Βενετία 2024: η κρητική ιστορία του Σταύρου Μαρκουλάκη που ξεχωρίζει στο Orizzonti

Βενετία 2024: η κρητική ιστορία του Σταύρου Μαρκουλάκη που ξεχωρίζει στο Orizzonti

Στο 83ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας, ο Σταύρος Μαρκουλάκης φέρνει στο Orizzonti τον «Τροπικό του Θρηνούντος Γκέκο», μια μικρού μήκους ταινία δεμένη βαθιά με την Κρήτη και τις προσωπικές του μνήμες. Η παγκόσμια πρεμιέρα της γίνεται σήμερα Παρασκευή (11/9) στη Βενετία, σε μια στιγμή που συνδέει τη συνέχιση της κινηματογραφικής του πορείας με το πρώτο άνοιγμα προς το σύμπαν του «Sunbruise».

Με αφετηρία έναν δεκαοχτάχρονο που, λίγο πριν αφήσει το χωριό του στην Κρήτη για τη στρατιωτική του θητεία, έρχεται αντιμέτωπος με μια πρωτόγνωρη επιθυμία, ο «Τροπικός του Θρηνούντος Γκέκο» εξερευνά την αφύπνιση της σεξουαλικής επιθυμίας, τη βίαιη ενηλικίωση, την ομορφιά του έρωτα και τον φόβο της ολοκληρωτικής παράδοσης. Στον πυρήνα του βρίσκεται η ανάγκη της μεταμόρφωσης, με κάθε κόστος.

Για τον Μαρκουλάκη, η ταινία είναι το δεύτερο μέρος της «τριλογίας της αφύπνισης» και συνεχίζει τη διαδρομή που άνοιξε με τα «Περιστέρια αρρωσταίνουν, όταν η πόλη φλέγεται» το 2023, το οποίο ταξίδεψε σε διεθνή φεστιβάλ και βραβεύτηκε στη Δράμα και στις Νύχτες Πρεμιέρας.

Με αφορμή τη συμμετοχή της ταινίας στο 83ο Φεστιβάλ Βενετίας, ο Σταύρος Μαρκουλάκης μίλησε στο Αθηναϊκό- Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων για τις προσωπικές αφετηρίες του έργου, για την Κρήτη που κουβαλά πάντα μαζί του, για την ανάγκη να μένει κανείς ανοιχτός στο όνειρο, αλλά και για το «Sunbruise» και το κινηματογραφικό σύμπαν που χτίζει μέσα από τις ταινίες του.

Ακολουθεί η συνέντευξη του Στ. Μαρκουλάκη και της Νάντιας Μπακοπούλου

-Η ταινία σου διαγωνίζεται στο τμήμα Orizzonti της Μόστρα, σε μια χρονιά με πολύ έντονη ελληνική παρουσία, τόσο λόγω του Venice Production Bridge όσο και της συμμετοχής της δεύτερης μεγάλου μήκους ταινίας της Ζακλίν Λέντζου. Πώς αισθάνεσαι που βρίσκεσαι εδώ και εκπροσωπείς το ελληνικό σινεμά;

Απαντώντας σε αυτή την ερώτηση στην πλατεία του San Marco, δίπλα σε μια γόνδολα, νιώθω πως υπάρχει κάτι κάπως εξωπραγματικό σε όλο αυτό. Πρόκειται για μια ταινία που γεννήθηκε σε έναν πολύ μικρό και βαθιά προσωπικό τόπο, σε ένα χωριό της Κρήτης, από αναμνήσεις, επιθυμίες και πράγματα που κουβαλώ χρόνια, από παιδί. Κι όμως, αυτό το μικρό γκέκο βγήκε από την κρυψώνα του και έφτασε μέχρι τη Βενετία.

Το Orizzonti είναι ένα τμήμα που παρακολουθώ χρόνια και αγαπώ ιδιαίτερα, γιατί αν ψάχνεις κάτι διαφορετικό, πιο πειραματικό ή πιο τολμηρό στη Βενετία, κατά πάσα πιθανότητα θα το βρεις εδώ. Έτσι, νιώθω πως η ταινία βρήκε εδώ το πιο ταιριαστό της σπίτι.

Και φυσικά είναι συγκινητικό που αυτό συμβαίνει σε μια χρονιά με τόσο έντονη ελληνική παρουσία, τόσο λόγω της θέσης της χώρας μας ως τιμώμενης χώρας στο Venice Production Bridge, όσο και με τη συμμετοχή της δεύτερης μεγάλου μήκους της Ζακλίν, της οποίας το σινεμά συνάντησα στα πρώτα μου βήματα και αγαπώ ιδιαίτερα.

Περισσότερο όμως από το να νιώθω ότι «εκπροσωπώ» κάτι, μου αρέσει η ιδέα ότι είμαι ένα μικρό κομμάτι μιας νέας γενιάς Ελλήνων δημιουργών που, παρά τις πολλές δυσκολίες, προσπαθεί να φανταστεί αλλιώς τόσο το ελληνικό σινεμά όσο και, κατ’ επέκταση, τη ζωή και τα όνειρά της.

