Καταλαβαίνω ότι κάποιοι άνθρωποι δεν θέλουν να αλλάξει η κυβέρνηση. Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις είναι γύρω στο 25%. Αυτό, για κάποιους, αντανακλά ιδεολογικές επιλογές ή την εκτίμηση ότι η συγκεκριμένη κυβέρνηση υπερασπίστηκε τα συμφέροντά τους.
Την ίδια στιγμή, όμως, η υπόλοιπη ελληνική κοινωνία θέλει να αλλάξουν τα πράγματα, αν και αναγνωρίζεται από θέση αρχής το δικαίωμα κάποιου να στηρίζει τη Νέα Δημοκρατία.
Το πρόβλημα, όπως περιγράφεται στο κείμενο, αφορά όσους δεν μένουν στην υποστήριξη της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη, αλλά επιχειρούν με επικίνδυνες υπεραπλουστεύσεις και ισοπέδωση των πάντων να πείσουν ότι πρόκειται και για τη μόνη ορθολογική επιλογή. Με άλλα λόγια, λένε ότι είναι για το ψυχιατρείο όσοι πιστεύουν πως η χώρα χρειάζεται πολιτική αλλαγή και αναζητούν εναλλακτική.
Ο αρθρογράφος διερωτάται από πού αντλούν αυτή την αλαζονεία και τη βεβαιότητα και με ποιο δικαίωμα χλευάζουν τη λαϊκή κρίση και βούληση, όπως αποτυπώνεται στις δημοσκοπήσεις. Με βάση όσα καταγράφονται, η κυβέρνηση αυτή τη στιγμή έχει κακή βαθμολογία σε όλους τους τομείς και η κοινωνία, στη μεγάλη πλειοψηφία της, εμφανίζεται εχθρική απέναντί της.
Σε αυτό το πλαίσιο, λέει πως μπορεί να γίνει κατανοητός κάποιος που θα προέτρεπε την κυβέρνηση να πάρει φιλολαϊκά μέτρα, να κάνει αυτοκριτική και να διορθώσει την πολιτική της στόχευση, ακριβώς επειδή η κοινωνία είναι τόσο εχθρική.
Αντίθετα, υποστηρίζει ότι το να λες πως η πλειοψηφία της κοινωνίας, στην ουσία, δεν ξέρει τι της γίνεται, δεν είναι δημοκρατική στάση.
Η λογική αυτή, κατά το κείμενο, θυμίζει τις απόψεις των συντηρητικών οπαδών του Παλαιού Καθεστώτος τον 19ο αιώνα, που έλεγαν πως το πρόβλημα με τη δημοκρατία ήταν ότι θα έδινε εξουσία στους φτωχούς, οι οποίοι στα μάτια τους δεν είχαν εκ φύσεως τις διανοητικές ικανότητες να αποφασίζουν για το μέλλον μιας χώρας.
Και σήμερα, υποστηρίζεται ότι βλέπουμε κάτι ανάλογο. Δεν θεωρείται τυχαίο ότι όσοι λένε πως είναι για το ψυχιατρείο όσοι υποστηρίζουν την ανάγκη πολιτικής αλλαγής και πιστεύουν πως αυτή είναι εφικτή, είναι οι ίδιοι που το 2015 ισχυρίζονταν -προσφέροντας πολύτιμες υπηρεσίες στην τρόικα εσωτερικού και εξωτερικού- πως η μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας, που υπέφερε από την ανθρωπιστική καταστροφή και υποστήριξε το ΟΧΙ, δεν είχε επαφή με την πραγματικότητα και οδηγούσε τη χώρα στα βράχια.
Ούτε, συνεχίζει το κείμενο, είναι τυχαίο ότι από τότε παραμένει αυτό το ιδιαίτερο μίσος για όσους ανθρώπους δεν ήταν ούτε με τα μνημόνια ούτε με τη σημερινή διακυβέρνηση. Η αντίληψη που περιγράφεται είναι ότι μόνο το ένα τρίτο της ελληνικής κοινωνίας θα έπρεπε να έχει αληθινό δικαίωμα πολιτικής συμμετοχής, ενώ οι περισσότερες πολιτικές παρατάξεις -περίπου όλες εκτός από τη Νέα Δημοκρατία και όσα στελέχη του ΠΑΣΟΚ θα ήθελαν συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία– δεν θα έπρεπε καν να συμμετέχουν στη Βουλή, παρά μόνο με την προϋπόθεση ότι δεν θα μιλούν πολύ και θα αποδέχονται να είναι για πάντα στην αντιπολίτευση.
Για αυτούς τους δημοσιολογούντες, μικρή σημασία έχει ότι έχουν χάσει κάθε επαφή με την πραγματικότητα, ιδίως με εκείνη που βιώνουν τα λαϊκά στρώματα και η μεσαία τάξη. Τους αρκεί να αισθάνονται πως παραμένουν κοντά στους διαδρόμους μιας εξουσίας που εξακολουθεί να τους θεωρεί χρήσιμους – αν και το χρήσιμους ηλίθιους θα ήταν, όπως σημειώνεται, πιο ακριβής περιγραφή.
Γι’ αυτό και πλέον έχουν φτάσει στο σημείο να μιλούν τόσο απαξιωτικά για τα κόμματα της αντιπολίτευσης, για τους ψηφοφόρους τους και φυσικά για τους ηγέτες αυτών των κομμάτων, με το κείμενο να θέτει το ερώτημα αν ποτέ στο παρελθόν θα τολμούσε κάποιος να γράψει ή να πει ότι όποιον επιθυμεί πολιτική αλλαγή στη χώρα, πρέπει να έρθουν να τον παραλάβουν οι κύριοι με τις άσπρες μπλούζες.
Στο τέλος, το άρθρο καταλήγει ότι, αν κάποιος θα έπρεπε πράγματι να ζητήσει μια στοιχειώδη εξέταση για το αν μπορεί να αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα, είναι όσοι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι οποιαδήποτε πολιτική αλλαγή στη χώρα θα ήταν καταστροφή.
Και προσθέτει πως μια τέτοια επίσκεψη ίσως ήταν αποκαλυπτική για το ότι πλέον πιθανώς πρέπει να πάρουν σύνταξη και να σταματήσουν να εκτίθενται με ορατό κίνδυνο τη γελοιοποίηση. Γιατί, όπως αναφέρεται, από ένα σημείο και μετά δεν αρκεί να μπορείς ακόμη να χτυπήσεις το πληκτρολόγιο, αλλά πρέπει να μπορείς να πεις και κάτι ουσιαστικό. Σε τελική ανάλυση, ας το θεωρήσουν και τιμητική αποστρατεία.
![]()
