Green Deal Greece 2026: Πώς η Ελλάδα μπορεί να προσελκύσει και να διατηρήσει περισσότερες επενδύσεις, σύμφωνα με τον Χρήστο Ταραντίλη

Green Deal Greece 2026: Πώς η Ελλάδα μπορεί να προσελκύσει και να διατηρήσει περισσότερες επενδύσεις, σύμφωνα με τον Χρήστο Ταραντίλη

Στην απλούστευση του ρυθμιστικού περιβάλλοντος, στη φορολογική προβλεψιμότητα και ασφάλεια, στον ανασχεδιασμό των διοικητικών διαδικασιών και στην ενίσχυση της κυβερνοασφάλειας εστίασε ο καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και εταίρος της πολυεθνικής εταιρείας EY (Ernst & Young), Χρήστος Ταραντίλης, μιλώντας στη θεματική ενότητα «Ψηφιοποίηση, Καινοτομία & Επενδύσεις» του συνεδρίου Green Deal Greece 2026, στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος.

Με αφετηρία τα ευρήματα έρευνας της EY για την ey001>επενδυτική ελκυστικότητα της Ελλάδας, στην οποία συμμετείχαν 250 στελέχη ξένων επιχειρήσεων διαφορετικών κλάδων από 28 χώρες, ο κ. Ταραντίλης επισήμανε ότι το 67% των συμμετεχόντων εκτιμά πως η προσέγγιση της χώρας στα δεδομένα και την τεχνολογία έχει ενισχύσει την επενδυτική ελκυστικότητά της κατά τα τελευταία τρία χρόνια. Την ίδια στιγμή, όπως σημείωσε, ένας στους τρεις αναφέρει την περαιτέρω ψηφιοποίηση του δημόσιου τομέα ως προτεραιότητα για τη βελτίωση της ψηφιακής ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας.

Τα δύο αυτά ευρήματα, όπως εξήγησε, αποτυπώνουν τόσο την αναγνώριση της προόδου όσο και την προσδοκία για ουσιαστικότερες αλλαγές στην καθημερινή σχέση των επιχειρήσεων με το κράτος.

«Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να αυξηθούν οι διαθέσιμες ψηφιακές υπηρεσίες, αλλά να περιοριστούν οι καθυστερήσεις, οι επικαλύψεις και η αβεβαιότητα που δυσχεραίνουν τον επενδυτικό σχεδιασμό. Η τεχνολογία μπορεί να υποστηρίξει αυτή τη μετάβαση, εφόσον συνοδεύεται από οργανωτικές και θεσμικές παρεμβάσεις», ανέφερε.

Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Ταραντίλης στάθηκε στο εύρημα ότι το 28% των συμμετεχόντων περιλαμβάνει το ρυθμιστικό περιβάλλον μεταξύ των συγκριτικών μειονεκτημάτων της χώρας. Εξηγώντας τη σημασία του, αναφέρθηκε στους νόμους, τους κανόνες και τις διοικητικές διαδικασίες που καθορίζουν τη λειτουργία των επιχειρήσεων και την υλοποίηση των επενδύσεων. Η βελτίωση του ρυθμιστικού περιβάλλοντος, όπως ανέφερε, προϋποθέτει την εξέταση κρίσιμων διαδικασιών από την αρχή έως το τέλος, ιδιαίτερα εκείνων που επηρεάζουν άμεσα μια επένδυση, όπως οι αδειοδοτήσεις και η πρόσβαση σε επενδυτικά κίνητρα.

Ο κ. Ταραντίλης υποστήριξε ότι, πριν από την ψηφιοποίηση μιας διαδικασίας, χρειάζεται να αξιολογείται ποια βήματα είναι πραγματικά αναγκαία, ποια μπορούν να καταργηθούν ή να απλουστευθούν και πού εντοπίζονται επικαλύψεις αρμοδιοτήτων. Σύμφωνα με τον ίδιο, η ψηφιοποίηση δεν πρέπει να αναπαράγει την υφιστάμενη πολυπλοκότητα, αλλά να αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου ανασχεδιασμού που μειώνει τη διοικητική επιβάρυνση.

Συμπληρωματικά, ανέδειξε τη σημασία της διαλειτουργικότητας των δημόσιων υπηρεσιών και της αρχής της μίας υποβολής. Όπως εξήγησε, όπου είναι εφικτό και επιτρέπεται, μια επιχείρηση δεν θα πρέπει να καλείται να υποβάλλει επανειλημμένα τα ίδια στοιχεία σε διαφορετικούς φορείς.