-Στην καρδιά της ταινίας υπάρχει η αφύπνιση της σεξουαλικής επιθυμίας και ταυτόχρονα ο φόβος τού να αφεθεί κανείς στον έρωτα. Από πού εμπνεύστηκες αυτή την ιστορία;

Πάντα με γοήτευε η στιγμή που η επιθυμία μπαίνει για πρώτη φορά στην καρδιά, ύστερα στο μυαλό και καταφέρνει να περάσει στο σώμα και στην ψυχή, αλλάζοντας τα πάντα. Ο κόσμος γύρω σου μπορεί να μένει ο ίδιος, όμως εσύ τον νιώθεις τελείως διαφορετικά. Αν το σκεφτείς, δεν είσαι ποτέ ξανά ο ίδιος με αυτό που ήσουν πριν από τη στιγμή που σε κυρίευσε η οποιαδήποτε επιθυμία.

Όσο πιο άπειρος είσαι στη διαχείριση αυτής της επιθυμίας, τόσο περισσότερο ανοίγει το πεδίο του φόβου. Ειδικά όταν μιλάμε για τον έρωτα. Γιατί για να ερωτευτείς πρέπει, έστω για λίγο, να παραδώσεις τον έλεγχο. Να δεχτείς ότι κάποιος άλλος έχει δύναμη πάνω σου και μπορεί να σε μεταμορφώσει.

Από εκεί ξεκίνησε η ταινία. Από ένα αγόρι που προσπαθεί με όλες του τις δυνάμεις να αντισταθεί σε αυτή τη μεταμόρφωση. Κι όσο αντιστέκεται, τόσο περισσότερο το σώμα του, η φύση και τα πλάσματα γύρω του αρχίζουν να αλλάζουν μαζί του. Σαν να του λένε πως κάποια πράγματα, όταν ξυπνήσουν μέσα μας, δεν ξανακοιμούνται, όσο κι αν συνεχίζεις να αντιστέκεσαι. Το πού θα σε οδηγήσει αυτή η αντίσταση έχει να κάνει και με το σε τι, τελικά, θα μεταμορφωθείς.

Ίσως η επιθυμία να είναι σαν τη φωτιά. Μπορεί να καταστρέψει τα πάντα, αλλά παραμένει και το μεγαλύτερο δώρο που δόθηκε στον άνθρωπο για την επιβίωσή του, από την αρχή της ζωής.

– Η Κρήτη βρίσκεται στο κέντρο της ιστορίας σου. Ένας ιδιαίτερος τόπος ελευθερίας αλλά και περιορισμών. Τι σημαίνει για σένα να κινηματογραφείς την πατρίδα σου; Τι βοηθά και τι αποτελεί αγκάθι;

Η Κρήτη είναι ίσως η μεγάλη μου ερωτική σχέση, όσα χρόνια κι αν περάσουν, όσο μακριά της κι αν βρίσκομαι. Την αγαπώ πολύ και ταυτόχρονα παλεύω συνέχεια μαζί της.

Είναι ένας τόπος τρομερά ελεύθερος στη φύση του και πολλές φορές πολύ περιοριστικός στους ανθρώπινους κανόνες του. Μεγάλωσα μέσα σε αυτή την αντίφαση. Από τη μία ένα τοπίο σχεδόν μυθολογικό, όπου όλα μοιάζουν πιθανά, και από την άλλη πολύ συγκεκριμένες ιδέες για το πώς πρέπει να φέρεσαι, πώς πρέπει να αγαπάς, πώς πρέπει να ζεις.

Αυτό είναι το αγκάθι της, όμως ταυτόχρονα αυτή η μαγική της πολυπλοκότητα, γεμάτη αντιθέσεις, είναι που με κάνει να θέλω να επιστρέφω ξανά κινηματογραφικά εκεί. Η εικόνα που έχω μέσα μου για την Κρήτη ίσως είναι διαστρεβλωμένη, αλλά σίγουρα θέλω να αναπτύξω και να κινηματογραφήσω πολύ αυτό το κράμα που έχει γεννηθεί μέσα μου γι’ αυτήν.

– Αναφέρεσαι στην ταινία ως μέρος μιας «τριλογίας της αφύπνισης». Τι είναι αυτή η τριλογία και πού βρίσκεται ο «Τροπικός του Θρηνούντος Γκέκο» μέσα της;

Όπως και κάθε τι στη ζωή, έτσι και αυτή η τριλογία ξεκίνησε χωρίς να ξέρω ότι θα είναι τριλογία.

Στην πραγματικότητα, όλα άρχισαν το 2020, όταν μετά το ταρακούνημα που ένιωσα λόγω μιας προσωπικής απώλειας, μαζί με το συλλογικό σοκ που βιώσαμε με τις καραντίνες και τον εγκλεισμό, όλες αυτές οι μνήμες, οι επιθυμίες και οι φόβοι κατάφεραν να γραφτούν σε τρεις πολύ μικρές ιστορίες.

