Το «96%» αποτελεί μια lecture performance του Πρόδρομου Τσινικόρη και βάζει στο «μικροσκόπιο» τη Θεσσαλονίκη του 1943 και τον αφανισμό της εβραϊκής κοινότητας της πόλης.
Ένας από τους βασικούς στόχους της τέχνης είναι να μας κάνει να δούμε τον κόσμο με διαφορετική ματιά. Να μας βοηθήσει να συνειδητοποιήσουμε πτυχές της πραγματικότητας που συχνά παραβλέπουμε, να μας ταρακουνήσει και να μας αφυπνίσει. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, η τέχνη δεν λειτουργεί μόνο ως μορφή έκφρασης, αλλά και ως εργαλείο μνήμης, κριτικής σκέψης και αναστοχασμού πάνω στην ιστορία και την κοινωνία.
Μία από τις μορφές τέχνης είναι το theatre documentary, ένα είδος θεάτρου που βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, μαρτυρίες και ιστορική έρευνα. Σε αυτή την κατηγορία ανήκει και το lecture performance «96%» του Πρόδρομου Τσινικόρη, μια παράσταση που παρουσιάστηκε σε διάφορες πόλεις της Ευρώπης αλλά και στην Ελλάδα, φέρνοντας στο προσκήνιο ένα σημαντικό και συχνά παραγνωρισμένο κομμάτι της ιστορίας.
Το έργο αποτελεί μια έρευνα γύρω από μια σκοτεινή πτυχή της ιστορίας της Θεσσαλονίκης: την τύχη της εβραϊκής κοινότητας της πόλης. Για αιώνες, οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης αποτέλεσαν αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτιστικής ζωής της. Ωστόσο, το 1943, με την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων και την εφαρμογή της ναζιστικής πολιτικής εξόντωσης, περίπου 54.000 Θεσσαλονικείς Εβραίοι εκτοπίστηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, οδηγώντας σχεδόν στον ολοκληρωτικό αφανισμό μιας κοινότητας που για αιώνες διαμόρφωνε την ταυτότητα της πόλης.
Ο σκηνοθέτης και δημιουργός της παράστασης «96%», Πρόδρομος Τσινικόρης, μιλά στην Politic για την έμπνευση πίσω από το έργο, την πολύμηνη έρευνα που προηγήθηκε και την προσπάθεια να αναδειχθεί μια λιγότερο γνωστή πτυχή της ιστορίας της Θεσσαλονίκης. Αναφέρεται στη διαδικασία δημιουργίας της παράστασης, στη συνεργασία με την ερευνητική ομάδα και τους συντελεστές, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο η γνώση αυτής της ιστορίας αλλάζει την οπτική μας απέναντι στον δημόσιο χώρο της πόλης. Παράλληλα, εξηγεί πώς εντάχθηκαν στην παράσταση προσωπικές μαρτυρίες και μιλά για τη σημασία της μνήμης και της επαναφοράς αυτών των ιστοριών στο δημόσιο διάλογο.

