Έως 12,7% μπορεί να ενισχυθεί το ΑΕΠ από την αναβάθμιση των ελληνικών πανεπιστημίων

Έως 12,7% μπορεί να ενισχυθεί το ΑΕΠ από την αναβάθμιση των ελληνικών πανεπιστημίων

Έως και 12,7% θα μπορούσε να ενισχυθεί μακροχρόνια το ΑΕΠ της Ελλάδας, αν η χώρα πλησιάσει σε ποιότητα τα πιο ανεπτυγμένα συστήματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και επιστημονικής έρευνας. Αυτό δείχνει νέα μελέτη της Μονάδας Οικονομικής Ανάλυσης και Έρευνας της Eurobank με τίτλο «Η τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα: μεγέθη, προκλήσεις και δυνητική συνεισφορά στην ανάπτυξη», η οποία καταγράφει τόσο τη δυναμική των ελληνικών πανεπιστημίων όσο και τα ζητήματα που παραμένουν σε ποιότητα σπουδών, σύνδεση με την αγορά εργασίας, έρευνα και προσέλκυση ξένων φοιτητών. Συγγραφείς της μελέτης είναι οι Δρ. Τάσος Αναστασάτος, Επικεφαλής Οικονομολόγος της Eurobank, και Δρ. Κωνσταντίνος Πέππας, Ερευνητής Οικονομολόγος.

ΕΕ Αντιπροσωπεία στην ΕλλάδαΗ Ευρωπαϊκή Ένωση στη ΔΕΘ — Δείτε το video

ΠΡΟΣΒΑΣΙΜΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

– Το ελληνικό σύστημα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης παρουσιάζει το υψηλότερο μέσο ποσοστό στην ΕΕ-27 όσον αφορά τη συμμετοχή των νέων στα πανεπιστήμια

– Ο αριθμός των μεταπτυχιακών φοιτητών υπερ-οκταπλασιάστηκε μεταξύ 2001-2023 (στους 106,8 χιλ.) και των διδακτορικών σχεδόν τριπλασιάστηκε (στους 33,7 χιλ.)

Η Ελλάδα εμφανίζει υψηλή ζήτηση για σπουδές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αντίστοιχα εύκολη πρόσβαση. Το ελληνικό σύστημα έχει το υψηλότερο μέσο ποσοστό στην ΕΕ-27 στη συμμετοχή των νέων 20 ετών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, με 55,7% έναντι μέσου όρου 33,1% στην ΕΕ-27, στο μέσο ποσοστό της περιόδου 2013-2024. Την περίοδο 2001-2023, πάνω από 75,0 χιλ. πρωτοετείς φοιτητές κάθε χρόνο εισέρχονταν σε ιδρύματα του πανεπιστημιακού και του τεχνολογικού τομέα, ενώ ο αριθμός των προπτυχιακών φοιτητών σε κανονικά εξάμηνα σπουδών κυμαινόταν περίπου στις 300,0 χιλ. ετησίως, με 296,8 χιλ. το 2023. Παράλληλα, η άνοδος των αποφοίτων λυκείου που μπήκαν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση συνοδεύτηκε από ακόμη ταχύτερη αύξηση όσων, αφού απέκτησαν βασικό πτυχίο, συνέχισαν με μεταπτυχιακές ή διδακτορικές σπουδές, δείχνοντας ότι όλο και περισσότεροι αναζητούν υψηλότερα ακαδημαϊκά προσόντα για να γίνουν πιο ανταγωνιστικοί στην αγορά εργασίας. Ο αριθμός των μεταπτυχιακών φοιτητών στον πανεπιστημιακό και τεχνολογικό τομέα υπερ-οκταπλασιάστηκε μεταξύ 2001 και 2023, φτάνοντας τους 106,8 χιλ., ενώ των διδακτορικών σχεδόν τριπλασιάστηκε στους 33,7 χιλ.

