BRCA1 και BRCA2: πόσο μπορεί να καθυστερήσει η προληπτική αφαίρεση ωοθηκών και σαλπίγγων

BRCA1 και BRCA2: πόσο μπορεί να καθυστερήσει η προληπτική αφαίρεση ωοθηκών και σαλπίγγων

Για τις γυναίκες με παθογόνες παραλλαγές στα γονίδια BRCA1 ή BRCA2, η προληπτική αφαίρεση ωοθηκών και σαλπίγγων είναι μία από τις πιο κρίσιμες κινήσεις για τη μείωση του κινδύνου καρκίνου. Το ερώτημα του πότε πρέπει να γίνει η επέμβαση παραμένει δύσκολο, καθώς ο αυξανόμενος με την ηλικία ογκολογικός κίνδυνος πρέπει να σταθμιστεί απέναντι στη γονιμότητα και στις συνέπειες της πρόωρης χειρουργικής εμμηνόπαυσης.

Οι ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής του Νοσοκομείου Αλεξάνδρα, της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, δρ. Μαρία Καπαρέλου και Θάνος Δημόπουλος, αναφέρουν ότι νέα δεδομένα που δημοσιεύθηκαν στο JAMA Surgery επιχειρούν να ποσοτικοποιήσουν αυτόν τον κίνδυνο και να δείξουν τι σημαίνει στην πράξη η αναβολή της προληπτικής επέμβασης σε διαφορετικές ηλικίες. Οι παθογόνες παραλλαγές των BRCA1 και BRCA2 αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο καρκίνου των ωοθηκών και των σαλπίγγων.

Παράλληλα, δεν υπάρχει σήμερα αποτελεσματική μέθοδος προσυμπτωματικού ελέγχου που να έχει αποδειχθεί ότι μειώνει τη θνησιμότητα από τη νόσο. Για τον λόγο αυτό, η αμφοτερόπλευρη σαλπιγγοωοθηκεκτομή μείωσης κινδύνου παραμένει κεντρικό στοιχείο της πρόληψης για τις γυναίκες με αυτές τις γενετικές παραλλαγές.

Η νέα μελέτη περιέλαβε 5.713 γυναίκες με παθογόνες παραλλαγές BRCA, οι οποίες παρακολουθήθηκαν σε 24 διεθνή κέντρα. Από αυτές, 4.286 ήταν φορείς BRCA1 και 1.427 BRCA2, με μέση ηλικία ένταξης τα 42 έτη και μέση διάρκεια παρακολούθησης 4,4 έτη.

Στο διάστημα αυτό καταγράφηκαν 249 περιπτώσεις καρκίνου των ωοθηκών, 225 σε φορείς BRCA1 και 24 σε φορείς BRCA2. Οι ερευνητές υπολόγισαν ότι για μια γυναίκα 30 ετών ο υπολειπόμενος διά βίου κίνδυνος καρκίνου των ωοθηκών έφθανε το 55% για τις φορείς BRCA1 και το 24,1% για τις φορείς BRCA2.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η εκτίμηση του κινδύνου από την καθυστέρηση της προληπτικής επέμβασης. Για μια 30χρονη φορέα BRCA1, αν η επέμβαση γινόταν στα 40 έτη, ο εκτιμώμενος κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου έως τότε ήταν 4,2%, ενώ αν μεταφερόταν στα 45 έτη ανέβαινε στο 12,1% και στα 50 έτη έφθανε το 23,9%.

Στις φορείς BRCA2, η αύξηση του κινδύνου εμφανιζόταν αργότερα. Για μια γυναίκα 30 ετών που θα ανέβαλλε την επέμβαση έως τα 50 έτη, ο αντίστοιχος εκτιμώμενος κίνδυνος ήταν 3,5%.

Ένα ακόμη εύρημα είναι ότι ο κίνδυνος δεν εξαφανίζεται στις μεγαλύτερες ηλικίες. Ακόμη και στα 75 έτη, ο υπολειπόμενος διά βίου κίνδυνος υπολογίστηκε σε 8,4% για τις φορείς BRCA1 και 3,7% για τις φορείς BRCA2, στοιχείο που μπορεί να έχει σημασία στη συμβουλευτική μεγαλύτερων γυναικών που δεν έχουν υποβληθεί σε προληπτική επέμβαση.

Το συνοδευτικό άρθρο του JAMA Surgery αναδεικνύει και την πολυπλοκότητα της απόφασης. Η αφαίρεση των ωοθηκών πριν από τη φυσιολογική εμμηνόπαυση συνεπάγεται άμεση απώλεια της γονιμότητας και πρόωρη χειρουργική εμμηνόπαυση, γι’ αυτό η συζήτηση με τις γυναίκες που φέρουν BRCA1/2 πρέπει να περιλαμβάνει και τον αναπαραγωγικό σχεδιασμό, τη διαχείριση των συμπτωμάτων της εμμηνόπαυσης και, όπου χρειάζεται, ορμονική θεραπεία.

Μία στρατηγική που βρίσκεται υπό διερεύνηση είναι η σαλπιγγεκτομή με καθυστερημένη ωοθηκεκτομή: αρχικά αφαιρούνται οι σάλπιγγες και οι ωοθήκες διατηρούνται έως μεγαλύτερη ηλικία, ώστε να καθυστερήσει η χειρουργική εμμηνόπαυση. Ωστόσο, η ογκολογική ασφάλεια αυτής της προσέγγισης δεν έχει ακόμη αποδειχθεί και η στρατηγική εξακολουθεί να αξιολογείται σε προοπτικές μελέτες.

Τα νέα δεδομένα δεν δίνουν μία μοναδική ηλικία που να ταιριάζει σε όλες τις γυναίκες, προσφέρουν όμως μια πιο συγκεκριμένη εικόνα για τον κίνδυνο που συνοδεύει την αναβολή της επέμβασης. Η διαφορά μεταξύ BRCA1 και BRCA2 είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς ο κίνδυνος εμφανίζεται νωρίτερα και αυξάνεται ταχύτερα στις φορείς BRCA1.

Έτσι, η απόφαση για τον χρόνο της προληπτικής χειρουργικής μπορεί να γίνεται πιο εξατομικευμένα, συνδυάζοντας τον γενετικό κίνδυνο με την ηλικία, την επιθυμία τεκνοποίησης και τις προτεραιότητες κάθε γυναίκας.

ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ

Loading

Play