Από πού προκύπτει ο τίτλος «96%» και πώς γεννήθηκε η ιδέα της παράστασης;
Ο τίτλος προκύπτει από το 96%, δηλαδή το τραγικά μεγάλο ποσοστό του εβραϊκού πληθυσμού της Θεσσαλονίκης που οδηγήθηκε με τα τρένα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης – κυρίως στο Auschwitz – κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Οι περισσότεροι από αυτούς δεν επέστρεψαν ποτέ στην πόλη τους.
Τα τελευταία περίπου δεκαπέντε χρόνια εργάζομαι κυρίως στην Αθήνα μαζί με τον συνεργάτη μου, τον σκηνοθέτη Ανέστη Αζά. Έχουμε δημιουργήσει αρκετές παραστάσεις στο είδος του θεατρικού ντοκιμαντέρ, επηρεασμένοι σε μεγάλο βαθμό από τη δουλειά της γερμανικής ομάδας Rimini Protokoll από το Βερολίνο.
Η συγκεκριμένη παράσταση προέκυψε από μια ιδέα του δραματουργικού συμβούλου της παράστασης, Martín Valdés-Stauber. Πριν από δύο-τρία χρόνια με πήρε τηλέφωνο και μου είπε ότι ετοίμαζε μια πρόταση χρηματοδότησης στη Γερμανία για ένα καλλιτεχνικό project που θα εξελισσόταν παράλληλα σε τρεις πόλεις: στο Βερολίνο, στη Μαδρίτη και στη Θεσσαλονίκη. Μου πρότεινε τη Θεσσαλονίκη εξαιτίας της ιδιαίτερης ιστορίας της.
Έχετε μεγαλώσει στη Γερμανία. Γνωρίζατε το εβραϊκό παρελθόν της Θεσσαλονίκης;
Η αλήθεια είναι ότι δεν γνώριζα πολλά πράγματα. Σίγουρα όχι όσα γνωρίζω σήμερα. Πάντα ήθελα να επιστρέψω στη Θεσσαλονίκη, γιατί εδώ σπούδασα και τα πρώτα μου επαγγελματικά βήματα ως ηθοποιός έγιναν στο Θέατρο Αμαλία και στην Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης».
Όταν προέκυψε αυτή η ιδέα, μου φάνηκε μια πολύ ενδιαφέρουσα πρόκληση να ασχοληθώ με ένα θέμα που δεν γνώριζα καλά – αλλά που, κατά τη γνώμη μου, δεν γνωρίζει καλά ούτε η ίδια η πόλη. Η προσωπική μου ενασχόληση με το ζήτημα ξεκίνησε αρκετά χρόνια αργότερα, όταν πλέον εργαζόμουν στην Αθήνα.
Νομίζω ότι και σε επίπεδο δημόσιας συζήτησης το θέμα άρχισε να αναδεικνύεται περισσότερο όταν δήμαρχος ήταν ο Γιάννης Μπουτάρης. Έτσι, με έναν τρόπο, ένιωσα ότι υπήρχε ένας «ανοιχτός λογαριασμός» με την πόλη που με έφερε ξανά πίσω.

Πόσο διήρκεσε η έρευνα για την παράσταση;
Για τη συγκεκριμένη παράσταση δούλεψα περίπου τέσσερις μήνες εντατικά. Ήταν τέσσερις γεμάτοι μήνες έρευνας: από το πρωί μέχρι το βράδυ συνεντεύξεις, μελέτη βιβλίων, αρχειακό υλικό, παρακολούθηση ντοκιμαντέρ, podcast και ταινιών.
Στην έρευνα συμμετείχε και ένα μέρος της ομάδας μου, όπως η σκηνογράφος της παράστασης Ελένη Στρούλια και η υπόλοιπη ερευνητική ομάδα.
Επειδή δεν γνώριζα το θέμα σε βάθος, επέλεξα επίσης να συνεργαστώ με την Τατιάνα Λιάνη ως επιστημονική σύμβουλο. Είναι καθηγήτρια στο Τμήμα Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και γνωρίζει πολύ καλά το αντικείμενο. Με βοήθησε σημαντικά να κατευθύνω σωστά την έρευνά μου.
Πότε παρουσιάστηκε για πρώτη φορά η παράσταση;
Η παράσταση παρουσιάστηκε για πρώτη φορά τον Μάρτιο του 2024, για δέκα παραστάσεις. Αργότερα ξαναπαίχτηκε στη Θεσσαλονίκη τον Οκτώβριο του 2024, ξανά για έναν περιορισμένο αριθμό παραστάσεων, στη Μονή Λαζαριστών του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος.
Από τότε έχει ταξιδέψει και στο εξωτερικό. Έχουμε παρουσιάσει την παράσταση στη Μαδρίτη, στη Γερμανία, αλλά και στη Βουλγαρία το καλοκαίρι του 2025, σε δύο πόλεις – μεταξύ αυτών και στη Σόφια. Η Βουλγαρία έχει επίσης μια ιστορία που συνδέεται με τη συνεργασία με τους Ναζί, οπότε υπήρχε ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το θέμα.

