ΔΕΘ και Takumi: το νέο βήμα για τις σχέσεις Ελλάδας και Ιαπωνίας

ΔΕΘ και Takumi: το νέο βήμα για τις σχέσεις Ελλάδας και Ιαπωνίας

Η συμμετοχή της Ιαπωνίας ως τιμώμενης χώρας στην 90ή ΔΕΘ χαρακτηρίζεται από την ιαπωνική πρεσβεία ως μεγάλη επιτυχία, με το βλέμμα πλέον στραμμένο στην αξιοποίηση της δυναμικής που δημιουργήθηκε για επενδύσεις, εμπόριο και επιχειρηματικές συνεργασίες ανάμεσα στις δύο χώρες. Ο αναπληρωτής επικεφαλής της πρεσβείας, Takaaki Nemoto, μιλώντας στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, τόνισε ότι τα αποτελέσματα θα φανούν μακροπρόθεσμα και εξέφρασε την ελπίδα η ιαπωνική παρουσία να αφήσει ένα σημαντικό αποτύπωμα στην ιστορία της φιλίας των δύο χωρών.

Η φετινή παρουσία της Ιαπωνίας στη ΔΕΘ δεν περιορίστηκε στην προβολή της τεχνολογίας και της καινοτομίας της. Το ιαπωνικό περίπτερο παρουσίασε ένα ευρύτερο μωσαϊκό τεχνολογίας, επιχειρηματικότητας και πολιτισμού, με κεντρικό άξονα το «takumi», δηλαδή τη δεξιοτεχνία και τη μαεστρία.

«Από την έναρξη της έκθεσης έως σήμερα, η συμμετοχή της Ιαπωνίας καλύφθηκε εκτενώς από πολλά μέσα ενημέρωσης, συμπεριλαμβανομένου και . Πολλά δημοσιεύματα χαιρέτισαν τη συμμετοχή μας ως τιμώμενης χώρας και διαπιστώσαμε το αυξημένο ενδιαφέρον για την ιαπωνική κουλτούρα, καθώς και τις υψηλότερες προσδοκίες για την περαιτέρω ανάπτυξη των διμερών οικονομικών σχέσεων, ιδίως στους τομείς των επενδύσεων και του εμπορίου. Με αυτή την έννοια, θεωρώ ότι η φετινή συμμετοχή της χώρας μας στην Έκθεση υπήρξε μεγάλη επιτυχία», σημειώνει, ευχαριστώντας τη HELEXPO που προσκάλεσε την Ιαπωνία, τις ιαπωνικές εταιρείες που συμμετείχαν, τις εταιρείες – χορηγούς που παρείχαν οικονομική υποστήριξη, τα μέλη της ειδικής ομάδας της πρεσβείας και όλους όσοι συνέβαλαν στην υλοποίηση της συμμετοχής της χώρας στη ΔΕΘ.

Για την ιαπωνική πρεσβεία, η ολοκλήρωση της έκθεσης δεν σημαίνει το τέλος της προσπάθειας. Αντίθετα, στόχος είναι η δυναμική που δημιουργήθηκε να μετατραπεί σε συγκεκριμένες συνεργασίες και να έχει συνέχεια. «Ως πρεσβεία θα παρακολουθήσουμε στενά τα επακόλουθα αυτής της συμμετοχής, ώστε να διασφαλίσουμε ότι θα οδηγήσει σε συγκεκριμένη ενίσχυση των σχέσεων των δύο χωρών», αναφέρει.

«Θα ήμουν ευτυχής, αν το πνεύμα του Takumi κατάφερε να εμπνεύσει πολλούς Έλληνες»

Ο ίδιος, που έφτασε στη Θεσσαλονίκη την ημέρα της συνέντευξης, την Παρασκευή, δεν κρύβει τη χαρά του για την εικόνα που αντίκρισε στο ιαπωνικό περίπτερο. «Να πω την αλήθεια, μόλις σήμερα έφτασα στη Θεσσαλονίκη και γνωρίζω μόνο τη σημερινή εικόνα. Χάρηκα, όμως, πάρα πολύ βλέποντας πολύ κόσμο που διασκεδάζει στο περίπτερό μας», λέει.