Σύμφωνα επίσης με την έρευνα της EY, το 41% των συμμετεχόντων αναδεικνύει ως προτεραιότητα τη μεγαλύτερη φορολογική προβλεψιμότητα και ασφάλεια. Ο κ. Ταραντίλης διευκρίνισε ότι οι επιχειρήσεις χρειάζονται σαφείς και σταθερούς κανόνες, συνέπεια στην εφαρμογή τους και έγκαιρη ενημέρωση για ενδεχόμενες αλλαγές, ώστε να μπορούν να σχεδιάζουν τις δραστηριότητες και τις επενδύσεις τους με μεγαλύτερη βεβαιότητα.

Επισήμανε, επίσης, ότι το 38% των συμμετεχόντων θέτει ως προτεραιότητα τη μείωση της πολυπλοκότητας των φορολογικών κανόνων και των διαδικασιών συμμόρφωσης. Σύμφωνα με τον ίδιο, η κατεύθυνση αυτή συνδέεται με λιγότερες επικαλύψεις και απλούστερες διαδικασίες για δηλώσεις, πληρωμές και υποβολή στοιχείων. Εκτίμησε ότι η διευκόλυνση της συμμόρφωσης, σε συνδυασμό με τη σταθερότητα του πλαισίου, μπορεί να μειώσει τον χρόνο και τους πόρους που διαθέτουν οι επιχειρήσεις για τη διεκπεραίωση των υποχρεώσεών τους.

Ο κ. Ταραντίλης συνόψισε τις παρεμβάσεις αυτές, υπογραμμίζοντας ότι το επόμενο βήμα για τη χώρα δεν είναι μόνο τεχνολογικό, αλλά και οργανωτικό και θεσμικό. Όπως ανέφερε, αυτός είναι ο τρόπος για να ενισχυθεί σημαντικά η εμπιστοσύνη των επενδυτών ότι μια επένδυση στην Ελλάδα μπορεί να προχωρήσει με σαφείς κανόνες και συνέπεια στην εφαρμογή τους.

Η εμπιστοσύνη αυτή, όπως επισήμανε στη συνέχεια, συνδέεται άμεσα και με την ασφάλεια του ψηφιακού περιβάλλοντος. Ο κ. Ταραντίλης τόνισε ότι η κυβερνοασφάλεια αφορά πολλά περισσότερα από την τεχνική προστασία συστημάτων και δεδομένων, καθώς αποτελεί παράγοντα που μπορεί να επηρεάσει την προσέλκυση, τη διατήρηση και την ανάπτυξη επενδύσεων.

Υπογράμμισε, δε, ότι η σημασία της είναι ιδιαίτερα μεγάλη για δραστηριότητες που αφορούν τη διαχείριση ευαίσθητων δεδομένων, την ανάπτυξη τεχνολογίας ή την υποστήριξη κρίσιμων επιχειρησιακών λειτουργιών. Όπως εξήγησε, μια πολυεθνική επιχείρηση επανεξετάζει διαρκώς πού θα αναπτύξει νέες ομάδες, πού θα αναθέσει πιο σύνθετα έργα και ποιους τοπικούς συνεργάτες θα εντάξει στην αλυσίδα αξίας της. Επομένως, κατά τον ίδιο, η αξιοπιστία και η ασφάλεια του ψηφιακού περιβάλλοντος συνδέονται και με τη δυνατότητα της Ελλάδας να φιλοξενήσει πιο σύνθετες και στρατηγικές δραστηριότητες.

Για την ενίσχυση αυτής της δυνατότητας, ο κ. Ταραντίλης ανέδειξε τέσσερις προτεραιότητες: Η πρώτη, όπως ανέφερε, αφορά την ανάπτυξη ασφαλών και ανθεκτικών ψηφιακών υποδομών στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, με δυνατότητες πρόληψης, απόκρισης και γρήγορης αποκατάστασης έπειτα από ένα περιστατικό. Η δεύτερη συνδέεται με την παροχή αξιόπιστων ψηφιακών υπηρεσιών, που διασφαλίζουν την προστασία των δεδομένων, τη συνέπεια στη λειτουργία τους και τη σαφή ενημέρωση των χρηστών. Ως τρίτη προτεραιότητα προσδιόρισε τη στήριξη μικρότερων επιχειρήσεων και προμηθευτών, καθώς, όπως εξήγησε, η ασφάλεια μιας επένδυσης εξαρτάται και από την ασφάλεια των συνεργατών της. Τέλος, χαρακτήρισε απαραίτητη την επένδυση σε δεξιότητες και κουλτούρα κυβερνοασφάλειας, όχι μόνο για τους ειδικούς της τεχνολογίας, αλλά και για τη διοίκηση και τους εργαζομένους.

Ο κ. Ταραντίλης έκλεισε την τοποθέτησή του υπογραμμίζοντας ότι το ζητούμενο για την Ελλάδα είναι να μετατρέψει τη δυναμική που έχει αποκτήσει σε μακροχρόνια εμπιστοσύνη και διατηρήσιμη επενδυτική παρουσία.

Loading

Play