Ένα οδοιπορικό στο μοναδικό μνημειακό σύμπλεγμα της περιοχής Ασπροποτάμου στην Πίνδο φωτίζει ναούς και μονές που συνδέθηκαν με τη ζωή των ανθρώπων του βουνού. Με τη βοήθεια της Κρυσταλλίας Μαντζανά, αναπληρώτριας γενικής διευθύντριας του ΥΠΠΟ και προϊσταμένης της Εφορείας Αρχαιοτήτων Τρικάλων, αναδεικνύεται πως τα περισσότερα από αυτά είναι αφιερωμένα σε αγίους ή εορτές των θερινών μηνών, με άμεση σχέση με τη διαμονή και τις συνθήκες ζωής στην περιοχή.
Όπως σημειώνει στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, η περίοδος αυτή έχει βασικά χρονικά ορόσημα τις γιορτές των Αγίων Γεωργίου και Δημητρίου, ενώ τιμητική θέση κατέχει και η Αγία Παρασκευή. Παράλληλα, οι κτηνοτρόφοι και οι κυρατζήδες που περνούσαν για να κατέβουν προς τον κάμπο έβρισκαν σε ορισμένα μοναστήρια καταφύγιο και φιλοξενία.
Σε υψόμετρο 1.150 μέτρων, στο βορειότερο χωριό του Ασπροποτάμου, το Χαλίκι, η κ. Μαντζανά τοποθετεί την Αγία Παρασκευή, μια τρίκλιτη βασιλική μεγάλων διαστάσεων με εστεγασμένη στοά στη νότια πλευρά, που ακολουθεί τη διάρθρωση του καθολικού της Μονής Προφήτη Ηλίου στο γειτονικό Συρράκο και έχει δεχθεί πολλές ανακαινίσεις. Στο εσωτερικό της ξεχωρίζει το μεγάλο ξυλόγλυπτο τέμπλο, με την περίτεχνη και σύνθετη διακόσμηση που, όμως, δέχθηκε κακόγουστη, όπως λέει, και γιατί όχι βάρβαρη επέμβαση, καθώς επιχρίσθηκε στη δεκαετία του 1960.
Στη δυτική πλευρά του ναού σώζονται τοιχογραφίες με την υπογραφή του ζωγράφου Δημητρίου εκ Σαμαρίνης και το έτος 1748. Ιδιαίτερο ιστορικό ενδιαφέρον έχει και η επιγραφή «Δια συνδρομής Νικολάου Δημακίδου ή Δημάκη», τον οποίο η τοπική παράδοση παρουσιάζει ως τύραννο της περιοχής, που επέβαλλε και εισέπραττε φόρους με πολύ σκληρό τρόπο. Στον ναό φυλάσσεται επίσης η εικόνα της Αγίας Παρασκευής με αναγραφόμενο το έτος 1627, στοιχείο που επιβεβαιώνει την επιγραφή της ανακαίνισης του ναού.
Στην Πίνδο, όπως αναφέρει στη συνέχεια, δεν θα μπορούσε να μην τιμάται ο «έφορος» της βροχής, των βροντών και των κεραυνών, ο Προφήτης Ηλίας, του οποίου οι ναοί κτίζονται σε ψηλά σημεία, «στα ψηλώματα», κατά τη λαϊκή ρήση, και πολλοί από αυτούς φέρουν το όνομά του. Το όνομά του φέρει και το μοναστήρι στα αριστερά του δρόμου που οδηγεί από τα Τρία Ποτάμια στο Χαλίκι και το Μέτσοβο, με καθολικό που ακολουθεί τον αθωνίτικο τύπο, δηλαδή σταυροειδή εγγεγραμμένο με τρούλο, όπως στο Άγιο Όρος και έπειτα σε σχεδόν όλα τα μοναστηριακά συγκροτήματα του ελλαδικού χώρου.
Κτήτορές του, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, ήταν οι αδελφοί ιερομόναχοι Μαυρογεώργου, ενώ σε επιγραφή αναφέρεται το έτος 1799, το δημοφιλές για την εποχή εκείνη Χαλίκι και ότι για την κατασκευή του «εχορήγησε» ο Γεωργάκης, γιος του Δημάκη.
