Ένα και παραπάνω ή ένα νι λιγότερο: η γλώσσα των δημοσιογράφων στο μικροσκόπιο

Ένα και παραπάνω ή ένα νι λιγότερο: η γλώσσα των δημοσιογράφων στο μικροσκόπιο

Ένα και παραπάνω ή ένα νι λιγότερο: η γλώσσα των δημοσιογράφων στο μικροσκόπιο

Αγαπητοί ακροατές σε όλη την Ελλάδα, καλημέρα σας και Χριστός Ανέστη. Μα, αγαπητέ εκφωνητή, τι πά να πει Καλημέρα σας και ο Χριστός αναστήθηκε; Σίγουρα θα σκεφτείς, Ωχού σχολαστικέ, ένα και παραπάνω σου ’φταιξε;

Μάλιστα, ένα και παραπάνω ή ένα νι λιγότερο. Είναι τάχα σωστός δημοτικιστής ο συντάκτης που μας ενημερώνει πόσο θα φτάσει ο πληθωρισμός το τρέχον έτος; Ή σωστός καθαρευουσιάνος εκείνος που γράφει για χολερόβλητους (σ.σ. χολεριασμένους, μέσα στη βρομιά) ιχθύς;

Μαθαίνουμε από τα δελτία ειδήσεων πως το υπόγειο νερό το θερμό εξορύσσεται και δεν αντλείται. Ότι το Βέλγιο και η Ολλανδία είναι χώρες ανεξίτηλα συνδεδεμένες.

Μας λένε να προσέχουμε την υπέρταση, γιατί συνεισφέρει στις καρδιοπάθειες. Μας εξηγούν ότι η ειρήνευση απέτυχε, επειδή ο Σαντάμ δεν είχε διαθεσιμότητα για διαπραγματεύσεις.

Η αναζήτηση του καινοφανούς και του εντυπωσιακού ίσως εξηγεί γιατί οι δημοσιογράφοι καταφεύγουν σε μια επιθετική γλώσσα. Το μυαλό σας πηγαίνει βέβαια στην επίθεση και όχι στο επίθετο, που προτιμούν αντί για το ουσιαστικό. Κι έτσι δημιουργούνται ασάφειες, όπως κι εγώ που δεν έγραψα γλώσσα επιθέτων. Ακούμε για ομογενειακές οργανώσεις και για συνταξιουχικούς συλλόγους. Διαβάζουμε για την τελετική πομπή, για την εμφυλιακή τραγωδία, για προσκυνηματική επίσκεψη, αντί για την πομπή της τελετής, την τραγωδία του εμφυλίου, την επίσκεψη-προσκύνημα.

[]

Επιθετική μπορεί να θεωρηθεί και η μεταμφίεση των επιρρημάτων σε επίθετα. Διαβάζουμε πως το Ιράν και το Ιράκ εξοπλίστηκαν σύγχρονα. Εξοπλίστηκαν άραγε συγχρόνως ή με σύγχρονα συστήματα εξοπλισμού;

Ακούμε διαρκώς: όπως είπα προηγούμενα. Μα ο άνθρωπος του λαού λέει: όπως είπα πιο πριν, ή πρωτύτερα. Αυτός δεν έχει με τη γλώσσα προηγούμενα. Και όσο επιτακτικά κι αν τον φωνάξετε να έρθει, ποτέ δεν θα απαντήσει: Άμεσα, άμεσα, έρχομαι. Άρα, ό,τι κι αν κάνουμε, υπάρχουν επιρρήματα που θα αντιστέκονται πεισματικά στην επιθετική μεταμφίεση. Και ίσως αυτό συντελεί και σε έναν πλούτο της γλώσσας.

Για να μην κατηγορούμε συνεχώς τους δημοσιογράφους, μπορούμε να πούμε ότι και αυτοί εμπλουτίζουν τη γλώσσα, επειδή εφευρίσκουν νέες λέξεις. Όμως οι φτιαχτές, εντυπωσιακές λέξεις, αντί να προστεθούν στο λεξιλόγιο, αντικαθιστούν και καταργούν πολλές παλιές, κι έτσι η γλώσσα φτωχαίνει. Το φτιαχτό στοχεύω αντικατέστησε το σκοπεύω, βάζω για στόχο, έχω για σκοπό, επιδιώκω, σημαδεύω. Το επώνυμος χρησιμοποιείται αντί για το γνωστός, σημαντικός, επιφανής, διάσημος, περιώνυμος. Με το πρόσφατο δημοσιοποιώ ξέχασαν εντελώς το δημοσιεύω, κοινοποιώ, κοινολογώ, διαδίδω, ανακοινώνω.