Από συναδέλφους και συνεργάτες είχε ήδη ακούσει ότι η ανταπόκριση των επισκεπτών ήταν ιδιαίτερα θετική. «Πολλοί επισκέπτες χαρακτήρισαν το ιαπωνικό περίπτερο εξαιρετικά καλό. Χαίρομαι πολύ που το ακούω και είμαστε πολύ ευγνώμονες γι’ αυτό και για τα πολλά θετικά και ενθαρρυντικά σχόλια που έχουμε λάβει από τους συμμετέχοντες και τις εταιρείες».

Στο ερώτημα ποιο στοιχείο της ιαπωνικής παρουσίας τράβηξε περισσότερο το ενδιαφέρον των Ελλήνων, ο ίδιος λέει ότι είναι δύσκολο να γίνει ασφαλής σύγκριση. Ξεχωρίζει, όμως, το κεντρικό θέμα του περιπτέρου: «Θα έλεγα ότι το θέμα μας, το “takumi” –το πνεύμα του, το σκεπτικό μας, το οποίο μεταφράζεται ως δεξιοτεχνία ή μαεστρία της Ιαπωνίας, δεν περιορίζεται στην επιφανειακή διάσταση της κουλτούρας μας, αλλά αποτελεί το κεντρικό θέμα και την υποκείμενη φιλοσοφία του ιαπωνικού περιπτέρου».

Και αυτό ακριβώς είναι το στοιχείο που θα ήθελε να έχει μείνει στους επισκέπτες: «Νομίζω ότι αυτό το πνεύμα του “takumi” έχει αφήσει εντυπώσεις στους επισκέπτες και θα ήμουν ιδιαιτέρως ευτυχής εάν αυτό το πνεύμα του “takumi” κατάφερε να εμπνεύσει πολλούς Έλληνες».

Ο δρόμος από τη ΔΕΘ στις επιχειρηματικές συνεργασίες

Η συμμετοχή της Ιαπωνίας ως τιμώμενης χώρας είχε εξαρχής και καθαρό οικονομικό στόχο: την ενίσχυση των διμερών εμπορικών και επενδυτικών σχέσεων.

Σύμφωνα με τον αναπληρωτή επικεφαλής της πρεσβείας, ένα από τα σημαντικά επιτεύγματα της παρουσίας στη ΔΕΘ ήταν η καλλιέργεια ενός πνεύματος «σύμπνοιας και συσπείρωσης των συμμετεχουσών ιαπωνικών εταιρειών» και «η διαμόρφωση δυναμικής για την ίδρυση του Ελληνοϊαπωνικού Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου», μια εξέλιξη που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ακόμη ένας θεσμικός δίαυλος για την ενίσχυση των οικονομικών σχέσεων.

Ωστόσο, όπως επισημαίνει, η επίδραση της συμμετοχής σε επίπεδο επενδύσεων και εμπορίου δεν μπορεί να αποτιμηθεί από τώρα. «Τα οφέλη στις επενδύσεις και στο εμπόριο, που μας ενδιαφέρουν περισσότερο, θα αποτιμηθούν μακροπρόθεσμα», λέει, προσθέτοντας: «Ελπίζω όμως ότι η συμμετοχή μας στην Έκθεση ως τιμώμενη χώρα θα οδηγήσει στην ανάδειξη πολλών συνεργασιών και στην ανάδειξη νέων επιχειρηματικών ευκαιριών».