Τον αθωνίτικο τύπο ακολουθεί και το καθολικό της μονής της Παναγίας Γαλακτοτροφούσας, που είναι χτισμένη στο σημείο όπου ο Ασπροπόταμος συναντιέται με έναν από τους παραποτάμους του, σε πέρασμα από το οποίο διέρχεται ο δρόμος που συνδέει τα χωριά του Ασπροποτάμου με τους Καλαρρύτες. Οι κτηνοτρόφοι και οι κυρατζήδες που περνούσαν για να κατέβουν προς τον κάμπο έβρισκαν σε αυτό το μοναστήρι καταφύγιο και φιλοξενία κάτω από τα πλακοσκεπή και ανοιχτά χαγιάτια και στα κελιά που υπήρχαν στη βόρεια, νότια και δυτική πλευρά της μονής.
Στην Ανθούσα, επισημαίνει στα ίδια στοιχεία η διευθύντρια της 19ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, ο ενοριακός ναός των Αγίων Πάντων ακολουθεί ως προς την αρχιτεκτονική διάρθρωση τον ναό της Αγίας Παρασκευής Χαλικίου, ενώ ο ναός του Αγίου Γεωργίου, χτισμένος σε μικρό αλλά απότομο πλάτωμα μιας πυκνόφυτης πλαγιάς της Πίνδου, είναι μονόχωρος και εσωτερικά κατάγραφος με τοιχογραφίες του 1738.
Ο ναός του Αγίου Νικολάου στο Κατάφυτο, επίσης ενοριακός, είναι τρίκλιτη βασιλική με εστεγασμένη στοά στη νότια πλευρά. Επιγραφή χαραγμένη στο λίθινο περιθύρωμα της δυτικής εισόδου αναφέρει το έτος 1786, ενώ το ξυλόγλυπτο τέμπλο του ναού ξέφυγε ευτυχώς από κακότεχνες επεμβάσεις και χρωματίζεται αντίστοιχα με τις χρωματικές συνθέσεις των Δεσποτικών εικόνων, αλλά και του τέμπλου του καθολικού της μονής Κήπινας, που βρίσκεται πάνω ακριβώς από την παρακαμπτήριο του δρόμου Χριστού-Προσήλιο προς τους Καλλαρρύτες.
Ακολουθεί τον τρίτο τύπο, όπως ονομάζεται σύμφωνα με την κατανομή που έκανε για τα ηπειρώτικα τέμπλα ο Τσαπαρλής, και ο οποίος συναντάται μετά τον 17ο αιώνα πολύ συχνά τόσο στην Ήπειρο όσο και στη Δυτική Θεσσαλία. Κύριο γνώρισμά του είναι το έντονο ανάγλυφο και το πλουσιότερο θεματολόγιο της γλυπτής διακόσμησης, ενώ η επιφάνεια των θωρακίων καλύπτεται σχεδόν ολόκληρη με έντονη ανάγλυφη διακόσμηση. Στα υπόλοιπα τμήματα τα θέματα δίνουν την αίσθηση πως σκαλίζονται στον αέρα, αγγίζοντας τα όρια της έξεργης τεχνικής, και εκατέρωθεν του τέμπλου τοποθετούνται δύο εικόνες του Αγίου Νικολάου και της Θεοτόκου με την επιγραφή «Δια χειρός Γεωργίου Μιχαήλ εκ Σαμαρίνης 1846», ζωγράφου που υπογράφει και τοιχογραφικά σύνολα στη Δυτική Θεσσαλία μαζί με άλλους συντοπίτες του. Εδώ είναι έντονα τα στοιχεία που οικειοποιούνται οι Σαμαριναίοι, όπως τα λαμπερά χρώματα με κυρίαρχο το γαλάζιο και το κόκκινο, καθώς και τα στρογγυλά πρόσωπα με τα μεγάλα ανοιχτά μάτια.
Ο ζωγράφος, εξηγεί η αναπληρώτρια γενική διευθύντρια του ΥΠΠΟ, υπογράφει και τις λίγες τοιχογραφίες που διασώζονται στον ναό και είτε ανήκει στην ομάδα των Σαμαριναίων είτε ακολουθεί πιστά την τέχνη τους. Ξεχωρίζουν οι ενδιαφέρουσες παραστάσεις, όπως η αλληγορική μορφή του ασκητή Σισώη, που εντοπίζεται και στον εικονογραφικό διάκοσμο της μονής Βύλιζας, αλλά και στο νάρθηκα του καθολικού της μονής Βαρλαάμ (1566), με τη σκηνή να συμβολίζει τη φιλοσοφία της ματαιότητας των εγκόσμιων και την αναπόφευκτη μοίρα του θανάτου. Η δεύτερη παράσταση επιγράφεται ως «ο Θάνατος αμαρτωλού και ανεξομολόγητου», μοναδική στην περιοχή αλλά και στη Δυτική Θεσσαλία.
