις ανάγκες των κοινωνιών. Το χειρότερο είναι ότι το συστημικό πολιτικό προσωπικό είναι τόσο εθισμένο σε μια ορισμένη αντίληψη της πολιτικής που συχνά αδυνατεί όχι απλώς να κατανοήσει τους λόγους των κοινωνικών προβλημάτων, αλλά ακόμη και να αντιληφθεί ότι υπάρχει όντως πρόβλημα. Το μόνο που κάνει είναι να λέει διαρκώς στους ανθρώπους ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει και να είναι ευχαριστημένοι και με αυτά που έχουν. Γι’ αυτό και οι πολίτες γυρίζουν την πλάτη σε αυτό το πολιτικό προσωπικό και τα κόμματά του.
Αυτό σημαίνει ότι το μεγάλο ερώτημα είναι προς τα πού θα στραφούν όλοι αυτοί οι άνθρωποι. Θα αφεθούν να παρασυρθούν από τις παραλλαγές του νεοφασισμού ή θα τους προσφερθεί μια πρόταση βαθιάς πολιτικής αλλαγής που θα φτιάχνει ξανά δημοκρατία, κοινωνικό κράτος και μια κοινωνία που να τους χωρά πραγματικά όλους;
![]()
