Για δεκαετίες, στους ασθενείς με καρκίνο επαναλαμβανόταν η ίδια οδηγία: «Ξεκουραστείτε. Κρατήστε δυνάμεις. Μην κουράζεστε». Η σύσταση αυτή δινόταν με καλή πρόθεση, όμως σήμερα είναι γνωστό ότι η παρατεταμένη αδράνεια όχι μόνο δεν αντιμετωπίζει την καρκινική κόπωση, αλλά μπορεί και να την επιδεινώσει.
Η ακινησία προκαλεί απώλεια μυϊκής μάζας και δύναμης, περιορίζει την καρδιοαναπνευστική ικανότητα και οδηγεί σε συνολική αποδυνάμωση. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: όσο λιγότερο κινείται ο ασθενής, τόσο δυσκολότερο γίνεται να κινηθεί και να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της θεραπείας και της καθημερινότητας.
Η αντίληψη αυτή αλλάζει πλέον ριζικά. Η άσκηση στην ογκολογία δεν είναι απλώς μια σύσταση υγιεινού τρόπου ζωής. Είναι θεραπευτική παρέμβαση που πρέπει να αποτελεί μέρος της συνολικής ογκολογικής φροντίδας.
Τα οφέλη της είναι καλά τεκμηριωμένα. Η συστηματική άσκηση μπορεί να μειώσει την κόπωση, να διατηρήσει τη μυϊκή μάζα και τη λειτουργικότητα, να προστατεύσει τα οστά και το καρδιαγγειακό σύστημα και να βελτιώσει την ποιότητα ζωής. Παράλληλα, επηρεάζει βιολογικούς μηχανισμούς που ενδιαφέρουν άμεσα την ογκολογία, όπως η χρόνια φλεγμονή, ο μεταβολισμός, η αιμάτωση και η λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.
Τα τελευταία χρόνια, όμως, το ερώτημα προχώρησε ένα βήμα παραπέρα: μπορεί η άσκηση να επηρεάσει και την ίδια την πορεία του καρκίνου;
Μια σημαντική απάντηση έδωσε η μελέτη CHALLENGE το 2025, μια μεγάλη διεθνής τυχαιοποιημένη μελέτη φάσης ΙΙΙ σε ασθενείς με χειρουργημένο καρκίνο παχέος εντέρου, μετά την ολοκλήρωση επικουρικής χημειοθεραπείας. Ένα δομημένο, τριετές πρόγραμμα άσκησης οδήγησε σε σημαντική βελτίωση τόσο της ελεύθερης νόσου όσο και της συνολικής επιβίωσης.
Πρόκειται για ένα σημαντικό ορόσημο. Δεν σημαίνει ότι τα συγκεκριμένα αποτελέσματα μπορούν να γενικευτούν σε κάθε μορφή καρκίνου. Δείχνει, όμως, ότι σε έναν συγκεκριμένο ογκολογικό πληθυσμό η άσκηση μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο το πώς αισθάνεται και λειτουργεί ο ασθενής, αλλά ακόμη και την έκβαση της νόσου.
Αν η άσκηση ήταν φάρμακο, πιθανότατα θα συζητούσαμε ήδη πώς θα τη συνταγογραφήσουμε.
Στο Αμερικανικό Συνέδριο Ογκολογίας (ASCO) 2026 παρουσιάστηκε και η οικονομική ανάλυση της CHALLENGE, προσθέτοντας μια ακόμη ενδιαφέρουσα διάσταση: το οργανωμένο πρόγραμμα άσκησης δεν συνδέθηκε μόνο με καλύτερες εκβάσεις για τους ασθενείς, αλλά αποδείχθηκε και οικονομικά συμφέρον για το σύστημα υγείας.
Το μήνυμα είναι σημαντικό. Η οργανωμένη θεραπευτική άσκηση απαιτεί πόρους, επαγγελματίες και υποδομές. Ωστόσο, όταν μια παρέμβαση μπορεί να συμβάλει στη μείωση των υποτροπών και του μελλοντικού θεραπευτικού φορτίου, η χρηματοδότησή της δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως πρόσθετο κόστος. Μπορεί να αποτελεί επένδυση που παράγει ταυτόχρονα περισσότερη υγεία και καλύτερη αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων.
Και τι συμβαίνει στην Ελλάδα;
Αυτό ακριβώς το κενό ανάμεσα στην επιστημονική γνώση και στην καθημερινή κλινική πράξη θελήσαμε να διερευνήσουμε σε πανελλαδική μελέτη που πραγματοποιήσαμε σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και παρουσιάστηκε επίσης στο ASCO 2026. Πρόκειται για μία από τις λίγες αντίστοιχες μελέτες που έχουν διεξαχθεί στην Ευρώπη.
Στην έρευνα συμμετείχαν οι ειδικοί και ειδικευόμενοι παθολόγοι-ογκολόγοι της χώρας. Τα αποτελέσματα ανέδειξαν μια ενδιαφέρουσα αντίφαση: οι Έλληνες ογκολόγοι αναγνωρίζουν τη σημασία της άσκησης, αλλά δυσκολεύονται να μετατρέψουν αυτή την πεποίθηση σε συστηματική κλινική πρακτική.
Οι γνώσεις, η αντιλαμβανόμενη κλινική ικανότητα και η πραγματική εφαρμογή της άσκησης καταγράφηκαν σε χαμηλά επίπεδα. Μεταξύ των συχνότερων εμποδίων ήταν η έλλειψη επίσημης εκπαίδευσης, ο περιορισμένος χρόνος της ιατρικής επίσκεψης, η απουσία οργανωμένων διαδρομών παραπομπής και η περιορισμένη διαθεσιμότητα εξειδικευμένων επαγγελματιών άσκησης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε ότι η γνώση και, ακόμη περισσότερο, η αίσθηση κλινικής επάρκειας σχετίζονταν ισχυρά με το κατά πόσο οι ογκολόγοι ενσωμάτωναν πραγματικά την άσκηση στη φροντίδα των ασθενών τους.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι πλέον μόνο επιστημονικό. Είναι και οργανωτικό. Δεν αρκεί να γνωρίζουμε ότι η άσκηση βοηθά. Χρειαζόμαστε εκπαίδευση, διεπιστημονική συνεργασία, κατάλληλους επαγγελματίες και σαφείς διαδρομές παραπομπής. Και κυρίως, χρειάζεται να ξεπεράσουμε το αόριστο «προσπαθήστε να παραμείνετε δραστήριοι». Η θεραπευτική άσκηση έχει «δόση»: συχνότητα, ένταση, διάρκεια και προοδευτικότητα. Πρέπει να εξατομικεύεται ανάλογα με τη νόσο, τη θεραπεία, τα συμπτώματα και τη φυσική κατάσταση κάθε ασθενούς.
Η πρόκληση πλέον δεν είναι να αποδείξουμε ότι η άσκηση έχει αξία. Είναι να δημιουργήσουμε ένα σύστημα που θα επιτρέπει να τη συνταγογραφούμε και να την εφαρμόζουμε.
Η πρόοδος στην ογκολογία δεν θα έρχεται μόνο από τα νέα φάρμακα, αλλά και όταν θα καταφέρουμε να μετατρέψουμε όσα ήδη γνωρίζουμε ότι λειτουργούν σε πραγματική, προσβάσιμη φροντίδα για τους ασθενείς μας.
![]()
