Σαντορίνη: Από 75 κλίνες χωρίς λιμάνι σε παγκόσμιο τουριστικό προορισμό

Σαντορίνη: Από 75 κλίνες χωρίς λιμάνι σε παγκόσμιο τουριστικό προορισμό

Πενήντα πέντε χρόνια χωρίζουν τη σημερινή Σαντορίνη, έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους τουριστικούς προορισμούς στον κόσμο, από τον μικρό ασπρόμαυρο «Οδηγό Σαντορίνης» που κυκλοφόρησε το 1971. Στις σελίδες του καταγράφεται η Σαντορίνη του τότε, πολύ πριν η καλντέρα, τα Φηρά, η Οία και το τοπίο του νησιού γίνουν εικόνες γνωστές σε όλο τον πλανήτη.

Σήμερα, η Σαντορίνη έχει γίνει διεθνής τουριστικός προορισμός και τη γνωρίζουν εκατομμύρια άνθρωποι, ακόμη κι αν δεν την έχουν επισκεφθεί ποτέ. Πίσω από τη σημερινή της εικόνα υπάρχει μια πορεία δεκαετιών που ξεκίνησε από ένα νησί με ελάχιστες υποδομές, σε μια εποχή που ο επισκέπτης ερχόταν για να ανακαλύψει έναν τόπο ακόμη άγνωστο για πολλούς.

Ο «Οδηγός Σαντορίνης» εκδόθηκε το 1971 από τον Πέτρο Δελένδα, άνθρωπο στενά δεμένο με το νησί και από τους πρώτους που είδαν τις δυνατότητες προβολής της Σαντορίνης και των προϊόντων της. Στην ενότητα με τίτλο «Η σημερινή Σαντορίνη», ο Δελένδας δίνει στον ταξιδιώτη συγκεκριμένες πρακτικές πληροφορίες, που σήμερα διαβάζονται σαν μια εικόνα από έναν άλλον κόσμο.

Για τη διαμονή στο νησί γράφει χαρακτηριστικά: «Η Σαντορίνη σήμερον έχει εβδομήκοντα πέντε 75 περίπου κλίνες».

Εξίσου χαρακτηριστική είναι η περιγραφή της πρόσβασης από τη θάλασσα: «Λιμένα δεν έχει, αλλ’ ούτε και είναι εύκολον ν’ αποκτήση, λόγω του μεγάλου βάθους των υδάτων της προς δυσμάς, προς ανατολάς δε, λόγω προσχώσεων».

Ακόμη και για το νερό, η περιγραφή παραπέμπει σε μια εντελώς διαφορετική καθημερινότητα: «Δεν έχει ούτε λίμνας, ούτε ποταμούς, όμως όταν οι χειμώνες είναι βροχεροί υπάρχει αφθονία ύδατος».

Ο οδηγός προσθέτει ότι «Μόνον εις θέσιν Ζωοδόχος, ένθα υπάρχει και το ομώνυμον παρεκκλήσιον, υπάρχει τρεχούμενο νερό».

Το νερό της βροχής συγκεντρωνόταν σε στέρνες και ήταν πολύτιμο για τις ανάγκες των νοικοκυριών.

Η εικόνα της τουριστικής καθημερινότητας είναι επίσης αποκαλυπτική. Οι δυνατότητες διαμονής και εστίασης ήταν ελάχιστες, ενώ ως βασικές παραλίες για μπάνιο ο οδηγός ξεχωρίζει το Καμάρι και την Περίσσα. Μιλά για μια εποχή πριν οι παραλίες αποκτήσουν τη σημερινή τουριστική οργάνωση και πριν η γαστρονομία εξελιχθεί σε βασικό στοιχείο της ταυτότητας της Σαντορίνης.

Οι αναφορές σε εστιατόρια και χώρους διαμονής έχουν σήμερα ιδιαίτερη αξία, γιατί αποτυπώνουν την αρχή μιας τουριστικής οικονομίας που μέσα στις επόμενες δεκαετίες θα άλλαζε εντυπωσιακά.

