Μπάμπης Μπεκρής: Ο Μακεδόνας με ρίζες στη Μεσσηνία που ηγείται των οινοποιών της Βόρειας Ελλάδας

Μπάμπης Μπεκρής: Ο Μακεδόνας με ρίζες στη Μεσσηνία που ηγείται των οινοποιών της Βόρειας Ελλάδας

Ο Μπάμπης Μπεκρής μεγάλωσε μέσα στα αμπέλια και σήμερα βρίσκεται στο τιμόνι της Ένωσης «Οινοποιοί Βορείου Ελλάδος». Ο 65χρονος οινοποιός, με καταγωγή από τα Φιλιατρά Μεσσηνίας και πορεία που τον έχει κάνει, όπως λέει, ουσιαστικά Μακεδόνα, αφηγείται πώς από παιδί της τρύγου βρέθηκε να μιλά για το μέλλον του βορειοελλαδικού αμπελώνα. Στις αρχές Ιουλίου εξελέγη ομόφωνα πρόεδρος της ΕΝΟΑΒΕ με έδρα τη Θεσσαλονίκη, με θητεία έως τον Ιούνιο του 2028.

Είναι 11 το πρωί, ημέρα τρύγου, και ο αμπελώνας είναι γεμάτος ανθρώπους που μαζεύουν τα σταφύλια. Ένα επτάχρονο αγόρι περνά ανάμεσά τους με μια νταμιτζάνα και ένα σφηνοπότηρο, σταματώντας μπροστά στον καθένα και στην καθεμία για να τους κερνά γουλιές από το προϊόν που θα βγάλει ο κόπος τους. Κάποιος σφυρίζει χαρούμενα καθώς δουλεύει, τα χέρια του τρέχουν, και το ίδιο το αγόρι είναι ευτυχισμένο. Η δουλειά που του ανέθεσε ο πατέρας του, ακολουθώντας μια μακρά παράδοση των Μεσσήνιων αμπελουργών, ήταν το εισιτήριό του για να μπει στο αμπέλι και, όπως λέει ο ίδιος, το αμπέλι το αγαπά πολύ.

Ο Μπάμπης Μπεκρής εγκαταστάθηκε για πρώτη φορά στη Βόρεια Ελλάδα το 1988, όταν ήταν 27 ετών, και τελικά στέριωσε εκεί, γοητευμένος από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του βορειοελλαδικού αμπελώνα, τους φωτισμένους ανθρώπους που τον καλλιεργούσαν και τη νοοτροπία της συνεργασίας μεταξύ τους. Για τον ίδιο, η άμπελος και το κρασί είναι δεμένα με τους παππούδες και τους γονείς του, αλλά και με την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη, αφού, όπως λέει, όσο βαθιά κι αν ψάξεις στους αιώνες, το κρασί είναι πάντα δίπλα στον άνθρωπο και εξελίσσεται μαζί του, ως στοιχείο γαστρονομίας, πολιτισμικό αγαθό και πηγή ψυχολογικής και συναισθηματικής ανάτασης.

«Δεν μπορείς να ξεφύγεις από αυτόν τον έρωτα», σημειώνει, υπογραμμίζοντας ότι η Ελλάδα διαθέτει μαγικά αμπελοτόπια που, όταν τα βλέπεις, σε πιάνει ρίγος. «Δεν είναι ασύνηθες για εμάς να λέμε “είδα ένα ωραίο αμπέλι και με έπιασαν τα κλάματα”», λέει χαρακτηριστικά.

Ένα τέτοιο αμπέλι φαντάστηκε να απλώνεται στη Χαλκιδική, όταν βρέθηκε εκεί για άλλες δουλειές το 1994-1995 και, κοιτάζοντας από μια βίγλα, ονειρεύτηκε να παράγεται κρασί στη γνωστή για τον Ακάνθιο οίνο περιοχή. Το 2007 ξεκίνησε με φίλους να κάνει πράξη το όραμα αυτό. Από το 2007 έως το 2010 έγινε εκτεταμένη έρευνα σε διάφορες περιοχές του δήμου Αριστοτέλη, πραγματοποιήθηκαν αναλυτικές εδαφολογικές μελέτες και οι πρώτες φυτεύσεις έγιναν το 2010, δίνοντας σταδιακά υπόσταση στην «Akrathos Newlands Winery».

