Έχετε αναρωτηθεί ποτέ γιατί συνεχίζετε μια συγκεκριμένη συμπεριφορά, παρότι ξέρετε ότι είναι λάθος και δεν σας βοηθά; Η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία δίνει απαντήσεις για την αναβλητικότητα, τη χρήση του κινητού, την αποφυγή δύσκολων συζητήσεων και τις αντιδράσεις που επαναλαμβάνονται σε καταστάσεις άγχους.
Σύμφωνα με τη γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία (CBT), η συμπεριφορά μας συνδέεται στενά με τις σκέψεις και τις πεποιθήσεις που βρίσκονται πίσω της. Όταν καταλάβουμε τι σκεφτόμαστε τη στιγμή που επαναλαμβάνουμε μια μη βοηθητική συμπεριφορά, μπορούμε να αρχίσουμε να την αλλάζουμε.
Κάποιος μπορεί, για παράδειγμα, να δυσκολεύεται να φτάσει έγκαιρα στη δουλειά επειδή μένει ξύπνιος μέχρι αργά παίζοντας βιντεοπαιχνίδια. Μπορεί να λέει στον εαυτό του «άλλα δέκα λεπτά δεν πειράζουν», χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι τα δέκα λεπτά μπορεί τελικά να γίνουν ώρες.
Το ίδιο μπορεί να συμβαίνει και το πρωί, όταν χτυπά το ξυπνητήρι. Η σκέψη «θα πατήσω μόνο μία φορά την αναβολή» μπορεί να οδηγεί σε επαναλαμβανόμενη αναβολή και, τελικά, σε καθυστέρηση.
Η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία (CBT) χρησιμοποιεί τεχνικές που μπορούν να βοηθήσουν στην αλλαγή τέτοιων συνηθειών. Ένα πρώτο βήμα είναι να εξετάσει κανείς τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της συμπεριφοράς του και να αναρωτηθεί κατά πόσο αυτή συμβαδίζει με τις προσωπικές του αξίες και τους στόχους του.
Στη συνέχεια, μπορεί να αναγνωρίσει τις σκέψεις που ενισχύουν τη συγκεκριμένη συμπεριφορά και να τις αντικαταστήσει με πιο ρεαλιστικές υπενθυμίσεις. Για παράδειγμα, αντί για «δεν πειράζει να συνεχίσω λίγο ακόμη», μπορεί να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η προσωρινή απογοήτευση από το να σταματήσει μια ευχάριστη δραστηριότητα μπορεί να είναι προτιμότερη από τις συνέπειες της επόμενης ημέρας.
Μικρές πρακτικές αλλαγές, όπως συγκεκριμένες ώρες για τη διακοπή μιας δραστηριότητας και υπενθυμίσεις στο κινητό, μπορούν επίσης να διευκολύνουν τη νέα συμπεριφορά. Με την επανάληψη, μια διαφορετική επιλογή μπορεί σταδιακά να γίνει νέα συνήθεια.
Σε άλλες περιπτώσεις, όμως, η αλλαγή δεν είναι τόσο απλή. Για παράδειγμα, όταν ένας άνθρωπος δυσκολεύεται να διεκδικήσει τα δικαιώματά του, δεν εκφράζει παράπονα, αποφεύγει τις συγκρούσεις και παραμένει σιωπηλός όταν δέχεται άδικη κριτική.
Οι εμπειρίες της παιδικής ηλικίας μπορεί να έχουν συμβάλει στη δημιουργία βαθύτερων αρνητικών πεποιθήσεων, όπως το «δεν είμαι ικανός» και το «είναι πιθανό να πληγωθώ». Έτσι, έχει μάθει να βρίσκεται διαρκώς σε επιφυλακή και να αποφεύγει καταστάσεις στις οποίες υπήρχε κίνδυνος κριτικής. Η αποφυγή, όμως, τελικά ενισχύει το πρόβλημα.
Η CBT βοηθά το άτομο να αναγνωρίσει τις σκέψεις και τις πεποιθήσεις που οδηγούν σε συγκεκριμένες συμπεριφορές και στη συνέχεια να τις εξετάσει στην πράξη. Μέσα από μικρά πειράματα, μπορεί να δοκιμάσει νέους τρόπους αντίδρασης και να διαπιστώσει αν οι φόβοι του επιβεβαιώνονται.
Έτσι, η κατανόηση του γιατί πίσω από μια επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά μπορεί να αποτελέσει το πρώτο βήμα για να δημιουργηθεί ένας διαφορετικός τρόπος σκέψης και δράσης.
* Πηγή: Vita
![]()