Η εμπειρία των διακοπών ήταν τότε εντελώς διαφορετική. Ο ταξιδιώτης δεν έφθανε σε έναν προορισμό διαμορφωμένο γύρω από τις ανάγκες του, αλλά έπρεπε να περιηγηθεί, να ανακαλύψει τα χωριά και τις παραλίες και να προσαρμοστεί στον ρυθμό του τόπου. Και όλα αυτά το 1971.

Ο οδηγός δεν μένει μόνο στις πληροφορίες που θα χρειαζόταν ένας τουρίστας. Καταγράφει σχολεία, ιδρύματα, υπηρεσίες και πλευρές της καθημερινότητας, λειτουργώντας σήμερα και ως μικρό κοινωνικό ντοκουμέντο.

Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, σε γηροκομείο, αναρρωτήριο και οικοτροφείο, ενώ καταγράφει και τη λειτουργία σχολείων σε διάφορους οικισμούς. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η αναφορά στις ξένες προξενικές αρχές: σε παλαιότερες εποχές λειτουργούσαν στη Σαντορίνη προξενικά πρακτορεία της Αυστροουγγαρίας, της Αγγλίας, της Ιταλίας και της Γερμανίας, ενώ την εποχή του οδηγού είχε απομείνει εκείνο της Γαλλίας.

Στις σελίδες του αποτυπώνεται και μια οικονομία στην οποία η γεωργία, η αμπελουργία και η τοπική παραγωγή εξακολουθούσαν να έχουν κεντρική θέση. Ο τουρισμός είχε αρχίσει να εμφανίζεται, αλλά δεν είχε ακόμη αλλάξει πλήρως τη φυσιογνωμία του νησιού.

Εδώ συναντάται και η προσωπική ιστορία του ανθρώπου που τον εξέδωσε.

Η ιστορία του Πέτρου Δελένδα είναι χαρακτηριστική μιας εποχής ανθρώπων που επέστρεφαν στον τόπο καταγωγής τους και προσπαθούσαν, ο καθένας με τον τρόπο του, να συμβάλουν στην ανάπτυξή του. Μια ζωντανή εικόνα του έχει αφήσει η ανιψιά του, Μαργαρίτα Δελένδα-Λιδωρίκη, σε κείμενο που έχει δημοσιευθεί στο δίγλωσσο βιβλίο-λεύκωμα «Santorini as seen on Postcards up to 1956 – Σαντορίνη μέχρι το 1956 μέσα από Cartes-Postales» του Αρχείου Θηραϊκών Μελετών – Συλλογή Δημήτρη Τσίτουρα.

Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στην παλαιότερη εικόνα της Σαντορίνης μέσα από 330 αυθεντικές κάρτες από τη συλλογή του Δημήτρη Τσίτουρα, φωτογραφίες και καρτ ποστάλ που ταξίδεψαν σε όλο τον κόσμο και εικονογραφούν το νησί έως το 1956. Εκεί η Μαργαρίτα Δελένδα-Λιδωρίκη γράφει για τον θείο της: «Θυμάμαι πάντα με αγάπη τον αδελφό του πατέρα μου, τον θείο Πέτρο. Ένα γελαστό, ζωντανό, χαριτωμένο άνθρωπο γεμάτο χιούμορ».

Τον περιγράφει ως έναν «εργένη εκ πεποιθήσεως, μποέμ», καλοδεχούμενο παντού, καθώς, όπως σημειώνει, «η πληθωρική παρουσία του και το κέφι του αιχμαλώτιζαν όχι μόνο τους φίλους του, αλλά και όσους είχαν τη τύχη να τον γνωρίσουν από κοντά». Ο Πέτρος Δελένδας εργάστηκε για χρόνια στην Αγγλική Εταιρεία Τηλεπικοινωνιών, μετέπειτα ΟΤΕ, και κάποια στιγμή ζήτησε να συνταξιοδοτηθεί πρόωρα για να εγκατασταθεί μόνιμα, όπως γράφει η ανιψιά του, «στο νησί των προγόνων του, την αγαπημένη του Σαντορίνη».

Εκεί ανέλαβε καθήκοντα Γάλλου Προξένου, ασχολήθηκε με τα κοινά και ανέπτυξε μια δραστηριότητα που, με σημερινούς όρους, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πρώιμη προσπάθεια οργανωμένης προβολής του τόπου.