Στην παράσταση συμμετέχει η Αλεξάνδρα Χατζοπούλου-Σαΐας, η οποία μιλά για την ιστορία της οικογένειάς της. Πώς εντάχθηκε στην ομάδα;
Όταν κάνω έρευνα για μια παράσταση, παίρνω παράλληλα συνεντεύξεις από ανθρώπους που έχουν άμεση σχέση με το θέμα. Η Αλεξάνδρα Χατζοπούλου-Σαΐας ήταν ένα από τα άτομα που συνάντησα για συνέντευξη μαζί με τη βοηθό σκηνοθέτη, Νατάσσα Δαλιάκα.
Από την πρώτη στιγμή που άρχισε να μιλά, κατάλαβα ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να σταθεί πολύ δυνατά πάνω στη σκηνή. Οι ιστορίες που έχει να αφηγηθεί είναι εξαιρετικά σημαντικές.
Λίγες μέρες μετά τη συνέντευξη τη ρώτησα αν θα ήθελε να συμμετάσχει στην παράσταση και έτσι εντάχθηκε στην ομάδα.

Γιατί πιστεύετε ότι η ιστορία της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης έχει θαφτεί τόσο βαθιά;
Αυτό είναι μια μεγάλη συζήτηση. Το γεγονός ότι αποσιωπάται πως η Θεσσαλονίκη υπήρξε κατεξοχήν εβραϊκή πόλη από το 1492 μέχρι τουλάχιστον την απελευθέρωσή της από την Οθωμανική Αυτοκρατορία το 1912 είναι πραγματικά εντυπωσιακό.
Γνωρίζουμε αρκετά για την αρχαία και τη βυζαντινή ιστορία της πόλης. Όμως για τα τελευταία πεντακόσια χρόνια, που είναι πολύ πιο κοντά στη σύγχρονη εποχή, αυτό το κομμάτι της ιστορίας παραμένει σχετικά άγνωστο.
Μετά το 1912, και ιδιαίτερα μετά την ανταλλαγή πληθυσμών το 1922, ο μουσουλμανικός πληθυσμός έφυγε από την πόλη. Και μετά τη γερμανική κατοχή και τον αφανισμό της εβραϊκής κοινότητας, η Θεσσαλονίκη μετατράπηκε ουσιαστικά σε μια πόλη σχεδόν αποκλειστικά χριστιανικού πληθυσμού.
Το γιατί αποσιωπάται αυτή η ιστορία είναι ένα ερώτημα που αξίζει να απασχολήσει την έρευνα και να αναρωτηθούμε όλοι μας.
Πώς είναι να περπατάτε στη Θεσσαλονίκη γνωρίζοντας πλέον αυτή την ιστορία;
Σίγουρα περπατάς διαφορετικά στην πόλη. Και ελπίζω ότι αυτό δεν ισχύει μόνο για μένα αλλά και για τους συνεργάτες μου, ακόμη και για τους θεατές της παράστασης.
Για παράδειγμα, μια βόλτα στην παραλία, από το Μέγαρο Μουσικής μέχρι το λιμάνι, αποκτά άλλο νόημα όταν γνωρίζεις πώς δημιουργήθηκε η επιχωμάτωση της παραλιακής ζώνης και με ποια υλικά.
Το ίδιο ισχύει για την Πλατεία Ελευθερίας, για τη Ναυαρίνου ή για την περιοχή γύρω από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Εκεί βρισκόταν κάποτε το τεράστιο εβραϊκό νεκροταφείο της πόλης, ένα από τα μεγαλύτερα της Ευρώπης. Σήμερα στη θέση του βρίσκεται το πανεπιστήμιο.
Και χρειάστηκαν δεκαετίες μέχρι να τοποθετηθεί μια επιγραφή που να θυμίζει ότι εκεί υπήρχε κάποτε ένα τόσο μεγάλο νεκροταφείο.

