Γονιδιωματική και βιοποικιλότητα: Το ΑΠΘ σε ευρωπαϊκό έργο για την παρακολούθηση των οικοσυστημάτων

Γονιδιωματική και βιοποικιλότητα: Το ΑΠΘ σε ευρωπαϊκό έργο για την παρακολούθηση των οικοσυστημάτων

Σύγχρονες γενετικές μέθοδοι, όπως το DNA barcoding και η ανάλυση ολόκληρων γονιδιωμάτων για την καταγραφή των ειδών και την παρακολούθηση των οικοσυστημάτων, περιλαμβάνονται σε ευρωπαϊκό ερευνητικό έργο στο οποίο συμμετείχε το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Το πρόγραμμα «Γενωμική Καταγραφή της Ευρωπαϊκής Βιοποικιλότητας plus» (Biodiversity Genomics Europe plus – BGE+) ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2022 και ολοκληρώθηκε τον Φεβρουάριο του 2026. Συμμετείχαν 33 φορείς από 21 χώρες, με συντονιστή το Εθνικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας και Ερευνητικό Κέντρο Naturalis Biodiversity Center της Ολλανδίας. Η Ελλάδα εκπροσωπήθηκε από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας της Κρήτης. Επιστημονικοί υπεύθυνοι ήταν ο διευθυντής του Εργαστηρίου Γενικής Βιολογίας του Τομέα Γενετικής, Ανάπτυξης και Μοριακής Βιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, καθηγητής Αλέξανδρος Τριανταφυλλίδης, και ο διευθυντής του Εργαστηρίου Δασικής Γενετικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, Συντονιστής του Τμήματος Πληθυσμιακής και Οικολογικής Γενετικής και Γενετικής της Διατήρησης του IUFRO, καθηγητής Φίλιππος Αραβανόπουλος.

BGE: Από τη δημιουργία δικτύων στη χαρτογράφηση της ελληνικής βιοποικιλότητας

Το έργο οδήγησε στη δημιουργία πανευρωπαϊκών δικτύων συνεργασίας για τη γονιδιωματική της βιοποικιλότητας, στην ανάπτυξη και καθιέρωση προτύπων και πρωτοκόλλων για την παραγωγή μεγάλων ποσοτήτων γονιδιακών δεδομένων, καθώς και στη χρήση των εργαλείων και των δεδομένων στην πράξη για τη λήψη αποφάσεων και τη χάραξη πολιτικής.

Τα αποτελέσματα αυτά δίνουν σε ερευνητές και φορείς την τεχνογνωσία και την επικοινωνιακή δυνατότητα για να συνεργάζονται. Με κοινές μεθόδους, τα δεδομένα από διαφορετικές ομάδες γίνονται συγκρίσιμα και αξιόπιστα, ενώ τα γενετικά δεδομένα μπορούν πλέον να υποστηρίξουν μέτρα για την προστασία και την αποκατάσταση της βιοποικιλότητας.

Σε αυτό το πλαίσιο, ξεκίνησε η δημιουργία του GrBOL (Greek Barcode of Life), με στόχο τη μελέτη και την παρακολούθηση της βιοποικιλότητας με σύγχρονα γονιδιωματικά εργαλεία, σύμφωνα με τα πρότυπα του διεθνούς δικτύου iBOL. Στην ανάπτυξή του έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον συμμετοχής περισσότεροι από 120 ερευνητές από περίπου 22 ελληνικούς οργανισμούς, μεταξύ των οποίων πανεπιστήμια, ερευνητικά ιδρύματα, επιστημονικές εταιρείες και κρατικοί φορείς.

Επίσης, σημαντικός ήταν ο εμπλουτισμός της διεθνούς βάσης δεδομένων BOLD με δεδομένα DNA barcoding από δείγματα που προέρχονται από συλλογές ελληνικών ιδρυμάτων. Συνολικά, υποβλήθηκαν για αλληλούχιση 2.270 ταυτοποιημένα δείγματα ζωικών και φυτικών οργανισμών της ελληνικής επικράτειας, καθώς και περισσότερα από 18.000 μη ταυτοποιημένα δείγματα αρθροπόδων, από τα οποία σημαντικό ποσοστό παρήγαγε επιτυχώς DNA barcodes. Με αυτόν τον τρόπο, ενισχύθηκε η διαθέσιμη γνώση για την ελληνική βιοποικιλότητα και δημιουργήθηκαν νέες δυνατότητες για την αναγνώριση και παρακολούθηση των ειδών.