Η εύκολη πρόσβαση στα ιδρύματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης συνοδεύτηκε και από τριπλασιασμό του αριθμού των φοιτητών πέραν των κανονικών εξαμήνων σπουδών, οι οποίοι το 2023 έφταναν τους 447,1 χιλ. στο σύνολο του πανεπιστημιακού και τεχνολογικού τομέα, δηλαδή περίπου τρεις φορές περισσότεροι σε σχέση με το 2001. Έτσι, την περίοδο 2001-2023, ο λόγος πρωτοετείς φοιτητές προς πτυχιούχοι κινείται στο 1,5. Πλέον το ζήτημα των υπερήμερων φοιτητών έχει αντιμετωπιστεί με την καθιέρωση και εφαρμογή νόμου που, από τη μία πλευρά, θέτει όρια στη διάρκεια των σπουδών και, από την άλλη, οδήγησε στην εκκαθάριση των φοιτητικών καταλόγων των ΑΕΙ με τη διαγραφή πλέον των 300,0 χιλ. μη ενεργών φοιτητών. Παράλληλα, ο αριθμός των πτυχιούχων στο σύνολο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αυξήθηκε κατά 56,1%, φτάνοντας τους 57,3 χιλ. το 2023, με μέσο ετήσιο αριθμό 50,2 χιλ. αποφοίτων και συνολικά πάνω από 1,0 εκατ. στην υπό εξέταση περίοδο.

Η έρευνα PIAAC (2016) του ΟΟΣΑ, που αφορά τους ενηλίκους, έδειξε ότι 19% των αποφοίτων του πανεπιστημίου είναι λειτουργικά αναλφάβητοι. Η αύξηση του αριθμού των πτυχιούχων δεν συνοδεύεται αναγκαστικά από άνοδο της ποιότητας των σπουδών: παλαιότερη έρευνα PIAAC του ΟΟΣΑ, με στοιχεία έως και το 2015, έδειξε ότι 19% των αποφοίτων του πανεπιστημίου ήταν λειτουργικά αναλφάβητοι. Αντίστοιχα αποτελέσματα κατέγραψε και η έρευνα PISA του ΟΟΣΑ για μαθητές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης το 2022. Την ίδια ώρα, ενώ άλλες χώρες βελτίωσαν το σύνολο των βασικών δεξιοτήτων του πληθυσμού κατά περίπου 30%-35% από τη δεκαετία του ’50, στην Ελλάδα η αντίστοιχη βελτίωση ήταν μόλις 5%. Σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει σε άλλες χώρες, οι νέοι 25-34 ετών στην Ελλάδα έχουν περίπου ίδιες επιδόσεις στον εγγραμματισμό με τα άτομα 55-65 ετών, παρότι το ποσοστό των πτυχιούχων έχει αυξηθεί εκθετικά. Τα ευρήματα αυτά δημιουργούν προβληματισμό για το αν η αύξηση των πτυχιούχων έγινε με χαλάρωση των κριτηρίων εισδοχής και αποφοίτησης και, άρα, με χαμηλότερη ποιότητα γνώσεων και ικανοτήτων, δηλαδή αν υπάρχει πληθωρισμός πτυχίων. Οι προσμετρήσεις ποιότητας πιθανόν συνδέονται και με την έξοδο πολλών χιλιάδων νέων Ελλήνων και Ελληνίδων στο εξωτερικό για προπτυχιακές ή μεταπτυχιακές σπουδές: το 2023 ήταν 37.658, περισσότεροι από το 2008, παρά την αύξηση των διαθέσιμων θέσεων σε ελληνικά ιδρύματα. Αυτό κοστίζει στα νοικοκυριά και στην εθνική οικονομία μεγάλα ποσά συναλλάγματος και, στο βαθμό που αρκετοί μένουν στο εξωτερικό, στερεί από την ελληνική οικονομία εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό και επιβαρύνει τις δυσμενείς προβολές για την εξέλιξη του πληθυσμού.

