Στην Αλ-Χαμιντίγια της Συρίας, κοντά στα σύνορα με τον Λίβανο, οικογένειες μουσουλμάνων συνεχίζουν να μιλούν κρητική διάλεκτο μαζί με τα αραβικά, 129 χρόνια μετά την αναχώρηση των προγόνων τους από την Κρήτη. Ο σπάνιος αυτός γλωσσικός δεσμός παραμένει ζωντανός στην επαρχία της Ταρτούς, μόλις 3 χιλιόμετρα από τα σύνορα.
Η Οθωμανική Αυτοκρατορία ίδρυσε την Αλ-Χαμιντίγια το 1897, ως καταφύγιο για τους ελληνόφωνους μουσουλμάνους που εκτοπίστηκαν στη σύγκρουση του 1897-1898 ανάμεσα στην Ελλάδα και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η πόλη πήρε το όνομά της από τον σουλτάνο Αμπντούλ Χαμίντ Β΄.
Οι επόμενες γενιές κράτησαν κρητικά τραγούδια, πιάτα, έθιμα και εκφράσεις, όμως οι κάτοικοι λένε ότι η διάλεκτος ακούγεται όλο και λιγότερο και πλέον στηρίζεται κυρίως στους ηλικιωμένους που τη μαθαίνουν μέσα στις οικογένειες.
Έργο του Ελληνικού Ιδρύματος Έρευνας και Καινοτομίας, όπως το επικαλείται η Shafaq και θα διασταυρωθεί επίσημα, παρουσιάζει την Αλ-Χαμιντίγια ως μία από τις λίγες ελληνόφωνες μουσουλμανικές κοινότητες στην ανατολική Μεσόγειο που επιβιώνουν ακόμη.
«Έχουμε ενσωματωθεί πλήρως στη συριακή κοινωνία, διατηρώντας παράλληλα τον πολιτισμικό χαρακτήρα που είναι ορατός στη γλώσσα, τις παραδόσεις και την καθημερινή μας ζωή», δήλωσε ο ψαράς Άντελ Αλ-Σαλάμ στον ανταποκριτή της Shafaq.
Για τους κατοίκους, η διάλεκτος συνδέει τις σημερινές οικογένειες με μια ιστορία μετανάστευσης που περνά από τις οικογενειακές συζητήσεις, τα τραγούδια και την προφορική παράδοση. Η μνήμη εκείνης της διαδρομής παραμένει ζωντανή, όπως λένε, από τότε που ο πόλεμος έδιωξε τους παππούδες τους από την Κρήτη.
Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR) είχε καταγράψει στο παρελθόν κατοίκους της Αλ-Χαμιντίγια που έμαθαν κρητικά από τους γονείς και τους παππούδες τους, παρότι δεν είχαν επισκεφθεί ποτέ την Κρήτη, όπως ο Αχμέτ Ταρζαλάκης.
Η αλιεία και η γεωργία παραμένουν βασικά στοιχεία της ζωής στην Αλ-Χαμιντίγια, που βρίσκεται στις ακτές της Μεσογείου στην επαρχία Ταρτούς, ενώ η παραλία της προσελκύει τουρίστες.
«Ανήκουμε εδώ ίσως πιο πολύ από οπουδήποτε αλλού στον κόσμο», είχε πει ο Αχμέτ στο αφιέρωμα της Ύπατης Αρμοστείας, περιγράφοντας τον δεσμό της κοινότητας με τον τόπο όπου ζει σήμερα.
Η συριακή ταυτότητα της κοινότητας και οι κρητικές ρίζες της συνυπάρχουν για περισσότερο από έναν αιώνα, μετατρέποντας την πόλη σε ζωντανό μνημείο ενός οθωμανικής εποχής εκτοπισμού που αναδιαμόρφωσε κοινότητες σε όλη τη Συρία, τον Λίβανο, την Τουρκία και τη Λιβύη.

Οι προπαππούδες έφυγαν από τα Χανιά και τα δισέγγονα επέστρεψαν εκεί από ανάγκη. Βρήκαν μια πατρίδα.
Μπαίνοντας σε ένα μικρό μαγαζί στα Χανιά, όπως αφηγείται το BBC που συνέχισε την ιστορία από εκεί που την άφησε η Ύπατη Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες, ο Αχμέτ Ταρζαλάκης ξεκίνησε να συστήνεται.
