Η εποχή που οι εταιρείες επιβράβευαν τη μαζική χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης φαίνεται να τελειώνει. Μέχρι πριν από λίγους μήνες, επιχειρήσεις ενθάρρυναν τους υπαλλήλους τους να καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες tokens, τη βασική μονάδα μέτρησης της χρήσης της AI. Πλέον, αυτή η πρακτική υποχωρεί.
Μικρές και μεγάλες εταιρείες στις ΗΠΑ έχουν αρχίσει να στρέφονται σε φθηνότερα μοντέλα, ανάμεσά τους και ορισμένα που έχουν αναπτυχθεί στην Κίνα.
Σύμφωνα με τη The Wall Street Journal, επιχειρήσεις σε όλη τη χώρα υιοθετούν αυτή τη ριζοσπαστική επιλογή, η οποία μπορεί να αλλάξει τον κλάδο που τροφοδοτεί την παγκόσμια οικονομία.
Γιατί συμβαίνει αυτό;
Όπως αναφέρουν ειδικοί του κλάδου, οι εταιρείες δεν χρειάζεται να δαπανούν τεράστια ποσά για την τεχνητή νοημοσύνη, αλλά να επιλέγουν το κατάλληλο εργαλείο για κάθε ανάγκη. Αυτό δεν σημαίνει ότι εγκαταλείπουν τα υπερ-μοντέλα της OpenAI και της Anthropic. Πολλές τα χρησιμοποιούν μόνο στις πιο απαιτητικές εργασίες και για τις απλές προτιμούν φθηνότερα μοντέλα.
«Είναι σαν να οδηγείς μια Lamborghini για να πας στο σούπερ μάρκετ να αγοράσεις γάλα, ενώ το αυτοκίνητο έχει σχεδιαστεί για να τρέχει σε πίστα», είπε χαρακτηριστικά ο Μάικ Σέικς, πρώην επενδυτικός τραπεζίτης και σημερινό στέλεχος της Cursor, εταιρείας που εξαγοράστηκε από τη SpaceX, σε συνέντευξή του.
Ο ρόλος του είναι να συμβουλεύει επιχειρήσεις για το πώς μπορούν να μετρούν και να βελτιώνουν την απόδοση των επενδύσεών τους στην τεχνητή νοημοσύνη. Η εταιρεία ονομάζει αυτή τη διαδικασία tokenomics, αναφερόμενη στα tokens, τη βασική μονάδα μέτρησης της χρήσης της τεχνητής νοημοσύνης.
Η εξοικονόμηση πόρων —ή, όπως λένε στην Cursor, η tokenomical προσέγγιση— σηματοδοτεί μια θεαματική αλλαγή νοοτροπίας.
Η Anthropic και η OpenAI πέρασαν χρόνια ανταγωνιζόμενες για την πρωτοκαθεδρία στην τεχνητή νοημοσύνη, επιδιώκοντας να δημιουργήσουν ολοένα πιο προηγμένα και ακριβά μοντέλα.
Τώρα, όμως, διαπιστώνουν ότι οι επιχειρήσεις αναζητούν και πιο απλές λύσεις. Η αυξανόμενη δημοτικότητα αυτών των μοντέλων έχει ανατρέψει τα δεδομένα στην αγορά της AI, απειλώντας τις υψηλές αποτιμήσεις των δύο εταιρειών, καθώς ετοιμάζονται για την εισαγωγή τους στο χρηματιστήριο.
Η αλλαγή έχει και γεωπολιτική διάσταση, φέρνοντας αντιμέτωπες τις δύο μεγαλύτερες οικονομικές δυνάμεις του κόσμου. Τα πιο γνωστά αμερικανικά μοντέλα είναι γενικά κλειστού τύπου, καθώς ελέγχονται αυστηρά από τις εταιρείες που τα αναπτύσσουν. Η Κίνα, αντίθετα, είναι γνωστή για τα φθηνότερα μοντέλα ανοικτών βαρών (open-weight), που μπορούν να μεταφορτωθούν και να προσαρμοστούν στις ανάγκες του χρήστη.
Ανεξάρτητα από την εξέλιξη αυτής της αντιπαράθεσης, πολλοί επενδυτές και στελέχη που επικαλείται η αμερικανική εφημερίδα εκτιμούν ότι η εποχή της φθηνότερης τεχνητής νοημοσύνης ήρθε για να μείνει. Ήδη αρκετές αμερικανικές εταιρείες έχουν παρουσιάσει ή αναπτύσσουν νέα ανοικτά μοντέλα.
Οι εταιρείες της Silicon Valley ήταν οι πρώτες που άρχισαν να αντιμετωπίζουν την τεχνητή νοημοσύνη όπως κάθε άλλο προϊόν, αναζητώντας την καλύτερη σχέση τιμής και απόδοσης. Τις τελευταίες εβδομάδες, η πρακτική αυτή επεκτείνεται και σε άλλους κλάδους.
«Δεν βλέπω καμία απολύτως πίστη σε κάποιον προμηθευτή», λέει ο Μάρτι Κάουσας, διευθύνων σύμβουλος της Pylon, μιας πλατφόρμας εξυπηρέτησης πελατών με τεχνητή νοημοσύνη. «Αυτή τη στιγμή μοιάζει με πραγματική σφαγή. Οι εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης προσφέρουν στους πελάτες συμφωνίες σαν τρελές για να τους κρατήσουν», πρόσθεσε.
Σύμφωνα με τον Σέικς, οι στρατηγικές για τη μείωση του κόστους περιλαμβάνουν τον περιορισμό της πρόσβασης στα κορυφαία μοντέλα για τους νεοπροσληφθέντες, αλλά και τη χρήση των πιο προηγμένων συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης για τον σχεδιασμό μιας εργασίας, πριν τα φθηνότερα μοντέλα αναλάβουν την εκτέλεσή της.
Η στρατηγική αυτή αποδίδει και στην πράξη.
Πρόσφατα, η Cursor πραγματοποίησε πείραμα για να αξιολογήσει το κόστος δημιουργίας ενός προγράμματος περιήγησης στο διαδίκτυο από το μηδέν. Η ολοκλήρωση όλου του έργου αποκλειστικά με το GPT-5.5 της OpenAI κόστισε λίγο περισσότερο από 10.000 δολάρια. Αντίθετα, ο συνδυασμός του μοντέλου προγραμματισμού Composer της Cursor με το Opus 4.8 της Anthropic κόστισε μόλις 1.339 δολάρια.
«Το καλύτερο μοντέλο για μια εργασία άλλαζε παλαιότερα κάθε λίγους μήνες», λέει ο Σέικς. «Τώρα μοιάζει να αλλάζει πολλές φορές μέσα στην ίδια εβδομάδα».
Πηγή περιεχομένου: in.gr
![]()