Ο ίδιος δεν θεωρεί ότι μια συμμετοχή σε μια έκθεση μπορεί από μόνη της να δημιουργήσει νέες επενδύσεις ή να αλλάξει σύντομα το επίπεδο των οικονομικών σχέσεων. «Δεν νομίζω ότι η συμμετοχή μας ως τιμώμενης χώρας θα οδηγήσει άμεσα στη δημιουργία νέων επιχειρήσεων ώστε να συσφίξει τις διμερείς σχέσεις και στα οικονομικά και στα πολιτικά. Ωστόσο, σίγουρα αποτελεί μία καλή ευκαιρία, μία βάση για όλους μας, να προβληθεί η χώρα μας στην Ελλάδα και στους Έλληνες πολίτες, για να γνωρίσουν καλύτερα την Ιαπωνία».

Η προσδοκία της ιαπωνικής πλευράς είναι ότι αυτή η γνωριμία θα έχει διάρκεια και θα λειτουργήσει ως βάση για μια βαθύτερη σχέση εμπιστοσύνης. «Ειλικρινά ελπίζω και πιστεύω ότι αυτό θα εμβαθύνει περαιτέρω τις σχέσεις εμπιστοσύνης και φιλίας μεταξύ των δύο χωρών έτσι ώστε να συμβάλλει στην περαιτέρω ανάπτυξη των οικονομικών σχέσεων, ιδιαίτερα στους τομείς των επενδύσεων και του εμπορίου».

Η πιο σημαντική στιγμή ήταν κάθε προσωπική επαφή

Από τις επίσημες τελετές και τις επιχειρηματικές συναντήσεις μέχρι την καθημερινή επαφή με τους επισκέπτες, η ιαπωνική παρουσία στη ΔΕΘ είχε πολλές διαφορετικές διαστάσεις.

Ο αναπληρωτής επικεφαλής της ιαπωνικής πρεσβείας θεωρεί σημαντικές την τελετή εγκαινίων του ιαπωνικού περιπτέρου και την τελετή έναρξης της Διεθνούς Έκθεσης, οι οποίες, όπως σημειώνει, έτυχαν και εκτενούς δημοσιογραφικής κάλυψης.

Ωστόσο, όταν καλείται να ξεχωρίσει μία στιγμή, επιλέγει κάτι πολύ πιο απλό: την προσωπική επαφή. «Ήταν ιδιαίτερα ευχάριστο ότι ενισχύθηκε η παρουσία της Ιαπωνίας στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα, όμως, η πιο σημαντική στιγμή για όλους εμάς ήταν κάθε προσωπική επαφή. Όταν κάθε επισκέπτης στο ιαπωνικό περίπτερο είχε την ευκαιρία να δει από κοντά και να γνωρίσει παραδείγματα ιαπωνικών προϊόντων και υπηρεσιών και να βιώσει το πνεύμα του “takumi”, μέσα από διάφορες, ποικίλες εκφάνσεις της ιαπωνικής κουλτούρας».

Καθώς η ΔΕΘ ολοκληρώνεται, ο ίδιος θεωρεί ότι η πρόσκληση της Ιαπωνίας ως τιμώμενης χώρας αποτελεί από μόνη της ένα ισχυρό μήνυμα. «Κατ’ αρχάς θα ήθελα να πω ότι είναι μεγάλη τιμή για την Ιαπωνία να προσκληθεί ως τιμώμενη χώρα σε ένα τόσο σημαντικό έτος, την 100ή επέτειο από την ίδρυση της Έκθεσης. Είμαστε πολύ ευγνώμονες γι’ αυτή την πρόσκληση. Αυτό και μόνο αντικατοπτρίζει την εμπιστοσύνη και τις προσδοκίες της Ελλάδας προς τη χώρα μας. Η Ιαπωνία, από την άλλη, ανταποκρίθηκε σ’ αυτές τις προσδοκίες, καταβάλλοντας κάθε δυνατή προσπάθεια για να υλοποιηθεί αυτό το εξαιρετικό ιαπωνικό περίπτερο».

Και η προσδοκία του για το μέλλον των ελληνοϊαπωνικών σχέσεων είναι σαφής: «Ελπίζω ακράδαντα ότι αυτή η επιτυχία θα αφήσει ένα σημαντικό αποτύπωμα στην ιστορία της φιλίας των δύο χωρών και θα αποτελέσει ένα νέο βήμα για την περαιτέρω ενίσχυση των σχέσεων Ελλάδας και Ιαπωνίας στο μέλλον».