Ο ιδιοκτήτης τον κοίταξε με το στόμα ανοιχτό. Καταλάβαινε τι έλεγε ο Αχμέτ, όμως ορισμένες λέξεις του ήταν άγνωστες και παλιομοδίτικες, ενώ άλλες δεν τις καταλάβαινε καθόλου. Ήταν σαν ο Αχμέτ να είχε φτάσει όχι μόνο από τη Συρία, αλλά και από μια άλλη εποχή.
«Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι κάποιος μιλούσε ακόμα την παλιά γλώσσα σήμερα», λέει ο Αχμέτ.
Όπως είχε διηγηθεί τότε στο βρετανικό μέσο, τα παιδιά μάθαιναν ελληνικούς χορούς και μαντινάδες. Οι γονείς μετέδιδαν στους νεότερους τις παραδοσιακές κρητικές συνταγές, όπως τα τηγανητά σαλιγκάρια, τους χοχλιούς μπουμπουριστούς, ενώ οι γάμοι με μέλη του συριακού πληθυσμού ήταν σπάνιοι. Η σύζυγος του Αχμέτ, η Γιασμίν, κατάγεται επίσης από κρητική οικογένεια.

Η κόκκινη τελεία στα δεξιά είναι η Αλ Χαμιντίγια. Τα Χανιά βρίσκονται στη βορειοδυτική Κρήτη.
Στα επόμενα χρόνια, οι 10.000 κάτοικοί του διατήρησαν επαφή με τη σύγχρονη Κρήτη παρακολουθώντας ελληνική τηλεόραση μέσω δορυφόρου. «Υπήρχε πάντα ένα κομμάτι της Κρήτης στις καρδιές μας», λέει ο Αχμέτ.
Όλοι γνώριζαν ακριβώς από ποιο χωριό προερχόταν η οικογένεια του καθενός. «Οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας έλεγαν πόσο όμορφη ήταν η Κρήτη και πόσο εκεί είχαν όλα όσα χρειάζονταν. Πάντα θέλαμε να την επισκεφτούμε, αλλά ποτέ δεν είχαμε την ευκαιρία. Την περιέγραφαν ως τη γη με το γάλα και το μέλι».
Η ανάγκη μετατράπηκε σε ευκαιρία μέσα από έναν από τους πιο βίαιους πολέμους των τελευταίων δεκαετιών, τον Συριακό εμφύλιο με δεκάδες εθνικούς στρατούς και πολιτοφυλακές που κράτησε πάνω από 14 χρόνια. Ο Αχμέτ και η οικογένειά του πούλησαν ό,τι είχαν και το έδωσαν στους δουλέμπορους για να τους περάσουν στην Ελλάδα, παραλίγο όμως να πνιγούν.
Όταν η οικογένεια πήγε στην πρώτη της συνέντευξη για την αίτηση ασύλου, ο Αχμέτ έβαλε σκόπιμα το δάχτυλό του δίπλα στο χαρακτηριστικό κρητικό επώνυμό του, Ταρζαλάκης, όταν του ζήτησαν να δείξει το διαβατήριό του.
«Ένας εργαζόμενος άρχισε να φωνάζει στους συναδέλφους του: Κοιτάξτε, κοιτάξτε, υπάρχει ένας Κρητικός εδώ! Ελάτε να δείτε!», λέει ο Αχμέτ. Όλοι άρχισαν να συρρέουν από περιέργεια.
Πλέον το επώνυμο Ταρζαλάκης, Tarzalaki, Tarzalakis, Trzlaki, Tarzalake, αλλά και η γραφή του στα αραβικά, συναντώνται στην Ταρτούς, στην Κρήτη και ειδικά στα Χανιά, στην Κύπρο και έντονα στη Λεμεσό, αλλά και στη Δρέσδη της Γερμανίας. Σε αυτά τα σημεία σκορπίστηκαν οι απόγονοι των Κρητών από τον συριακό εμφύλιο πόλεμο.
Με ψάξιμο και ένα χαμόγελο έγινε σαφές πως και άλλοι κάτοικοι της Αλ-Χαμιντίγια, με το ίδιο αλλά και με διαφορετικά επώνυμα από των Ταρζαλάκηδων, επέστρεψαν επίσης στην πατρίδα των προπαππούδων τους, γιατί κάτι τους τράβηξε εκεί. Κάτι τους έλεγε πως και αυτή είναι πατρίδα.
Πηγή περιεχομένου: in.gr
![]()