Μία από τις σημαντικότερες πρωτοβουλίες του ήταν, σύμφωνα με το κείμενο της Μαργαρίτας Λιδωρίκη, η δημιουργία του πρώτου οργανωμένου εκθετηρίου και πρατηρίου πώλησης προσυσκευασμένων προϊόντων της Σαντορίνης. Εκεί παρουσίαζε στους επισκέπτες φάβα, κρασί και κάπαρη, προϊόντα που σήμερα είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με το όνομα του νησιού και με τη γαστρονομική του ταυτότητα, τότε όμως ήταν «παντελώς άγνωστα στους ξένους τουρίστες, αλλά και σε πολλούς Έλληνες».

Η πρωτοβουλία αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ιδωθεί μαζί με την εικόνα που δίνει ο ίδιος ο οδηγός: ένα νησί με περίπου 75 ξενοδοχειακές κλίνες και τουριστική αγορά που βρισκόταν ακόμη στην αρχή της. Ο Δελένδας δεν περίμενε απλώς να ανακαλύψει ο επισκέπτης τα προϊόντα του τόπου, αλλά προσπάθησε να τα συσκευάσει, να τα παρουσιάσει και να τα εντάξει στην εμπειρία του ταξιδιού.

Παράλληλα, σύμφωνα πάντα με το κείμενο της Μαργαρίτας Λιδωρίκη, τύπωσε στην Ιταλία τις πρώτες «σύγχρονες» καρτ ποστάλ του νησιού, καθώς μέχρι τότε κυκλοφορούσαν κυρίως εκείνες του τοπικού φωτογράφου Ιωακειμίδη, στον οποίο, όπως σημειώνει, οφείλονται πολύτιμες εικόνες της παλιάς Σαντορίνης.

Η αναφορά αυτή δημοσιεύεται σε βιβλίο αφιερωμένο ακριβώς στις παλιές καρτ ποστάλ της Σαντορίνης. Μικρές εικόνες που αγοράζονταν από τους πρώτους επισκέπτες και ταξίδευαν ταχυδρομικά σε άλλες χώρες, έγιναν ένας από τους πρώτους τρόπους με τους οποίους η εικόνα του νησιού έφτασε έξω από τα ελληνικά σύνορα.

Με διαφορετικά μέσα, ο Πέτρος Δελένδας έκανε ουσιαστικά κάτι που σήμερα θεωρείται αυτονόητο για κάθε μεγάλο τουριστικό προορισμό: προσπάθησε να δημιουργήσει και να στείλει προς τα έξω την εικόνα του τόπου του.

Ένα κομμάτι αυτής της ιστορίας υπάρχει ακόμη στα Φηρά. Ο χώρος όπου λειτούργησε το εκθετήριο των σαντορινιών προϊόντων άλλαξε στη συνέχεια χρήση και έγινε οικογενειακή κατοικία, από την οποία πέρασαν για περισσότερες από τρεις δεκαετίες γενιές της οικογένειας, συγγενείς, φίλοι και συμμαθητές.

Ήταν μια διαφορετική μορφή φιλοξενίας. Το σπίτι γέμιζε τα καλοκαίρια με παρέες και ανθρώπους που επέστρεφαν στο νησί, σε μια εποχή κατά την οποία η Σαντορίνη παρέμενε για πολλές οικογένειες τόπος επιστροφής και συνάντησης, όχι μόνο τουριστικός προορισμός. Ακριβώς μπροστά βρίσκεται ο ‘Αγιος Στυλιανός, το χαρακτηριστικό καθολικό εκκλησάκι θεμελιωμένο στο χείλος της καλντέρας, μπροστά στο οποίο σήμερα σταματούν επισκέπτες από όλο τον κόσμο για να φωτογραφίσουν μία από τις πιο χαρακτηριστικές εικόνες των Φηρών.

Η παρουσία του καταγράφεται ήδη από το 1757, σε κατάλογο της Σαντορίνης που συνέταξε ο καθολικός αρχιεπίσκοπος Νάξου Πέτρος Ντε Στέφανι. Η αρχιτεκτονική του είναι σταυροειδής με τρούλο, θηραϊκού τύπου, ενώ η ιστορία του συνδέεται και με την οικογένεια Δελένδα.