Η Ελλάδα και ιδίως η Θεσσαλονίκη είναι πια η δεύτερη πατρίδα μου

Πίσω από τη διπλωματική και οικονομική διάσταση της ιαπωνικής παρουσίας στη ΔΕΘ υπάρχει για τον ίδιο μια βαθύτερη, προσωπική σχέση με τη Θεσσαλονίκη. Ο αναπληρωτής επικεφαλής της ιαπωνικής πρεσβείας έχει ζήσει στην πόλη για δύο χρόνια, όταν βρέθηκε εδώ για να μάθει ελληνικά. «Εδώ πρέπει να πω κάτι προσωπικό. Εγώ ο ίδιος έζησα στη Θεσσαλονίκη επί δύο χρόνια, από το 1999, για να μάθω τα ελληνικά».

Τα δύο αυτά χρόνια άφησαν πίσω τους φίλους, συναδέλφους και ισχυρούς δεσμούς. «Έχω πολλούς φίλους και συναδέλφους και έχω πολύ καλές αναμνήσεις από τότε», λέει ο κ. Νεμότο και ακολουθεί η φράση που περιγράφει τη σχέση του με τη χώρα: «Η Ελλάδα και ιδίως η Θεσσαλονίκη είναι πια η δεύτερη πατρίδα μου».

Μιλά για τους ανθρώπους της πόλης με την οικειότητα ανθρώπου που έχει ζήσει ανάμεσά τους. «Γνωρίζω πολύ καλά πως οι Έλληνες, ειδικά οι πολίτες της Θεσσαλονίκης, είναι εξαιρετικά φιλόξενοι άνθρωποι, ζεστοί και θερμοί».

Γι’ αυτό και θα ήθελε να δει περισσότερους Ιάπωνες να ανακαλύπτουν την Ελλάδα και ιδιαίτερα τη Θεσσαλονίκη. «Εύχομαι κι ελπίζω πολλοί Ιάπωνες να γνωρίσουν, με διάφορους τρόπους, την ομορφιά της Ελλάδας, ιδίως της Θεσσαλονίκης».

Η σχέση του με την Ελλάδα ξεκίνησε, στην πραγματικότητα, σχεδόν τυχαία. Όταν ήταν νέος διπλωμάτης, κάθε Ιάπωνας διπλωμάτης είχε την υποχρέωση να μάθει μία ξένη γλώσσα. Στη δική του περίπτωση, αυτή η γλώσσα ήταν τα νέα ελληνικά. «Δεν είχα κάποια ιδιαίτερη σχέση με την Ελλάδα. Έπρεπε να διαλέξω από πολλές γλώσσες, πέντε συγκεκριμένα, ποια θα ήταν η γλώσσα που θα έπρεπε να μάθω».

Στις επιλογές του υπήρχαν τα αγγλικά, τα κινέζικα, τα οποία είχε σπουδάσει στο πανεπιστήμιο, αλλά και τα γαλλικά, τα ελληνικά και τα γερμανικά. «Και το υπουργείο διάλεξε τα ελληνικά», εξηγεί. Υπήρξε, άραγε ποτέ αμφιβολία για εκείνη την επιλογή; «Ίσα ίσα. Ιδιαιτέρως χαίρομαι που είμαι ειδικός για τη χώρα σας και συγκεκριμένα στο υπουργείο Εξωτερικών».

Τέσσερις δεκαετίες διπλωματικής καριέρας αργότερα, η Ελλάδα εξακολουθεί να αποτελεί για εκείνον ένα πεδίο διαρκούς ανακάλυψης. «Ξέρετε, αυτό είναι η δουλειά μιας ζωής. Μιας καριέρας τεσσάρων δεκαετιών».

