Το Διαδίκτυο και ΤΝ μεταμορφώνουν την καθημερινότητα, αλλά μαζί με την ευκολία φέρνουν και νέα ερωτήματα για το πόσο ουσιαστικά επικοινωνούμε, πόσο πραγματικά μαθαίνουμε και πώς μπορεί η εκπαίδευση να αξιοποιήσει την τεχνολογία χωρίς να παραμερίσει την ανθρώπινη σκέψη. Για τις αλλαγές που επιφέρουν το Διαδίκτυο και η Τεχνητή Νοημοσύνη στην επικοινωνία, την πληροφόρηση και την εκπαίδευση μιλά στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο Βασίλης Χ. Γερογιάννης, καθηγητής του Τμήματος Ψηφιακών Συστημάτων και μέλος του Συμβουλίου Διοίκησης του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.
Ο κ. Γερογιάννης επισημαίνει πως οι σύγχρονες τεχνολογικές αλλαγές αφορούν όλους, όμως έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη λεγόμενη Γενιά Χ (Gen X), δηλαδή όσους γεννήθηκαν μεταξύ 1965 και 1980. Πρόκειται για τη γενιά που μεγάλωσε χωρίς Διαδίκτυο, έξυπνα κινητά τηλέφωνα και ψηφιακά μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στη συνέχεια έζησε τη μετάβαση στην ψηφιακή πραγματικότητα και σήμερα βρίσκεται μπροστά σε μια νέα, ραγδαία τεχνολογική επανάσταση, αυτή της Τεχνητής Νοημοσύνης.
(*Η φωτογραφία παραχωρήθηκε από τον καθηγητή κ. Γερογιάννη για )
Η επικοινωνία γίνεται πιο γρήγορη, πιο εύκολη και πιο προσιτή από ποτέ, σημειώνει ο κ. Γερογιάννης, αλλά δεν γίνεται απαραίτητα πιο ουσιαστική. Η επικοινωνία έγινε ευκολότερη, όχι όμως και πιο ουσιαστική, υπογραμμίζει, εξηγώντας ότι πλέον μπορούμε να μιλάμε άμεσα με ανθρώπους σε κάθε σημείο του πλανήτη, να ανταλλάσσουμε μηνύματα, εικόνες και βίντεο ή να κάνουμε βιντεοκλήσεις, ανεξάρτητα από την απόσταση. Ωστόσο, παραμένει η αντίφαση ότι επικοινωνούμε περισσότερο από ποτέ, χωρίς να είναι βέβαιο πως επικοινωνούμε και πιο ουσιαστικά.
Τα μηνύματα είναι συχνά σύντομα, βιαστικά και αποσπασματικά, ενώ η ταχύτητα της ψηφιακής επικοινωνίας περιορίζει πολλές φορές τον χρόνο για ουσιαστικό διάλογο και κατανόηση του συνομιλητή. Για τη Γενιά Χ, που μεγάλωσε σε εποχή με κυρίαρχο τον έντυπο γραπτό λόγο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η αλλαγή στον τρόπο γραφής, αφού στην καθημερινή ψηφιακή ανταλλαγή τα παραδοσιακά σημεία στίξης, όπως η τελεία και το κόμμα, συχνά παραμερίζονται ή αντικαθίστανται από θαυμαστικά, emoticons και emojis.
«Η επικοινωνία φαίνεται ότι γίνεται πιο αυθόρμητη και πιο έντονη συναισθηματικά, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι γίνεται και πιο ουσιαστική. Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι μόνο πόσο εύκολα και πόσο συχνά επικοινωνούμε, αλλά και πόσο πραγματικά κατανοούμε ο ένας τον άλλον», τονίζει επίσης ο κ. Γερογιάννης.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη δίνει νέα διάσταση στην επικοινωνία, καθώς πλέον συνομιλούμε και με προγράμματα υπολογιστών. Τα chatbots διευκολύνουν καθημερινές συναλλαγές, όπως η εξυπηρέτηση από μια τράπεζα ή έναν τηλεπικοινωνιακό πάροχο, χωρίς να χρειάζεται επαφή με υπάλληλο. Παρά τη χρησιμότητά τους, όμως, γεννιούνται ερωτήματα για την αυθεντικότητα, την ποιότητα και την αποτελεσματικότητα της επικοινωνίας. Γιατί να πρέπει να επικοινωνούμε με ένα «έξυπνο» πρόγραμμα υπολογιστή, αντί με έναν συνάνθρωπό μας; Και σε ποιο βαθμό αυτή η επικοινωνία μπορεί να ανταποκριθεί πραγματικά στις ανάγκες μας;
Όπως επισημαίνει ο κ. Γερογιάννης: «Το ζήτημα δεν είναι μόνο τεχνολογικό, είναι βαθύτερα ανθρώπινο, καθώς αφορά τη θέση και τη σημασία που θέλουμε να έχει η ανθρώπινη επαφή σε έναν κόσμο όπου η επικοινωνία με τις μηχανές γίνεται ολοένα και πιο συνηθισμένη. Η πρακτική ευκολία σε κάθε επικοινωνία χρειάζεται να συνυπάρχει με τη διατήρηση της ουσιαστικής ανθρώπινης σχέσης».