Οι πρωτοπόροι και φωτισμένοι και το sui generis Ξινόμαυρο

Αυτό που τον κέρδισε στα αμπελοτόπια της Βόρειας Ελλάδας ήταν το terroir, η ποικιλομορφία, τα ωραία υψόμετρα, οι λόφοι με ήπιες κλίσεις και οι καλές μέσες θερμοκρασίες του καλοκαιριού, συνθήκες που θεωρεί ιδανικές για την αμπελοκαλλιέργεια. Αναφέρεται επίσης στην αμπελουργική παράδοση της περιοχής, το Άγιον Όρος, τις ζώνες του Ξινόμαυρου, αλλά και στην πρωτοπόρα σκέψη και τη φιλοσοφία των Βορειοελλαδιτών αμπελουργών, στη συνεργατικότητα που, όπως λέει, οδήγησε και στη δημιουργία της ΕΝΟΑΒΕ.

Στην ίδια αναφορά ξεχωρίζει ανθρώπους όπως ο Γιάννης Μπουτάρης, τον οποίο χαρακτηρίζει μέγιστο πρωτοπόρο, ο Βαγγέλης Γεροβασιλείου, ο Άγγελος Ιατρίδης, ο Στέλλιος Μπουτάρης και οι οινοποιοί της Δράμας, για τους οποίους λέει ότι κάνουν εκπληκτική δουλειά, σημειώνοντας πως σίγουρα ξεχνά πολλούς. Προσθέτει ότι οι οινοποιοί της Βόρειας Ελλάδας είναι ίσως και οι πιο εξωστρεφείς στη χώρα, με τους μεγάλους παραγωγούς να πωλούν «μέχρι τα πέρατα της Γης» και τις εξαγωγές να αντιστοιχούν σε 30% έως και 50% του τζίρου σε ορισμένες περιπτώσεις.

Στο ερώτημα ποια ποικιλία της Βόρειας Ελλάδας έχει, κατά τη γνώμη του, τη μεγαλύτερη δυναμική, απαντά χωρίς δεύτερη σκέψη ότι είναι το Ξινόμαυρο. Πιστεύει πως το Ξινόμαυρο θα φτάσει το Ασύρτικο, που έχει ήδη καταγραφεί στις αγορές του εξωτερικού, και τονίζει ότι έχει φανατικούς φίλους εκτός Ελλάδας, ενώ κακώς συγκρίνεται με ξένες ποικιλίες, επειδή είναι, όπως λέει, μια κατηγορία από μόνο του και πολύ εκφραστική ποικιλία. Εκτιμά ότι θα είναι η επόμενη ελληνική ποικιλία που θα καθιερωθεί στο εξωτερικό, με την πορεία αυτή να ξεκινά από τους «ψαγμένους» οινόφιλους και στη συνέχεια να περνά στο ευρύ καταναλωτικό κοινό.

Με βάση τα πιο πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τις Αμπελουργικές Καλλιέργειες του 2020, στη Βόρεια Ελλάδα εντοπίζεται περίπου το ένα έκτο της πανελλαδικής παραγωγής οινοαμπέλων. Από τα συνολικά περίπου 650.000 στρέμματα καλλιεργειών για παραγωγή κρασιού, τα περίπου 47.000 βρίσκονται στην Κεντρική Μακεδονία, πάνω από 26.300 στη Δυτική Μακεδονία και σχεδόν 22.300 στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη. Με βάση τις εκτιμήσεις του Μπάμπη Μπεκρή, τα οινοποιεία της Βόρειας Ελλάδας έχουν ετήσιο τζίρο πάνω από 100 εκατ. ευρώ και η πορεία τους τα τελευταία πέντε χρόνια είναι ανοδική, τόσο σε παραγωγή όσο και σε μέσες τιμές.

Την ίδια στιγμή, οι προκλήσεις παραμένουν μεγάλες, με την κλιματική κρίση, την έλλειψη νέων εργαζομένων στον αμπελουργικό τομέα και τις αλλαγές στις καταναλωτικές συνήθειες να πιέζουν τον κλάδο. Ως παράδειγμα αναφέρει την πρόσφατη τάση για κρασί χωρίς αλκοόλ, το οποίο, όπως λέει, «δεν είναι κρασί».

Καν’ το όπως η Βουργουνδία

Στο τέλος της θητείας του, το καλοκαίρι του 2028, ο Μπάμπης Μπεκρής θα ήθελε τα μέλη της ΕΝΟΑΒΕ να έχουν αυξηθεί σε 50, από 33 που είναι σήμερα. Πιστεύει ότι η ισχύς βρίσκεται στην ένωση και η απόδοση στη συνεργασία, φέρνοντας ως παράδειγμα περιοχές όπως η Βουργουνδία, η οποία, όπως λέει, αναπτύσσοντας τη συνεργατικότητα, κατάφερε να διαμορφώσει τις συνθήκες που της επέτρεψαν να φτάσει το διάσημο Μπορντό.