Στο Στεφάνι, σε υψόμετρο 1.480 μέτρων και κοντά σε παραπόταμο του Ασπροποτάμου, ο ενοριακός ναός είναι αφιερωμένος στην Αγία Παρασκευή. Πρόκειται για τρίκλιτη, μεγάλων διαστάσεων βασιλική, κτισμένη με πέτρα της περιοχής και ψαμμόλιθο στα σημεία όπου οι τεχνίτες θέλησαν να τονίσουν ιδιαίτερα, όπως οι κόγχες στην ανατολική πλευρά.
Τα τυφλά αψιδώματα, που έλκουν την καταγωγή τους από το Άγιο Όρος, έχουν μεγάλη διάδοση στη Θεσσαλία και κυρίως στη Δυτική Θεσσαλία. Τα συναντάμε, αναφέρει η κ. Μαντζανά, στον Άγιο Γεώργιο στον Κλεινοβό αλλά και στη μονή Βυτουμά, όπου υπάρχει και τρίλοβο άνοιγμα. Το ίδιο άνοιγμα εντοπίζεται και στο καθολικό της Κόκκινης Πέτρας ή Κιάτρας, στις βουνοπλαγιές του Περιστεριού (Λάκμος), δεξιά του δρόμου Βοτονόσι-Ανθοχώρι-Μέτσοβο, που ανακαινίσθηκε το 1732. Εντοιχισμένα πινάκια εντοπίστηκαν και στη μονή Χρυσίνου στον Κλεινοβό, που χρονολογείται στον 18ο αιώνα, ενώ εσωτερικά το μεγάλο ξυλόγλυπτο τέμπλο επιβάλλεται στον χώρο και ακολουθεί στο σκάλισμα και στα θέματα εκείνα του Κατάφυτου, με τις δεσποτικές εικόνες να ακολουθούν πιστά τη θεματολογία και τις χρωματικές συνθέσεις του 19ου αιώνα.
Στους ναούς του Στεφανίου αλλά και του Κατάφυτου ξεχωρίζει η τεχνική και το δούλεμα στα ξυλόγλυπτα πολύχρωμα ταβάνια που μεταφέρουν στοιχεία από το γειτονικό Μέτσοβο. Στην περιοχή της Πίνδου δουλεύουν κυρίως Ηπειρώτες, ειδικευμένοι σε μια μορφή δραστηριότητας, ενώ οι ομαδικές μετακινήσεις πληθυσμών και οι εποχικά μετακινούμενες ομάδες κτηνοτρόφων συντελούν στη μεταφορά δεμάτων και τεχνικών από τόπο σε τόπο.
Εκτός από τις λεπτές παραστάδες και τα τυφλά αψιδώματα που διαρθρώνουν όλες τις κόγχες και τους τρούλους, υπάρχει και πλούσια γλυπτή διακόσμηση με βάσεις και επίκρανα παραστάδων, βάσεις ημικιονίσκων αλλά και κιονόκρανα που θυμίζουν μεσαιωνικές δυτικές λύσεις. Στην περιοχή συναντάμε και ανάγλυφα λαϊκής τεχνοτροπίας, όπως η παράσταση της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού και οι μορφές των Αγίων Γεωργίου και Δημητρίου, καταλήγει η κ. Μαντζανά.
Η αφιέρωση του ναού στον Τίμιο Σταυρό γίνεται επειδή η γιορτή λαμβάνεται ως αρχή και τέλος για όσους δεν έχουν ιδιόκτητη κατοικία και μετακομίζουν, για τις μισθώσεις ποιμένων, πιατικών, παραγυιών κ.λπ., ενώ την ίδια μέρα γίνεται και η ευλογία των σπόρων για τη σπορά.
«Τέλος, στη μέση του μονοπατιού που οδηγεί στον ναό, βρίσκονται ερείπια τα οποία πιθανότατα ανήκουν σε μοναστηριακό συγκρότημα, γνωστό στην περιοχή ως μονή Αγίας Ζώνης, το οποίο η προφορική παράδοση θέλει να υφίσταται από το 1630, ενώ ο Π. Μυλωνάς το τοποθετεί πιθανότατα στα 1770 και θεωρεί τον ναό του Τιμίου Σταυρού εξάρτημα αυτής της μονής. Και τα δύο σήμερα είναι μετόχια της Ι.Μ. Αγίου Στεφάνου Μετεώρων και οι μονάζουσες στη μονή δείχνουν αμείωτο ενδιαφέρον για την προστασία, την αποκατάσταση και την ανάδειξή της», τονίζει η κ. Μαντζανά.
Αποστόλης Ζώης
* Φωτογραφία – Πηγή:
![]()