Υπάρχουν σκέψεις για περαιτέρω συνεργασίες με το ΚΘΒΕ ή με τον Δήμο Θεσσαλονίκης ώστε να αναδειχθεί περισσότερο αυτή η ιστορία;
Η παράσταση αναφέρει και ορισμένες προτάσεις για το τι θα μπορούσε να γίνει – χωρίς να θέλω να αποκαλύψω πολλά για όσους δεν την έχουν δει.
Αυτός είναι και ένας λόγος που συνεχίζουμε να την παρουσιάζουμε όποτε υπάρχει δυνατότητα. Αν και οι μισοί συντελεστές ζουν στην Αθήνα και οι άλλοι μισοί στη Θεσσαλονίκη, πράγμα που δυσκολεύει τις συνεχόμενες παραστάσεις, κάθε φορά που την παίζουμε νιώθουμε και χαρά αλλά και μια ευθύνη.
Είναι μια παράσταση που θα έπρεπε να παρουσιάζεται συχνά στην πόλη, γιατί το επίπεδο άγνοιας γύρω από αυτό το κομμάτι της ιστορίας παραμένει ακόμη αρκετά μεγάλο.
Θα σκεφτόσασταν να παρουσιάσετε την έρευνά σας και ως κινηματογραφικό ντοκιμαντέρ;
Ναι, θα μπορούσε να γίνει. Όχι τόσο ως podcast, γιατί η παράσταση βασίζεται πολύ στην εικόνα και στο οπτικό υλικό της έρευνας. Ίσως περισσότερο ως videocast ή ως ντοκιμαντέρ.
Είναι κάτι που θα μας ενδιέφερε στο μέλλον, πιθανώς όταν σταματήσουμε να παρουσιάζουμε την παράσταση. Ωστόσο, ο κινηματογράφος και τα ντοκιμαντέρ απαιτούν πολύ χρόνο και δουλειά – πολλές φορές περισσότερη ακόμη και από μια θεατρική παράσταση.
Επειδή δεν έχω ασχοληθεί ακόμη με αυτό το μέσο, συνεχώς το αναβάλλω. Δεν αποκλείω όμως να γίνει κάποια στιγμή στο μέλλον.

Λίγα λόγια για την παράσταση:
Μετά από έναν επιτυχημένο κύκλο περιοδειών σε Ισπανία, Βουλγαρία και Γερμανία, το 96% επιστρέφει στην πόλη του για λίγες παραστάσεις. Στο Θέατρο Αμαλία (Αμαλίας 71, Θεσσαλονίκη) 5 – 22 Μαρτίου.

Το 96% αποτελεί μια lecture performance του Πρόδρομου Τσινικόρη και της ομάδας του και στο «μικροσκόπιο» τους μπαίνει η Θεσσαλονίκη του 1943. Αφηγείται μια ιστορία σκοτεινή και λησμονημένη, τα ίχνη της οποίας όμως είναι ακόμα εδώ. Η παράσταση – ντοκιμαντέρ, επιχειρώντας μια αρχαιολογία του παρόντος, τα αναζητά, όχι μόνο σε μελέτες, αρχεία και μαρτυρίες, αλλά και με επιτόπια έρευνα στη σημερινή πόλη, στους δρόμους, στα κλειστά μαγαζιά, στα παλιά και τα καινούργια κτίρια, ακόμα και στο ίδιο το ΚΘΒΕ, όπου η παράσταση πρωτο-παρουσιάστηκε.
Τον Μάρτιο του 1943 αναχωρεί από τη Θεσσαλονίκη το πρώτο τρένο για το Άουσβιτς. Μέχρι τον Αύγουστο θα εκτοπιστούν εκεί 50.000 Εβραίοι, οι περισσότεροι από τους οποίους δεν θα επιστρέψουν ποτέ. Το 96% της εβραϊκής κοινότητας της πόλης εξολοθρεύεται στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Οι περιουσίες που αφήνουν πίσω τους περνούν σε χέρια μεσεγγυούχων, έπιπλα και σκεύη καταλήγουν σε χριστιανικά σπίτια και εμπορικά καταστήματα, οι μαρμάρινες πλάκες του παλιού νεκροταφείου τοποθετούνται στα πιο απίθανα σημεία της πόλης. Η μεγαλύτερη εβραϊκή κοινότητα των Βαλκανίων, σβήνεται από τον χάρτη ενώ μια νέα κοινωνική και οικονομική ελίτ αναδύεται.
Ποιοι αντιστάθηκαν και ποιοι συντάχθηκαν με τη βία; Πως κατασκευάστηκαν οι μηχανισμοί μνημοκτονίας και αποσιώπησης και ποιος είναι άραγε ο ρόλος ενός θεάτρου; Γιατί η παλιά αυτή ιστορία μας ενδιαφέρει και πως αφορά το δικό μας μέλλον; Σε μια προσπάθεια κριτικής προσέγγισης μιας περασμένης εποχής, η καλλιτεχνική ομάδα επί σκηνής, συνομιλεί με καλεσμένους από το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της Θεσσαλονίκης και καταθέτει τα ευρήματα της έρευνάς της για να συνθέσει μια νέα ιστορική και κοινωνική τοιχογραφία της “πόλης των φαντασμάτων”.

