Η Ύδρα μάγεψε τον Χένρι Μίλερ και γέννησε τον «Κολοσσό του Μαρουσιού»

Η Ύδρα μάγεψε τον Χένρι Μίλερ και γέννησε τον «Κολοσσό του Μαρουσιού»

«Η Ύδρα είναι ένας βράχος που υψώνεται από τη θάλασσα αισθητικά τέλειος…». Με αυτή τη φράση αποτυπώνεται η εντύπωση που άφησε το νησί στον Χένρι Μίλερ, ο οποίος το 1939 βρέθηκε στην Ελλάδα και είδε στην Ύδρα ένα τοπίο που τον σημάδεψε.

Σωτήριον έτος 1939, παραμονές β΄ παγκοσμίου πολέμου. Ο αιρετικός Αμερικανός συγγραφέας Χένρι Μίλερ βρίσκεται ήδη δύο μήνες και κάτι στην Ελλάδα. Τέτοιες μέρες, σαν και τις τρέχουσες, το πρώτο 15ημερο του Σεπτεμβρίου, φιλοξενείται στο υπέροχο αρχοντικό του Χατζηκυριάκου Γκίκα, στην Ύδρα. Στον δρόμο του Έλληνα ζωγράφου τον έχει φέρει μία καρμική ακολουθία συναντήσεων και γνωριμιών, που ξεκίνησε το 1935, όταν ο τότε 23χρονος Βρετανός, επίδοξος λογοτέχνης, Λόρενς Ντάρελ έστειλε ένα γράμμα στον τότε 44χρονο Αμερικανό συγγραφέα, που ό,τι είχε εκδώσει το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Τροπικός του καρκίνου». Στην επιστολή του ο νεαρός εξέφραζε θαυμασμό για το έργο του Μίλερ, διατύπωνε τις προσωπικές του ανησυχίες, αποκήρυσσε την εγγλέζικη καταγωγή του, δήλωνε «ομογενής του κόσμου» και ζητούσε γνώμη και κατευθύνσεις περί τη λογοτεχνία, καθώς -όπως σημείωνε- εκείνη την ίδια χρονιά επρόκειτο και ο ίδιος να κάνει την πρώτη εκδοτική απόπειρά του. Ο Μίλερ είδε σ΄ αυτόν τον… «ομογενή του κόσμου» τον εαυτό του, απάντησε στην επιστολή και άνοιξε για τους δυο τους έναν κύκλο επαφών δι αλληλογραφίας.

Τον χειμώνα του ΄39 ο Ντάρελ, που ζει με την αγαπημένη του σε μία απομονωμένη ψαροκαλύβα στην Κέρκυρα, προσκαλεί τον φίλο του στην Ελλάδα. Κουρασμένος από τη μποέμικη ζωή στα καφέ και τα φτηνά ξενοδοχεία του Παρισιού, ο Μίλερ ανταποκρίνεται στην πρόσκληση και φτάνει στο ελληνικό νησί τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου.

Όσο η Ευρώπη βυθίζεται με σταθερό βηματισμό στον ζόφο του πολέμου που κοντοζυγώνει, εκείνοι, για τρεις εβδομάδες απολαμβάνουν την ηρεμία του τοπίου, τη θάλασσα, το φως, τις συζητήσεις τους. Τότε ο Ντάρελ αποφασίζει να ταξιδέψουν ίσαμε την Αθήνα για να συστήσει στον Αμερικανό φίλο του τη λογοτεχνική ελίτ της Ελλάδας.

Ο Μίλερ μπαίνει στη συντροφιά των διανοουμένων της γενιάς του ΄30 και ενθουσιάζεται. Γιώργος Σεφέρης, Κωνσταντίνος Τσάτσος, Δημήτρη Αντωνίου, Γιώργος Κατσίμπαλης, Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας τον γοητεύουν, τον μαγνητίζουν, τον τραβούν στον περίφημο «κύκλο του Αμαρουσίου». Εκεί, βλέπεις, κατοικεί ο Κατσίμπαλης και οι μαζώξεις των ατελείωτων φιλολογικών και φιλοσοφικών αναζητήσεων γίνονται στο σπίτι του. Το Μαρούσι θα γίνει ευρέως γνωστό όταν το 1941 κυκλοφορήσει το έργο του Μίλερ «Ο κολοσσός του Μαρουσιού», αφιερωμένο στον Κατσίμπαλη, τον «σύγχρονο Έλληνα με το στόμα ενός ομηρικού ραψωδού και την ψυχή ενός διονυσιακού πνεύματος», και στον πνευματικό του… βιότοπο.

Τώρα πια είναι η σειρά του Χατζηκυριάκου-Γκίκα να προσκαλέσει τον Αμερικανό στο δικό του ησυχαστήριο, στην Ύδρα. Εδώ, στο αρχοντικό του 18ου αι., πατρικό του προπάππου του ζωγράφου, που αγναντεύει από ψηλά τη σφιχτοκτισμένη πόλη και τη θάλασσα του Σαρωνικού, θα σκαρώσει ο Μίλερ το προσχέδιο του Κολοσσού του Μαρουσιού. Για τον συγγραφέα, η Ύδρα θυμίζει «πετρωμένο καρβέλι ψωμί», που η απουσία θορύβου και η αρμονία αρχοντικού και βράχου το μετατρέπει σε «σύμβολο εσωτερικής ειρήνης και πνευματικής αναγέννησης». Ρουφάει αχόρταγα το φως, τον ήλιο, το γκρίζο του βράχου και το γαλάζιο της θάλασσας και γράφει.

Αφού απολαύσει ό,τι του προσφέρει απλόχερα το νησί, θα ταξιδέψει με τον Χατζηκυριάκο-Γκίκα σε άλλες ελληνικές γωνιές. Στους Δελφούς, στην Επίδαυρο, στην Ελευσίνα, σε όποια μεριά ζητήσει αυτός ο αυτοαποκαλούμενος «μεγαλοφυής τεμπέλης» για να βάλει και την τελευταία ψηφίδα στην εικόνα του και να γράψει εντέλει:

«Η Ελλάδα είναι η χώρα στην οποία θα ήθελα να πεθάνω. Εδώ, ο θάνατος δεν είναι τρομακτικός. Είναι μία φυσική μετάβαση. Ένας ύπνος κάτω από φως και γαλήνη…»

Τ. Α. Μανιατέα

ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΑΤΤΙΚΗΣ/STR

Loading

Play