Η Ελλάδα, το 2017 και το 2024, σημείωσε την τρίτη και τη δεύτερη χαμηλότερη επίδοση, αντίστοιχα, μεταξύ 31 χωρών στην αντιστοίχιση δεξιοτήτων με την αγορά εργασίας. Οι ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις, και ειδικά η εισαγωγή της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ), απαιτούν από την εκπαίδευση προσαρμογή των γνωστικών αντικειμένων και των μεθόδων διδασκαλίας στις νέες ανάγκες, καθώς και εκτεταμένη επανεκπαίδευση και κατάρτιση (reskilling & upskilling) του ανθρώπινου δυναμικού. Αν το εκπαιδευτικό σύστημα προσαρμοστεί γρήγορα και αποτελεσματικά, θα ακολουθήσει ταχύτερη αύξηση της παραγωγικότητας και των εισοδημάτων. Αν καθυστερήσει, η απόσταση από το κατά κεφαλήν εισόδημα των πρωτοπόρων χωρών θα μεγαλώσει. Η ανάπτυξη, για να είναι βιώσιμη μακροχρόνια, πρέπει να στηρίζεται στην άνοδο της παραγωγικότητας, με βασική προϋπόθεση ανθρώπινο δυναμικό με υψηλές δεξιότητες και γνώσεις, αλλά και soft skills, όπως ικανότητα συνεργασίας, ενσυναίσθηση και προσαρμοστικότητα στις δυναμικές του εξωτερικού περιβάλλοντος. Το πανεπιστήμιο, ως κρίσιμο τμήμα του συνολικού σχεδιασμού, πρέπει να εστιάσει στην προαγωγή της κριτικής ικανότητας και σκέψης και όχι στη στείρα αποστήθιση γνώσεων. Σύμφωνα με το CEDEFOP, η Ελλάδα το 2017 και το 2024 σημείωσε την τρίτη και τη δεύτερη χαμηλότερη επίδοση, αντίστοιχα, μεταξύ 31 χωρών στον βαθμό στον οποίο οι δεξιότητες αντιστοιχίζονται αποτελεσματικά στην αγορά εργασίας. Για να συμβάλει στην προσέλκυση καταρτισμένου ανθρώπινου δυναμικού και στη δημιουργία εισοδημάτων, η τριτοβάθμια εκπαίδευση πρέπει να επενδύσει στην ποιότητα των υπηρεσιών της, να δημιουργήσει οικοσύστημα γνώσης, έρευνας και καινοτομίας και να ενισχύσει τους δεσμούς της με την παραγωγική οικονομία. Αυτό αφορά εξίσου τα κρατικά και τα μη κρατικά ιδρύματα.

Εξίσου σημαντικό είναι το εύρημα ότι η Ελλάδα την περίοδο 2008-2025 είχε το τέταρτο υψηλότερο ποσοστό υπερ-ειδίκευσης (over-qualification rate) μεταξύ των χωρών της ΕΕ-27, ενώ το 2025 βρέθηκε στη δεύτερη θέση. Το ποσοστό αυτό αφορά εργαζομένους με τριτοβάθμια εκπαίδευση που απασχολούνται σε επαγγέλματα χαμηλής ή μεσαίας ειδίκευσης και μπορεί να διαβαστεί ως ένδειξη πληθωρισμού πτυχιούχων ή και ρηχότητας της παραγωγικής βάσης, η οποία δεν δημιουργεί επαρκείς θέσεις υψηλότερης εξειδίκευσης λόγω της κλίσης της προς τομείς χαμηλότερης γνώσης. Αντίστοιχη εικόνα μεγάλης αύξησης του αριθμού των πτυχιούχων προκύπτει και από την εξέλιξη των αποφοίτων μεταπτυχιακών και διδακτορικών προγραμμάτων. Ο αριθμός των μεταπτυχιακών υπερ-εξαπλασιάστηκε, φτάνοντας τους 26,9 χιλ. το 2023 και τους 300 χιλ. στο σύνολο της περιόδου, ενώ ο αριθμός των διδακτόρων σχεδόν τριπλασιάστηκε, στους 2,4 χιλ. το 2023 και στους 39 χιλ. συνολικά. Αντίθετα, το διδακτικό προσωπικό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης περιορίστηκε κατά 12,5% μεταξύ 2001 και 2023. Η εικόνα αυτή διαμορφώθηκε κυρίως από τη μείωση κατά 40,0% την περίοδο της κρίσης 2009-2014, λόγω περικοπών δαπανών και με βασικό όγκο τη μείωση του διδακτικού προσωπικού με σύμβαση ορισμένου χρόνου.