Απεριόριστη πρόσβαση στην πληροφορία δεν σημαίνει απαραίτητα και γνώση. Πριν από την εξάπλωση του Διαδικτύου, η αναζήτηση μιας πληροφορίας απαιτούσε χρόνο, προσπάθεια και συχνά προσωπική έρευνα. Σήμερα, σχεδόν κάθε πληροφορία μπορεί να βρεθεί μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, κάτι που αποτελεί μεγάλο πλεονέκτημα για την εκπαίδευση, τη διά βίου μάθηση και την αυτομόρφωση.
Ο καθηγητής σημειώνει ωστόσο ότι η εύκολη πρόσβαση στην πληροφορία δεν ταυτίζεται απαραίτητα με τη γνώση. «Συχνά αρκούμαστε σε μια γρήγορη και επιφανειακή ενημέρωση, χωρίς να αφιερώνουμε τον απαραίτητο χρόνο για να σκεφτούμε, να αξιολογήσουμε κριτικά και να κατανοήσουμε όσα διαβάζουμε. Επιπλέον, η βεβαιότητα ότι μπορούμε ανά πάσα στιγμή να αναζητήσουμε ξανά μια πληροφορία στο Διαδίκτυο ενδέχεται να μειώνει την προσπάθεια που καταβάλλουμε για να τη συγκρατήσουμε στη μνήμη μας», εξηγεί.
«Σήμερα έχουμε πρόσβαση σε περισσότερες πληροφορίες από ποτέ, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι αποκτούμε και βαθύτερη γνώση. Η πραγματική πρόκληση δεν είναι μόνο να βρίσκουμε πληροφορίες, αλλά να μπορούμε να τις αξιολογούμε, να τις κατανοούμε και να τις μετατρέπουμε σε ουσιαστική γνώση», τονίζει επίσης ο κ. Γερογιάννης.
Η παραπληροφόρηση είναι μια ακόμη σοβαρή πρόκληση της ψηφιακής εποχής. Ο κ. Γερογιάννης ξεχωρίζει τους όρους misinformation και disinformation: ο πρώτος αφορά τη διάδοση ψευδών ή ανακριβών πληροφοριών χωρίς απαραίτητα πρόθεση εξαπάτησης, ενώ ο δεύτερος αναφέρεται στη σκόπιμη δημιουργία ή διακίνηση παραπλανητικού περιεχομένου με στόχο την εξαπάτηση ή τη χειραγώγηση.
Στο πρόβλημα προστίθεται και η υπερφόρτωση πληροφοριών (information overload), δηλαδή ο τεράστιος όγκος δεδομένων που διακινούνται καθημερινά στο Διαδίκτυο. Όπως τονίζει ο ίδιος, γίνεται ολοένα δυσκολότερο να διακρίνουμε τις αξιόπιστες από τις αναξιόπιστες πληροφορίες και να αξιολογούμε την εγκυρότητα των πηγών τους. Επιπλέον, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης συμβάλλουν στη δημιουργία των «φουσκών πληροφόρησης» (filter bubbles), καθώς οι αλγόριθμοι συχνά προβάλλουν περιεχόμενο που συμφωνεί με τις ήδη διαμορφωμένες πεποιθήσεις μας, ενισχύοντας προκαταλήψεις και περιορίζοντας την κριτική επεξεργασία διαφορετικών απόψεων.
«Η ουσιαστική πληροφόρηση προϋποθέτει χρόνο για σύγκριση διαφορετικών πηγών και εξέταση του περιεχομένου τους», διαπιστώνει ο κ. Γερογιάννης, και εξηγεί:
«Η ταχύτητα της αναζήτησης είναι χρήσιμη, όμως δεν αντικαθιστά την προσωπική προσπάθεια έρευνας, αξιολόγησης και κατανόησης. Αυτή η απαίτηση ισχύει κυρίως όταν ψευδείς πληροφορίες παρουσιάζονται με τρόπο πειστικό από εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης. Η αντιμετώπιση αυτών των φαινομένων πλέον δεν εξαντλείται μόνο στην αναζήτηση περισσότερων πηγών. Απαιτεί διασταύρωση στοιχείων, προσεκτική εξέταση της αξιοπιστίας τους και πρόθεση να ακούσουμε απόψεις που διαφέρουν από τις δικές μας. Η τεκμηριωμένη κρίση αποκτά μεγαλύτερη αξία ακριβώς επειδή η πληροφορία είναι τόσο εύκολα διαθέσιμη».