Συντελεστές
Κείμενο και σκηνοθεσία: Πρόδρομος Τσινικόρης
Σκηνικά και κοστούμια: Ελένη Στρούλια
Μουσική – ηχητικός σχεδιασμός: Παναγιώτης Μανουηλίδης
Φωτισμοί: Ελίζα Αλεξανδροπούλου
Βίντεο: Χάρης Πεχλιβανίδης – Ελένη Στρούλια
Ομάδα επιτόπιας έρευνας: Ελένη Στρούλια, Έλλη Ναλμπάντη, Μάιρα Κωνσταντινίδου, Λουίζα – Μαρία Χαραλάμπους
Επιστημονική σύμβουλος / Υπεύθυνη εκπαιδευτικών εργαστηρίων: Τατιάνα Λιάνη
Δραματουργικός σύμβουλος: Martín Valdés-Stauber
Βοηθός σκηνοθέτη: Νατάσσα Δαλιάκα
Βοηθός σκηνογράφου: Έλλη Ναλμπάντη
Σχεδιασμός φωτισμών περιοδείας: Δήμητρα Αλουτζανίδου
Επί σκηνής: Αλεξάνδρα Χατζοπούλου-Σαΐας, Νατάσσα Δαλιάκα, Φίλιππος Κωσταβέλης, Πρόδρομος Τσινικόρης
Μία συμπαραγωγή ανάμεσα στην TooFarEast και το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος
Υποστηρικτής διαμονών Goethe-Institut Θεσσαλονίκης
Με την υποστήριξη του Ιδρύματος Ιωάννου Φ. Κωστοπούλου
Η παράσταση αποτελεί παράλληλη εκδήλωση του 28ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.
Παραστάσεις:
Από 5 έως 22 Μαρτίου 2026
Πέμπτη με Σάββατο στις 21:00
Κυριακές στις 20:00

Σημείωμα – Αποσαφήνιση
Η παράσταση αυτή αναφέρεται αποκλειστικά στην Ιστορία της Θεσσαλονίκης και στην εξόντωση της εβραϊκής κοινότητας της πόλης από το ναζιστικό καθεστώς κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το έργο επικεντρώνεται στο Ολοκαύτωμα και στις συνέπειες της μνήμης και της λήθης για την τοπική κοινωνία.
Δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τη σημερινή πολιτική κατάσταση στη Μέση Ανατολή, το κράτος του Ισραήλ, τα εγκλήματα πολέμου και τη γενοκτονία που διαπράττει στη Γάζα. Η ιστορική μνήμη του Ολοκαυτώματος δεν μπορεί και δεν πρέπει να συγχέεται με τις τρέχουσες συγκρούσεις. Η αναφορά μας στην εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης αποτελεί πράξη σεβασμού, μνήμης και απόδοσης δικαιοσύνης σε όσους χάθηκαν.
![]()