«Όταν βρεθείς εκεί, οι άνθρωποι παντού μιλούν για κρασί και αμπέλι, για τίποτα άλλο και για εμένα η Βουργουνδία είναι η κορυφαία αμπελουργική περιοχή», αναφέρει, προσθέτοντας ότι αυτή την ενίσχυση της συνεργατικότητας, τόσο σε περιφερειακό όσο και σε εθνικό επίπεδο, θα ήθελε να τη δει και στην Ελλάδα. Όπως σημειώνει, η χώρα τη χρειάζεται, επειδή είναι μικρή με μικρή παραγωγή, ενώ το ελληνικό κρασί έχει μια αδυναμία: του λείπει η κρίσιμη μάζα. Αν υπάρξει συνεργασία σε όλα τα επίπεδα και ενιαία εκπροσώπηση των Ελλήνων παραγωγών από έναν εθνικό σύνδεσμο όπως ο ΣΕΟ, πιστεύει πως θα γίνει το μεγάλο άλμα μπροστά. Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι οι σύνδεσμοι και οι ενώσεις χρειάζονται περισσότερα μέλη, ενώ για τον μικρό κλήρο στην Ελλάδα σημειώνει ότι έχει και θετική και αρνητική όψη, αφού ο κατακερματισμός σε μικρές καλλιέργειες μπορεί να κρύβει αμπέλια-διαμάντια, ακόμη και ξεχασμένες ποικιλίες, αλλά περιορίζει την παραγωγή πρώτης ύλης.

Ένας ακόμη στόχος της θητείας του είναι η στενότερη και πιο σταθερή σύνδεση της οινοπαραγωγής με την επιστημονική κοινότητα, καθώς η κλιματική κρίση επιβάλλει από μόνη της αυτή τη συνεργασία. Την ώρα της συζήτησης, μεσημέρι Παρασκευής, γύρω τους έπεφταν αστραπόβροντα και πλησίαζε καταιγίδα, την ώρα που το αμπέλι δεν χρειάζεται νερό, όπως παρατηρεί ο ίδιος. Περιγράφει ακραία φαινόμενα με καταιγίδες και κατακλυσμιαίες βροχές, σε σημείο που το έδαφος δεν προλαβαίνει να απορροφήσει το νερό, και λέει ότι τέτοια φαινόμενα εμφανίζονται και στη Βόρεια Ελλάδα.

Ωστόσο, το βορειοελλαδικό terroir παραμένει ανθεκτικό, χάρη στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του. Με τους καύσωνες υπάρχει η τάση οι καλλιέργειες από πολύ πεδινές περιοχές να ανηφορίζουν σε μεγαλύτερα υψόμετρα, όμως παραμένει και το πλεονέκτημα του Αιγαίου, που προσφέρει δροσιά στον αμπελώνα. Σε κάθε περίπτωση, λέει ότι η συνεργασία με τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα για την αύξηση της ανθεκτικότητας του αμπελώνα είναι απαραίτητη και σημειώνει πως το ΑΠΘ κάνει ήδη εξαιρετική δουλειά σε αυτό το πεδίο.

Άλλος βασικός στόχος του είναι η επικοινωνία προς τα έξω της ταυτότητας και της αξίας του οίνου, σε μια περίοδο που προϊόντα όπως το κρασί χωρίς αλκοόλ κερδίζουν έδαφος. Παράλληλα, θέλει να ενισχύσει την ενεργή συμμετοχή της νέας γενιάς στην αμπελουργία και την οινοπαραγωγή, καθώς, όπως λέει, σε όλον τον πρωτογενή τομέα και ειδικά στον αμπελουργικό, οι νέοι που θα πάρουν τη σκυτάλη από όσους αποχωρούν δεν είναι όσες και όσοι χρειάζονται.

«Χρειάζεται να εμπνεύσουμε τους νέους και το κρασί με τη γοητεία του μπορεί να το κάνει αυτό. Η δουλειά μας είναι πολύ δύσκολη και γι’ αυτό οι άνθρωποι που θα ασχοληθούν με αυτή πρέπει να την αγαπούν. Χρειάζεται τόσο μεγάλη προσήλωση, χρειάζεται να “συνομιλείς” με κάθε πρέμνο στο αμπέλι ώστε να αναγνωρίζεις τις ανάγκες του, οπότε αυτή τη δουλειά πρέπει να την αγαπήσεις για να μπορέσεις να την κάνεις», καταλήγει ο Μπάμπης Μπεκρής.

Loading

Play