Χρηματοδότησης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης

– Η Ελλάδα παρουσιάζει χαμηλές – αν και αυξανόμενες – δαπάνες στο σύνολο της εκπαίδευσης αλλά άνω του μέσου όρου της ΕΕ-27 στην τριτοβάθμια εκπαίδευση

Όσον αφορά τη χρηματοδότηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, η Ελλάδα βρίσκεται σε μία από τις χαμηλότερες θέσεις στην ΕΕ-27 ως προς τις δαπάνες της εκπαίδευσης συνολικά ως ποσοστό του ΑΕΠ, αλλά εμφανίζει υψηλότερες του μέσου όρου δαπάνες στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, με αμφότερα τα ποσοστά να κινούνται ανοδικά. Οι περισσότερες κατηγορίες δαπανών αυξάνονται πριν από την οικονομική κρίση, περιορίζονται στη διάρκεια της και στη συνέχεια ακολουθούν ξανά ανοδική πορεία. Πάνω από το 80% αφορά δαπάνες αποζημίωσης εργαζομένων και ενδιάμεσης κατανάλωσης, ενώ την πενταετία 2020-2024 αυξήθηκαν σημαντικά οι επενδύσεις παγίων και έφτασαν περίπου στο μισό των συνολικών δαπανών. Συνολικά, την περίοδο 2001-2024, οι δαπάνες για τριτοβάθμια εκπαίδευση αυξήθηκαν από 1,5% σε 2,7% του συνόλου των δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης.

ΕΡΕΥΝΑ ΣΤΗΝ ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

– Ο αριθμός των επιστημονικών δημοσιεύσεων όλων των φορέων αυξήθηκε σημαντικά

– Η ποιότητα των δημοσιεύσεων επίσης βελτιώθηκε

– Η θέση της Ελλάδας συγκριτικά με τις χώρες της ΕΕ-27 στη διεθνή ανταγωνιστικότητα της επιστημονικής/ερευνητικής ικανότητας επίσης βελτιώνεται

– Συγκριτικά με την ΕΕ-27, οι δαπάνες R&D ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι χαμηλότερες αλλά η μεταξύ τους απόσταση μειώνεται με την πάροδο του χρόνου

Την περίοδο 2000-2021, ο αριθμός των επιστημονικών δημοσιεύσεων όλων των φορέων της χώρας αυξήθηκε σημαντικά, με τις περισσότερες να προέρχονται από τα πανεπιστημιακά και τεχνολογικά ιδρύματα, όπου έχουν υπερ-τετραπλασιαστεί. Μετά το 2013 υπερτερούν σε αριθμό οι δημοσιεύσεις με διεθνή συνεργασία. Η ποιότητα των δημοσιεύσεων βελτιώθηκε επίσης, όπως δείχνει ο αριθμός των αναφορών, που αυξήθηκε κατά 10,4 φορές, το ποσοστό των δημοσιεύσεων που λαμβάνουν αναφορές, που ανέβηκε κατά 22,3 π.μ., και ο δείκτης απήχησης, ο οποίος δείχνει ότι οι δημοσιεύσεις των ελληνικών πανεπιστημίων έχουν πλέον μεγαλύτερη απήχηση από τον παγκόσμιο μέσο όρο, με τη μεγαλύτερη άνοδο να καταγράφεται στις κατηγορίες του ανώτερου 1% και 5% των δημοσιεύσεων με τη μεγαλύτερη απήχηση. Υψηλότεροι δείκτες απήχησης εμφανίζονται στις Φυσικές Επιστήμες και στην Ιατρική-Επιστήμες υγείας. Η θέση της Ελλάδας, συγκριτικά με τις χώρες της ΕΕ-27, στη διεθνή ανταγωνιστικότητα της επιστημονικής και ερευνητικής ικανότητας βελτιώνεται επίσης.

