Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αποφάσισε στην κυριακάτικη ανάρτησή του να κάνει πάλι αυτό που ξέρει καλά: να παρουσιάσει την Ελλάδα σαν ένα καλοκουρδισμένο ψηφιακό κράτος, όπου όλα αλλάζουν, όλα προχωρούν, όλα εκσυγχρονίζονται και όλα λύνονται με ένα login στο Gov.gr.
Μόνο που η πραγματικότητα έχει την κακή συνήθεια να μη χωράει σε κυβερνητικό newsletter.
Ο πρωθυπουργός ξεκινά με το VAR και το ποδόσφαιρο, για να περάσει στο Gov.gr. Ωραίο επικοινωνιακό εύρημα, μόνο που στην πολιτική το πρόβλημα δεν είναι αν υπάρχει VAR. Το πρόβλημα είναι ποιος κρατάει το χειριστήριο, ποιος αποφασίζει τι θα προβληθεί στην οθόνη και ποιος σφυρίζει τελικά το φάουλ.
Γιατί ναι, το Gov.gr διευκόλυνε εκατομμύρια πολίτες. Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν θα πει ότι η ψηφιοποίηση δεν ήταν χρήσιμη. Το ερώτημα όμως είναι άλλο: μπορεί μια ψηφιακή υπεύθυνη δήλωση να κρύψει ένα κράτος που σε κρίσιμους τομείς παραμένει αργό, άδικο, υποστελεχωμένο και βαθιά άνισο;
Ο κ. Μητσοτάκης μιλά για κράτος «γρήγορο, απλό, διαφανές και φιλικό προς τον πολίτη». Ωραία. Πείτε το αυτό στον ασθενή που περιμένει ώρες στα Επείγοντα. Πείτε το στον πολίτη που ψάχνει ραντεβού σε δημόσια δομή υγείας. Πείτε το στον άνθρωπο που μπλέκει με τη Δικαιοσύνη και μαθαίνει ότι η υπόθεσή του μπορεί να συζητηθεί μετά από χρόνια. Πείτε το στον πολίτη που ζει στην περιφέρεια και βλέπει τις υπηρεσίες να απομακρύνονται, ενώ του λένε ότι «όλα γίνονται ψηφιακά».
Η κυβέρνηση έχει ανακαλύψει ένα βολικό μοτίβο: όπου υπάρχει πραγματικό πρόβλημα, εμφανίζεται μια πλατφόρμα. Δεν έχεις γιατρούς; Τηλεϊατρική. Δεν έχεις γρήγορη Δικαιοσύνη; Ηλεκτρονική πλατφόρμα. Δεν έχεις εμπιστοσύνη στο κράτος; Gov.gr. Δεν έχεις επαρκή ελέγχους; Ψηφιακό Κτηματολόγιο.
Μόνο που η τεχνολογία δεν είναι πολιτική βούληση από μόνη της. Είναι εργαλείο. Και ένα εργαλείο μπορεί να γίνει μεταρρύθμιση, αλλά μπορεί να γίνει και επικοινωνιακό μακιγιάζ πάνω σε χρόνιες παθογένειες.
Το πιο χαρακτηριστικό σημείο της ανάρτησης είναι η αναφορά στο κύκλωμα εκβιασμών και χρηματισμού στις πολεοδομίες. Ο πρωθυπουργός το παρουσιάζει ως απόδειξη ότι «δεν υπάρχουν άβατα» και «δεν υπάρχουν ανέγγιχτοι». Μόνο που εδώ υπάρχει ένα ερώτημα που δεν απαντάται με πανηγυρικούς τόνους: όταν αποκαλύπτεται κύκλωμα σε δημόσια υπηρεσία, αυτό δείχνει μόνο ότι το κράτος το χτύπησε ή δείχνει και ότι το κράτος το άφησε να ριζώσει;
Γιατί δεν γίνεται κάθε φορά που αποκαλύπτεται μια εστία διαφθοράς να πανηγυρίζει η κυβέρνηση σαν να έπιασε εξωτερικό εχθρό. Οι πολεοδομίες, οι εφορίες, οι δημόσιες υπηρεσίες, οι μηχανισμοί ελέγχου δεν λειτουργούν σε άλλο πλανήτη. Είναι κομμάτι του ίδιου κράτους που η κυβέρνηση διοικεί εδώ και χρόνια.