Σύμφωνα με την πινακίδα στην εξωτερική είσοδο, ο ναός ήταν ιδιοκτησία της οικογένειας Αντωνίου Δελένδα ή Κρίνου. Η απόγονός του Φλώρα, σύζυγος Νικολάου Γ. Δελένδα, τον δώρισε το 1919 στον ιερέα Νικόλαο Φ. Δελένδα, ο οποίος με τη διαθήκη του τον κληροδότησε το 1929 στην Καθολική Επισκοπή Θήρας. Επισκευάστηκε το 1988 και εορτάζει στις 26 Νοεμβρίου.

Η διαδρομή του παλιού εκθετηρίου και οικογενειακού σπιτιού συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Στον ίδιο χώρο λειτουργεί πλέον το Amelot Art Suites, μια μικρή μονάδα φιλοξενίας που επιχειρεί να διατηρήσει τη σύνδεση του κτιρίου με το παρελθόν του. Οι αρχιτέκτονες Κατερίνα Βασιλειάδη, Φανή Βουρναδάκη και Κώστας Αντωνίαδης επέλεξαν με ελάχιστες παρεμβάσεις να προσαρμόσουν τον χώρο στη νέα του χρήση, κρατώντας όσο ήταν δυνατόν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του.

Έτσι διαμορφώνεται μια συνέχεια που ξεπερνά τον μισό αιώνα. Εκεί όπου κάποτε παρουσιάζονταν στους πρώτους ξένους επισκέπτες η φάβα, το κρασί και η κάπαρη της Σαντορίνης, αργότερα άνοιγε η πόρτα σε συγγενείς, συμμαθητές και φίλους. Σήμερα η ίδια πόρτα ανοίγει ξανά σε επισκέπτες από διαφορετικά μέρη του κόσμου.

Η φιλοξενία έγινε επαγγελματική, αλλά ο χώρος εξακολουθεί να υπηρετεί, με διαφορετικό τρόπο, την ίδια ιδέα: την υποδοχή ανθρώπων στο νησί.

Η δραστηριότητα του Πέτρου Δελένδα δεν περιοριζόταν στον τουριστικό οδηγό και στην προβολή των τοπικών προϊόντων. Όπως γράφει η Μαργαρίτα Λιδωρίκη στο βιβλίο-λεύκωμα «Σαντορίνη μέχρι το 1956 μέσα από Cartes-Postales»: «Εκείνη την εποχή ήταν που μετασκεύασε, με δικά του σχέδια, ένα συγκρότημα υπόσκαφων στο Μέσα Γιαλό σε ένα επιβλητικό ιδιόμορφο αρχιτεκτονικό οικοδόμημα, που δεσπόζει ακόμα στην περιοχή, γνωστό σαν πύργος Δελένδα».

Παράλληλα, έγραφε ποιήματα, κυρίως σατιρικά, τα οποία, σύμφωνα με το ίδιο κείμενο, παρουσιάζονταν συχνά από τη ραδιοφωνική χιουμοριστική εκπομπή της Νίνας και του Νικολάκη. Έγραψε επίσης τους στίχους και εξέδωσε σε παρτιτούρα και δίσκο βινυλίου το τραγούδι «Η Σαντορινιά», που μελοποίησε ο συνθέτης Ιωσήφ Ριτσιάδης.

Πενήντα πέντε χρόνια μετά την έκδοση του μικρού οδηγού, η Σαντορίνη έγινε στο μεταξύ παγκόσμιο τουριστικό σύμβολο, διατηρώντας τα στοιχεία που την έκαναν ξεχωριστή: το ηφαιστειακό τοπίο, την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική, τα προϊόντα, τα κρασιά και τους ανθρώπους της. Και ο «Οδηγός Σαντορίνης» του 1971 μένει σήμερα ως μαρτυρία όχι μόνο για το πόσο άλλαξε το νησί, αλλά και για το πόσο μακριά ταξίδεψε μέσα σε μισό αιώνα.

Loading

Play