Οι δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης (R&D) στα πανεπιστήμια έχουν αυξηθεί σε απόλυτο ποσό και ως ποσοστό του ΑΕΠ, αν και το μερίδιό τους στις συνολικές δαπάνες R&D της χώρας είναι μικρότερο από εκείνο των επιχειρήσεων και περιορίζεται την περίοδο 2001-2024, από 44,9% σε 25,4%. Σε σχέση με την ΕΕ-27, οι δαπάνες R&D στον χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι χαμηλότερες, αλλά η απόσταση μειώνεται με την πάροδο του χρόνου. Πάνω από το 80% των συνολικών δαπανών R&D στην τριτοβάθμια εκπαίδευση πραγματοποιείται από τα πανεπιστήμια και περίπου το 15% από πανεπιστημιακά νοσοκομεία και κλινικές, ενώ πάνω από το 90% αφορά τρέχουσες δαπάνες, κυρίως κόστος εργασίας. Πάνω από τις μισές δαπάνες R&D της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης κατευθύνονται στη βασική έρευνα, περίπου το 37,0% στην εφαρμοσμένη έρευνα, ενώ σχεδόν οι μισές διοχετεύονται στα επιστημονικά πεδία της Μηχανικής-Τεχνολογίας (25,0%) και της Ιατρικής-Επιστημών υγείας (23,8%).

Η ψήφιση του Νόμου 5094/2024 δίνει τη δυνατότητα ίδρυσης και λειτουργίας παραρτημάτων ξένων πανεπιστημίων στην Ελλάδα. Η ψήφιση του Νόμου 5094/2024, με τον οποίο δίνεται η δυνατότητα ίδρυσης και λειτουργίας παραρτημάτων ξένων πανεπιστημίων στην Ελλάδα, αίρει μια ελληνική ιδιαιτερότητα και δημιουργεί προσδοκίες αύξησης της συνεισφοράς της ανώτατης εκπαίδευσης στην οικονομική ανάπτυξη. Σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία, τα «κανάλια» μέσω των οποίων τα πανεπιστήμια επηρεάζουν την οικονομική ανάπτυξη είναι: (α) το καταρτισμένο και υψηλών – συνήθως – δεξιοτήτων ανθρώπινο δυναμικό που προσφέρουν στην οικονομία, (β) η παραγωγή και διάχυση των προϊόντων καινοτομίας προς τις επιχειρήσεις και την κοινωνία, (γ) η στελέχωση και καλύτερη λειτουργία θεσμικών οργάνων με αποφοίτους πανεπιστημίων και (δ) η άμεση συνεισφορά στην εγχώρια ζήτηση, δηλαδή οι κεφαλαιουχικές δαπάνες των ιδρυμάτων και η αυξημένη κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών από φοιτητές και διδακτικό προσωπικό. Η βιβλιογραφία τεκμηριώνει ότι η τριτοβάθμια εκπαίδευση έχει πολυδιάστατη και οικονομικά σημαντική επίδραση, όμως το μέγεθος και ο χρονικός ορίζοντας διαφοροποιούνται ανάλογα με το κανάλι μέσω του οποίου λειτουργεί. Οι βραχυχρόνιες επιδράσεις, που προκύπτουν από τις δαπάνες των ιδρυμάτων, των εργαζομένων, των φοιτητών και των επισκεπτών, κινούνται στην περιοχή του 1% έως 3% του ΑΕΠ ή της περιφερειακής οικονομικής δραστηριότητας. Οι μεγαλύτερες και πιο διαρθρωτικές επιδράσεις, ωστόσο, δεν προέρχονται από την κατανάλωση ή τις λειτουργικές δαπάνες, αλλά από τη συσσώρευση ανθρώπινου κεφαλαίου, την έρευνα, την καινοτομία και τη διάχυση γνώσης, με μακροχρόνιο χαρακτήρα.

Loading

Play