Το «δεν υπάρχουν ανέγγιχτοι» ακούγεται ωραίο. Αλλά για να πείσει, πρέπει να ισχύει παντού. Όχι μόνο για τον υπάλληλο που πιάνεται με φακελάκι. Όχι μόνο για το τοπικό κύκλωμα. Όχι μόνο για εκείνους που δεν έχουν πολιτική ισχύ. Να ισχύει και όταν η υπόθεση αγγίζει κέντρα εξουσίας. Να ισχύει και όταν υπάρχουν πολιτικές ευθύνες. Να ισχύει και όταν η διαφάνεια δεν συμφέρει επικοινωνιακά.
Ο πρωθυπουργός μιλά και για το νέο ΕΣΥ. Εδώ το αφήγημα γίνεται ακόμη πιο βαρύ. Γιατί το ΕΣΥ δεν χρειάζεται μόνο βραχιολάκια, τηλεϊατρική και ανακαινισμένα ΤΕΠ. Χρειάζεται προσωπικό, μόνιμες προσλήψεις, αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας, πραγματική πρόσβαση, ισχυρή πρωτοβάθμια φροντίδα και δημόσια υγεία που να μη σπρώχνει τον πολίτη στην τσέπη του.
Αν το κράτος φτάνει στον πολίτη μόνο μέσα από μια οθόνη, αλλά δεν φτάνει με γιατρό, νοσηλευτή, ασθενοφόρο και αξιοπρεπή περίθαλψη, τότε κάτι δεν πάει καλά με το νέο ΕΣΥ.
Στη Δικαιοσύνη, πάλι, ο πρωθυπουργός παραδέχεται σχεδόν μόνος του το πρόβλημα: υπάρχουν υποθέσεις που φτάνουν να έχουν δικάσιμο ακόμα και για το 2038. Και η απάντηση είναι πάλι μια πλατφόρμα. Μα αν το 2026 χρειάζεται να πεις στον πολίτη ότι ίσως η υπόθεσή του επιταχυνθεί κατά μία δεκαετία, είναι ομολογία θεσμικής καθυστέρησης.
Το ίδιο μοτίβο συνεχίζεται και στον σιδηρόδρομο. Κάθε τεχνική εξέλιξη παρουσιάζεται σαν ιστορικό βήμα, λες και η χώρα δεν πλήρωσε με τον πιο τραγικό τρόπο τις καθυστερήσεις, τα κενά και τις ευθύνες ετών. Ο εκσυγχρονισμός του σιδηροδρόμου δεν μπορεί να γίνεται αντικείμενο πανηγυρισμού χωρίς μνήμη. Γιατί όταν μιλάς για σηματοδότηση και τηλεδιοίκηση, η κοινωνία ακούει κάτι πολύ πιο βαρύ από έναν τεχνικό όρο.
Ακόμη και η Θεσσαλονίκη μπαίνει στην ανάρτηση ως σκηνικό επιτυχίας. Μητροπολιτικό Πάρκο Παύλου Μελά, έργα, αναπλάσεις, πολιτισμός. Μόνο που η Θεσσαλονίκη ξέρει καλά από μεγάλα λόγια, κορδέλες και καθυστερήσεις. Η πόλη έχει ακούσει πολλές φορές ότι «αλλάζει». Το ερώτημα είναι αν αλλάζει για τους κατοίκους της ή για τις φωτογραφίες της επόμενης κυβερνητικής ανάρτησης.
Η κυριακάτικη ανασκόπηση του Κυριάκου Μητσοτάκη επιχειρεί να χτίσει μια εικόνα χώρας που προχωρά με σχέδιο, ταχύτητα και αποφασιστικότητα. Όμως πίσω από κάθε ωραία λέξη υπάρχει ένα δύσκολο ερώτημα.
Αν όλα πάνε τόσο καλά, γιατί οι πολίτες αισθάνονται ότι πρέπει να πληρώνουν περισσότερο για να ζουν χειρότερα;
Αν το κράτος έγινε τόσο αποτελεσματικό, γιατί η καθημερινότητα παραμένει τόσο εξαντλητική;
Αν δεν υπάρχουν άβατα, γιατί η λογοδοσία μοιάζει πάντα πιο εύκολη προς τα κάτω και πιο δύσκολη προς τα πάνω;
Και αν πράγματι «το κράτος μπορεί να τα βάλει με οποιονδήποτε και να κερδίσει», όπως λέει ο πρωθυπουργός, τότε ας ξεκινήσει από το πιο δύσκολο: να τα βάλει με τον ίδιο του τον εαυτό.
Γιατί το πρόβλημα δεν είναι ότι η Ελλάδα δεν έχει πλατφόρμες. Το πρόβλημα είναι ότι πολλές φορές έχει πλατφόρμες χωρίς κράτος πίσω τους.
![]()