Μήπως λοιπόν ταιριάζει να μετονομαστούν δημοσιοποιοί οι δημοσιογράφοι;

Τώρα τελευταία εμφανίστηκε όμως άλλη παραλλαγή του δημοσιοποιώ: Ο υπάλληλος τάδε διέρρευσε τη μυστική έκθεση. Προς Θεού, ο υπάλληλος δεν διέρρευσε, αλλά άφησε να διαρρεύσει. []

Με τα μάτια μας διαπιστώνουμε πως ένα κτίριο επισκευάστηκε, ανακαινίστηκε, και δεν αντιδρούμε καθόλου όταν μας πληροφορούν πως ξαναπάλιωσε, πως αναπαλαιώθηκε. Μας αρκεί που συνεννοηθήκαμε! Πού να αναζητήσουμε το ένα και λιγότερο, το ένα νι παραπάνω, που όμως μπορεί να κάνουν όλη τη διαφορά.

Τα παραπάνω προέρχονται από άρθρο του Αλέξανδρου Ι. Ζάννου, με τίτλο Προς δημοσιοποιούς γλώσσα επιθετική, το οποίο είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα Το Βήμα την Κυριακή 14 Ιουλίου 1991. Ο Αλέξανδρος Ζάννος ήταν αρχιτέκτονας και ομότιμος καθηγητής του ΕΜΠ.

Στο πλαίσιο της αρθρογραφίας μου στο in, τακτικής και επίκαιρης, έχω αναφερθεί κατ’ επανάληψιν στα προβλήματα που θίγει στο κείμενό του ο Ζάννος: στην αγλωσσία, στον βιασμό του εγκατεστημένου γλωσσικού αισθήματος, στη γλωσσική αποπτώχευση, στην παθολογία της δημοσιογραφικής γλώσσας, στη σχέση δημοσιογραφίας και κοινού περί γλώσσας αισθήματος.

Όσον αφορά πιο συγκεκριμένα την πολυεπίπεδη σχέση του δημοσιογραφικού επαγγέλματος με τη γλώσσα, το γνωστικό έλλειμμα της συντριπτικής πλειονότητας των λειτουργών του Τύπου —αφανών και σπουδαιοφανών— είναι ολοφάνερο, ενώ οι απαράδεκτες γλωσσικές διατυπώσεις ξεπερνούν καθημερινά τα όρια της αναγνωστικής και ακροαματικής αντοχής ενός ανθρώπου με υγιές γλωσσικό αισθητήριο.

Πέρα από το δύσμοιρο άμεσα, που κακοπαθαίνει κάθε ώρα και στιγμή, ενδεικτικά αναφέρω, ως αναπόσπαστο τμήμα του λεξιλογίου του συρμού, τις λέξεις διαχειρίζομαι και διαχείριση (καταχρηστική σημασία), εκτιμώ και εκτίμηση (αλόγιστη και αναιτιολόγητη χρήση), κομβικός (λέξη μέχρι πρότινος στα αζήτητα), επικοινωνώ (ως ρήμα μεταβατικό, ο Θεός να μας φυλάει), ανησυχεί (αντί του προκαλεί ή εμπνέει ανησυχία), επί της ουσίας (που δεν είναι βεβαίως το ίδιο με το κατ’ ουσίαν ή στην ουσία).

Όσο για τα στερεότυπα της σύγχρονης αθλητικής δημοσιογραφίας ειδικότερα, δύο μόνο παραδείγματα αρκούν για να φανεί η κυρίαρχη γλωσσική και πνευματική ένδεια: το ακαταλαβίστικο άμεσο ποδόσφαιρο και η επαναλαμβανόμενη μέχρι εξαντλήσεως διαχείριση της φάσης, του αγώνα ή του αποτελέσματος.

Πηγή περιεχομένου: in.gr

Loading

Play