BGE+: Η ευρωπαϊκή συνεργασία περνά στο επόμενο στάδιο

Ο Ευρωπαϊκός Άτλας Αναφοράς Γονιδιώματος (ERGA), το Διεθνές Σύστημα Barcode of Life Europe (iBOL Europe) και η Κοινοπραξία Ευρωπαϊκών Ταξινομικών Φορέων (CETAF) έχουν υπογράψει νέα συμφωνία για τη γονιδιωματική της βιοποικιλότητας στην Ευρώπη, με σκοπό τη δημιουργία μιας συντονισμένης ευρωπαϊκής υποδομής που θα επιτρέπει στους ειδικούς να εργάζονται σε ένα συνδεδεμένο ευρωπαϊκό σύστημα κοινών πόρων, τεχνολογίας και δεδομένων.

Το όραμα αυτό υλοποιείται μέσω του προγράμματος BGE+ και συνάδει με τους περιβαλλοντικούς στόχους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ως συνέχεια του BGE, το BGE+ στοχεύει στην καθιέρωση των υπηρεσιών, των προτύπων, των ικανοτήτων και της υποδομής που απαιτούνται, ώστε η γονιδιωματική της βιοποικιλότητας να αποτελέσει αναπόσπαστο μέρος του τρόπου με τον οποίο η Ευρώπη μελετά, παρακολουθεί, διαχειρίζεται και αποκαθιστά τη φύση, όπως υποστηρίζουν οι ερευνητές του προγράμματος. Το πρόγραμμα BGE+ ξεκίνησε τον Μάιο του 2026 και θα ολοκληρωθεί τον Οκτώβριο του 2029. Επιστημονικοί υπεύθυνοι είναι ο διευθυντής του Εργαστηρίου Γενικής Βιολογίας του Τομέα Γενετικής, Ανάπτυξης και Μοριακής Βιολογίας, καθηγητής Αλέξανδρος Τριανταφυλλίδης, και ο διευθυντής του Εργαστηρίου Δασικής Γενετικής, καθηγητής Φίλιππος Αραβανόπουλος.

Όπως αναφέρουν οι ερευνητές, αν και έχουν ταυτοποιηθεί και περιγραφεί επίσημα περισσότερα από 2 εκατ. είδη παγκοσμίως, εκατομμύρια παραμένουν ακόμη άγνωστα. Υπογραμμίζουν μάλιστα πως ποτέ στο παρελθόν η επιστήμη που βασίζεται στο DNA δεν ήταν σε τέτοια θέση να ταυτοποιεί είδη, να παρακολουθεί οικοσυστήματα και να κατανοεί τη γενετική ποικιλότητα με τόσο χαμηλό κόστος, αποτελεσματικότητα και σε τέτοια κλίμακα, όπως μπορεί σήμερα.

Το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο στην πρώτη γραμμή της έρευνας για τη βιοποικιλότητα

Το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο είναι ένα από τα λίγα πανεπιστήμια στην Ευρώπη που συμμετέχει και στα δύο έργα, με συνεχή διεθνή επιστημονική παρουσία στον ερευνητικό τομέα της γονιδιωματικής, σε διάστημα επταετίας (2022-2029). Με αυτόν τον τρόπο, συμβάλλει στην επέκταση του δικτύου των εμπλεκομένων φορέων για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας κυρίως σε εθνικό επίπεδο, αλλά με ουσιαστική συνεισφορά στο επίπεδο των βαλκανικών χωρών και ευρύτερα στον ευρωπαϊκό χώρο.

Επιπλέον, αποτελεί τον συντονιστή για μια ευρεία συζήτηση με τους εμπλεκόμενους φορείς για την ανάπτυξη και λειτουργία μιας ενοποιημένης υποδομής για τη μελέτη και προστασία της βιοποικιλότητας, αξιοποιώντας γονιδιωματικά και ταξινομικά δεδομένα στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια.

Οι ερευνητές αναφέρουν πως τα αποτελέσματα του BGE, πάνω στα οποία οικοδομείται η συνέχεια της προσπάθειας μέσω του BGE+, μπορούν να αξιοποιηθούν στην περιβαλλοντική πολιτική, τη διαχείριση της φύσης, την εκπαίδευση, την οικονομία καθώς και την υγεία. Τα γενετικά δεδομένα, όπως DNA barcoding και metabarcoding, υποστηρίζουν στρατηγικές διατήρησης της βιοποικιλότητας και ενσωματώνονται σε ευρωπαϊκές και εθνικές πολιτικές και δράσεις οργανισμών, με αποτέλεσμα να γίνονται προσιτά στο ευρύ κοινό.

Παράλληλα, μπορούν να συμβάλουν στην προστασία φυσικών πόρων και στην ανάπτυξη νέων προϊόντων στη γεωργία και τη φαρμακευτική, επηρεάζοντας θετικά την οικονομία.

Loading

Play