Η κυβέρνηση των «δεν εννοούσα αυτό»

Η κυβέρνηση των «δεν εννοούσα αυτό»

Μια φορά λες «του ξέφυγε». Δεύτερη φορά λες «κακή στιγμή». Όταν όμως τα περιστατικά αρχίζουν να μαζεύονται, τότε δεν μιλάμε απλώς για μεμονωμένες γκάφες. Αρχίζει να δημιουργείται μια συγκεκριμένη εικόνα.

Πάρε για παράδειγμα τον Άδωνι Γεωργιάδη. Σε τηλεοπτική συζήτηση, όταν ο δημοσιογράφος Νίκος Ελευθερόγλου τον ρώτησε για ενδεχόμενο κυβέρνησης συνεργασίας, του απάντησε «μήπως έχετε πάρει κάνα μπάφο πριν βγείτε στην εκπομπή;».

Δεν χρειάζεται μεγάλη πολιτική ανάλυση εδώ. Ένας υπουργός μιλάει σε έναν δημοσιογράφο που του κάνει μια ερώτηση. Μπορεί η ερώτηση να του φαίνεται παράλογη, μπορεί να διαφωνεί εκατό τοις εκατό. Απαντάς. Δεν χρειάζεται να περάσεις στην προσωπική ειρωνεία και μετά να συζητάμε αν ήταν χιούμορ.

Λίγες μέρες αργότερα ήρθε ο Χάρης Θεοχάρης να μιλήσει για «κόμματα που εκπροσωπούν τον κακομοίρη» και να αντιπαραβάλει αυτή την εικόνα με τους «νοικοκύρηδες». Η ακριβής διατύπωσή του προκάλεσε πολιτικές αντιδράσεις και συζήτηση για το αν έτσι χωρίζονται οι πολίτες ανάλογα με την πολιτική τους επιλογή.

Πραγματικά δεν καταλαβαίνουν πώς ακούγονται αυτές οι κουβέντες;

Γιατί ο άνθρωπος που δεν ψηφίζει Νέα Δημοκρατία δεν είναι ούτε λιγότερο νοικοκύρης ούτε περισσότερο κακομοίρης από κανέναν άλλο. Είναι πολίτης. Και ο υπουργός είναι υπουργός και γι’ αυτόν.

Μετά έχουμε τη γνωστή κουβέντα ότι, επειδή βλέπουμε αυτοκίνητα στους δρόμους, γεμάτες εθνικές οδούς ή κόσμο να κινείται, αυτό αποτελεί απόδειξη ευημερίας και κατανάλωσης.

Μόνο που όποιος έχει κολλήσει μια καθημερινή μέρα στον Κηφισό ξέρει ότι το μποτιλιάρισμα δεν είναι ακριβώς δείκτης πλούτου.

Ο άλλος μπορεί να κάνει μία ώρα για να πάει στη δουλειά του. Μπορεί να χρησιμοποιεί αυτοκίνητο επειδή δεν εξυπηρετείται διαφορετικά. Μπορεί να υπολογίζει και το τελευταίο ευρώ για βενζίνη. Το ότι βρίσκεται στον δρόμο δεν σημαίνει ότι ξαφνικά έγινε «υπερκαταναλωτής».

Το ίδιο ισχύει και όταν η απάντηση σε ανθρώπους που διαμαρτύρονται για το κόστος της βενζίνης είναι περίπου «υπάρχουν και τα λεωφορεία».

Τέτοιες κουβέντες ακούγονται πολύ εύκολες όταν δεν είσαι εσύ αυτός που πρέπει να αλλάξει δύο και τρία μέσα, όταν ζεις σε περιοχή με κακή συγκοινωνία ή όταν πρέπει να μετακινήσεις παιδιά, ηλικιωμένους ή να πας στη δουλειά σε ώρες που λεωφορείο περνάει με το σταγονόμετρο.

Υπάρχει όμως και η υπόθεση με το ιατρείο στο Κολωνάκι μετά τον θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη, που άνοιξε μια άλλη συζήτηση.

Ο Γιώργος Πατούλης έχει δηλώσει ότι ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών είχε πραγματοποιήσει ελέγχους στο συγκεκριμένο ιατρείο και ότι σε προηγούμενους ελέγχους δεν είχαν εντοπιστεί παρατυπίες. Σε άλλη τοποθέτησή του ανέφερε ότι σε προσπάθεια ελέγχου οι ελεγκτές δεν μπόρεσαν να μπουν επειδή δεν τους άνοιξαν.

Την ίδια στιγμή, μετά τον θάνατο του τραγουδιστή, ο ίδιος ο Πατούλης δήλωνε ότι το ιατρείο είχε άδεια παθολογικού ιατρείου και ότι στον φάκελό του δεν υπήρχε καταγεγραμμένο μηχάνημα πλασμαφαίρεσης.

Είναι λοιπόν απολύτως θεμιτό να ρωτάει ο κόσμος πώς λειτουργούσε ένας τέτοιος χώρος, τι ακριβώς είχε ελεγχθεί και πόσο αποτελεσματικοί ήταν οι έλεγχοι. Δεν χρειάζεται να βγάλει κανείς μόνος του δικαστική απόφαση για να θέσει αυτά τα ερωτήματα.

Στην ίδια υπόθεση προέκυψε και η γνωριμία του Θάνου Πλεύρη με τον γιατρό που βρέθηκε στο επίκεντρο της έρευνας. Ο ίδιος ο Πλεύρης επιβεβαίωσε ότι τον γνώριζε και ότι του τηλεφώνησε όταν έμαθε για τον θάνατο του Μαζωνάκη, εξηγώντας ότι θεωρούσε φυσιολογικό να ρωτήσει τι είχε συμβεί.

Αργότερα, όταν το ΠΑΣΟΚ έθεσε ερωτήματα για παλαιότερες σχέσεις, ο Πλεύρης απάντησε ότι δεν υπήρξε επαγγελματική συνεργασία με τον συγκεκριμένο γιατρό.

Δεν είναι ανάγκη να υιοθετήσει κάποιος κάθε κατηγορία της αντιπολίτευσης. Ούτε να θεωρήσει ένοχο οποιονδήποτε πριν ολοκληρωθούν οι έρευνες.

Αλλά όταν υπάρχουν προηγούμενες γνωριμίες, δημόσιες παρουσίες, συνέδρια, έλεγχοι που δεν εντόπισαν προβλήματα και μετά μια υπόθεση παίρνει τέτοιες διαστάσεις, το λιγότερο που δικαιούται να ζητήσει ο κόσμος είναι καθαρές απαντήσεις.

Ο ένας ειρωνεύεται δημοσιογράφο. Ο άλλος μιλάει για «κακομοίρηδες» και «νοικοκύρηδες». Κάποιος άλλος αντιμετωπίζει το μποτιλιάρισμα σαν απόδειξη οικονομικής άνεσης. Σε μια σοβαρή υπόθεση υγείας εμφανίζονται ερωτήματα για ελέγχους, γνωριμίες και ευθύνες.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι όλα αυτά είναι ίδια. Δεν είναι.

Το πρόβλημα είναι η εικόνα που δημιουργείται όταν συμβαίνουν το ένα μετά το άλλο: ότι κάποιοι έχουν αρχίσει να αισθάνονται υπερβολικά άνετα με την εξουσία.

Και όταν μένεις πολλά χρόνια στην εξουσία, αυτός είναι ίσως ο μεγαλύτερος κίνδυνος.

Να αρχίσεις να πιστεύεις ότι δεν χρειάζεται να εξηγείς.

Loading

Play