Το ενδιαφέρον του, όπως λέει, «δεν εξαντλείται». «Διαβάζω και μαθαίνω συνεχώς νέα πράγματα. Γι’ αυτό θεωρώ ότι είμαι τυχερός».

Ο Καζαντζάκης έπιασε πολύ καθαρά τη νοοτροπία και τη φιλοσοφία των Ιαπώνων

Η Ελλάδα που γνώρισε δεν περιορίστηκε ποτέ στη γλώσσα. Πέρασε και μέσα από την ελληνική λογοτεχνία. «Έχω πολλούς αγαπημένους (Έλληνες) συγγραφείς. Για παράδειγμα, τον Καζαντζάκη», λέει, αναφερόμενος σε έναν συγγραφέα που, όπως φαίνεται, τον δυσκόλεψε αλλά και τον κέρδισε. «Παρόλο που το βιβλίο είναι πάρα πολύ δύσκολο, το “Ο Χριστός ξανασταυρώνεται” χρειάστηκα ολόκληρο χρόνο για να το τελειώσω με το λεξικό. Κάθε μέρα διάβαζα μία-δύο σελίδες μόνο».

Στην προσωπική του βιβλιοθήκη έχουν θέση και ο Καβάφης, ο Ελύτης και ο Σεφέρης. «Παρόλο που το περιεχόμενο είναι δύσκολο, είναι σπουδαίοι άνθρωποι και σπουδαία έργα».

Ιδιαίτερη θέση στη σχέση του με την ελληνική λογοτεχνία έχει ο Καζαντζάκης και για έναν ακόμη λόγο: το ταξίδι του στην Ιαπωνία. Όταν διάβασε το «Ταξιδεύοντας στην Ιαπωνία», ένιωσε έκπληξη από την οξυδέρκεια με την οποία ο Έλληνας συγγραφέας προσέγγισε την ιαπωνική κοινωνία και ψυχοσύνθεση. «Ένιωσα έκπληξη, γιατί έπιασε πολύ καθαρά και σύντομα τη νοοτροπία και τη φιλοσοφία και τα συναισθήματα των Ιαπώνων». Ιδιαίτερα τον συγκίνησαν δύο λέξεις που ο Καζαντζάκης κράτησε από την Ιαπωνία: «sakura» και «kokoro». «Sakura είναι η κερασιά, kokoro είναι η καρδιά. Αυτές είναι πολύ σημαντικές λέξεις για την Ιαπωνία

Ίσως τελικά σε αυτές τις δύο λέξεις -στην «sakura» και στο «kokoro»- να βρίσκεται και ένα κομμάτι από την ουσία της σχέσης ανάμεσα στους δύο πολιτισμούς. Ένας Ιάπωνας διπλωμάτης ήρθε στη Θεσσαλονίκη το 1999 για να μάθει ελληνικά. Έζησε δύο χρόνια στην πόλη, έκανε φίλους, γνώρισε τους ανθρώπους της και, σχεδόν τρεις δεκαετίες αργότερα, επιστρέφει και λέει πως η Ελλάδα και ιδιαίτερα η Θεσσαλονίκη είναι «η δεύτερη πατρίδα» του. Και ένας Έλληνας συγγραφέας, ο Νίκος Καζαντζάκης, ταξίδεψε στην Ιαπωνία για να γνωρίσει έναν άλλο πολιτισμό και κράτησε από εκεί δύο λέξεις: «sakura» και «kokoro» – την κερασιά και την καρδιά.

Ίσως αυτή να είναι τελικά και μια από τις πιο ουσιαστικές γέφυρες ανάμεσα στις δύο χώρες. Γιατί, όπως δείχνει και η προσωπική ιστορία του ίδιου του Ιάπωνα διπλωμάτη, μια ξένη γλώσσα που κάποτε επιλέχθηκε σχεδόν τυχαία μπορεί να γίνει, τελικά, μια ολόκληρη ζωή.

Σοφία Παπαδοπούλου

ΦΩΤΟ ΝΙΚΟΣ ΑΡΒΑΝΙΤΙΔΗΣ

Loading

Play