Η Τεχνητή Νοημοσύνη αλλάζει την εκπαίδευση. Η Παραγωγική Τεχνητή Νοημοσύνη, η λεγόμενη Generative AI, και εφαρμογές όπως το ChatGPT μπορούν να στηρίξουν την εξατομικευμένη μάθηση, να διευκολύνουν την πρόσβαση στη γνώση και να παράγουν εκπαιδευτικό περιεχόμενο για κάθε αντικείμενο. Παράλληλα, όμως, φέρνουν και μια μεγάλη πρόκληση: μια απάντηση μπορεί να ακούγεται λογική και πειστική, ενώ να περιέχει ανακρίβειες ή ακόμη και επινοημένα στοιχεία. Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται AI hallucination, δηλαδή «ψευδαίσθηση της Τεχνητής Νοημοσύνης», και συνδέεται με την αξιοπιστία συστημάτων όπως το ChatGPT που παράγουν αυτόματα περιεχόμενο με βάση τις ερωτήσεις-προτροπές που δέχονται.
Ο κ. Γερογιάννης υπογραμμίζει: «Η πρόκληση για την εκπαιδευτική κοινότητα δεν περιορίζεται στο εάν θα χρησιμοποιηθούν ή όχι αυτά τα νέα εργαλεία. Αφορά κυρίως τον τρόπο ένταξής τους στη μάθηση. Αυτές οι εφαρμογές μπορεί να παρέχουν γρήγορα απαντήσεις, περιεχόμενο και πληροφορίες, αλλά η αξιοποίησή τους απαιτεί την ενεργό συμμετοχή του εκπαιδευομένου. Η αξιολόγηση των απαντήσεων, η αναγνώριση πιθανών λαθών, η κριτική αξιολόγηση και η κατανόηση του περιεχομένου που παράγεται αποτελούν βασικά συστατικά της εκπαιδευτικής διαδικασίας που δεν πρέπει να παραμερίζονται».
Η εκπαίδευση δεν αρκεί να μένει στη μετάδοση γνώσεων, τονίζει ο κ. Γερογιάννης: «Κάθε εκπαιδευτική διαδικασία χρειάζεται να καλλιεργεί συστηματικά την αναλυτική και κριτική σκέψη, την ικανότητα αξιολόγησης των πληροφοριών, αλλά και αυτό που ονομάζουμε τεχνολογική ευελιξία (technological agility), δηλαδή την ικανότητα προσαρμογής στις διαρκείς και ταχύτατες τεχνολογικές αλλαγές. Ο πρωταρχικός μας στόχος πρέπει να είναι να θέσουμε την Τεχνητή Νοημοσύνη στην υπηρεσία της ανάπτυξης της ανθρώπινης νοημοσύνης και όχι να επιτρέψουμε να την υποκαταστήσει».
Η τεχνολογία λειτουργεί ως εργαλείο, ενώ η ανθρώπινη κρίση μένει ο οδηγός. «Το Διαδίκτυο και η Τεχνητή Νοημοσύνη μας προσφέρουν σημαντικές δυνατότητες στην επικοινωνία, την πληροφόρηση και την εκπαίδευση. Η αξιοποίησή τους εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο επιλέγουμε να χρησιμοποιούμε τα τεχνολογικά εργαλεία. Η τεχνολογική εξέλιξη δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με απόλυτα θετικούς ή αρνητικούς όρους. Το Διαδίκτυο και η Τεχνητή Νοημοσύνη έχουν δημιουργήσει και θα συνεχίσουν να δημιουργούν τεράστιες δυνατότητες σε διάφορα πεδία, μεταξύ αυτών την επικοινωνία, την πληροφόρηση και την εκπαίδευση. Τα οφέλη είναι σημαντικά και δεν μπορούν να αγνοηθούν», αναφέρει ο κ. Γερογιάννης, και καταλήγει:
«Ταυτόχρονα, όμως, πρέπει να αναγνωρίζουμε ότι η τεχνολογία μεταβάλλει βαθιά τον τρόπο ζωής μας και δημιουργεί νέες προκλήσεις. Το ζητούμενο δεν είναι να αρνηθούμε την τεχνολογική πρόοδο, αλλά να κατανοήσουμε τις επιπτώσεις της και να μάθουμε να αξιοποιούμε τις δυνατότητες που μας προσφέρει συνειδητά και με κριτικό πνεύμα».
![]()