Τα χρόνια που πέρασαν, αυτές οι ιστορίες έδωσαν ζωή στις τρεις ταινίες που στελεχώνουν τη δική μου αφύπνιση προς την ενηλικίωση. Με επίκεντρο την επιθυμία, τον έρωτα, τη συνειδητότητα και τη μεταμόρφωση, αλλά και τη βαθιά πίστη πως η ζωή είναι πολύ πιο διαφορετική από αυτό που μας μάθαιναν παιδιά. Προς το καλύτερο, αν καταφέρεις να τη δεις με μάτια ονειρικά.

Ο «Τροπικός του Θρηνούντος Γκέκο» είναι, μάλιστα, στα μάτια μου, το πρώτο σημείο εκκίνησης αυτής της τριλογίας, αφού γεννά την αφύπνιση της επιθυμίας και τον φόβο που μπορεί να προκαλέσει η παράδοση σε αυτήν. Με τα «Περιστέρια Αρρωσταίνουν, όταν η Πόλη Φλέγεται» επιστρέφω στη στιγμή όπου ένας άνθρωπος συναντά έναν άλλον και κάτι μέσα του μετακινείται για πάντα. Η αφύπνιση του έρωτα.

Και το τρίτο μέρος, στο οποίο μπαίνω τώρα, είναι η αφύπνιση της συνειδητότητας και της μνήμης. Τι συμβαίνει όταν κάτι τελειώνει ή νομίζουμε ότι τελειώνει, εξαιτίας της περιορισμένης μας αντίληψης για τα όρια του χωροχρόνου; Τι συμβαίνει όταν ο άνθρωπος που κάποτε σε μεταμόρφωσε δεν υπάρχει πια δίπλα σου, αλλά εξακολουθεί να υπάρχει μέσα στον τρόπο που θυμάσαι τον εαυτό σου; Τι μνήμη, τελικά, γράφεται στα κύτταρα του σώματος, του μυαλού και της ψυχής μας, προερχόμενη πριν ακόμη από τη γέννησή μας σε αυτή τη συλλογική πραγματικότητα;

Ίσως τελικά η τριλογία να είναι ένας μικρός κύκλος. Επιθυμώ, ερωτεύομαι, μεταμορφώνομαι, θυμάμαι.

– Και από αυτό το σύμπαν γεννιέται και η πρώτη μεγάλου μήκους σου, το «Sunbruise». Ποια είναι η σχέση των δύο ταινιών;

Το «Sunbruise» μοιάζει να παίρνει τον μικρό σπόρο που υπάρχει στον «Τροπικό» και να τον αφήνει να μεγαλώσει λίγο άγρια, ίσως υπερφυσικά και σίγουρα ελεύθερα.

Επιστρέφω στην Κρήτη, στην οικογένεια, στην επιθυμία, στα σώματα και στα ζώα, αλλά αυτή τη φορά όλα αποκτούν μεγαλύτερες διαστάσεις. Το πραγματικό μπερδεύεται πιο έντονα με το μυθολογικό και κάποια στιγμή δεν ξέρεις ακριβώς πού τελειώνει το ένα και πού αρχίζει το άλλο.

Όπως δείχνει και ο τίτλος, ο ήλιος είναι ζωή, όμως όσο πιο κοντά φτάνεις στο φως, τόσο μεγαλύτερη προστασία χρειάζεται για να μην σε κάψει. Γιατί ναι, μπορεί να το κάνει.

Νομίζω πως το δώρο που πήρα με την ολοκλήρωση του «Τροπικού» και τη μετάβαση στη μεγάλου μήκους είναι ότι αποδέχομαι σιγά σιγά πως ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνομαι τα πράγματα είναι βαθιά ιδεαλιστικός και ονειρικός. Όσο μεγαλώνεις, αυτός ο τρόπος θέασης της πραγματικότητας γίνεται όλο και πιο στενός. Σε αντίθεση με ό,τι επιτάσσει η καθημερινότητα και η βαθιά κυνική διάθεση της κοινωνίας, θέλω να παλέψω για να μείνω σε αυτή την κατεύθυνση, να κρατήσω ανοιχτό τον δρόμο και να αναπαραστήσω κινηματογραφικά τη δική μου ονειρική πραγματικότητα. Με ενδιαφέρει να δω τι συμβαίνει όταν μια ανάμνηση, ένας φόβος ή μια επιθυμία γίνουν τόσο δυνατά, ώστε να αρχίσουν να μεταμορφώνουν το σύμπαν γύρω τους.

Κι έτσι βλέπω και το «Sunbruise». Είναι ένα όνειρο, κάποιες φορές εφιάλτης, το οποίο, αν αποφασίσεις να μπεις μέσα του ανοιχτός, θα γίνει αστρικό ταξίδι. Κι εσύ μαζί του, άστρο.

*Η ταινία είναι μια συμπαραγωγή Ελλάδας, Γαλλίας και Ολλανδίας και έχει υποστηριχθεί από τον ΕΚΚΟΜΕΔ, την ΕΡΤ, το CNC και το ARTE

Δείτε εδώ το τρέιλερ της ταινίας:

https://vimeo.com/1224263658/b6f2654b76?share=copy&fl=sv&fe=ci

Νάντια Μπακοπούλου

*Τις φωτογραφίες παραχώρησε ο Σταύρος Μαρκουλάκης

Loading

Play