Η Βάρδια στον Μπόμπι Ντικ είναι ο τίτλος του νέου βιβλίου του Κώστα Ακρίβου, που μόλις κυκλοφόρησε από το Μεταίχμιο. Το βιβλίο κινείται ανάμεσα στο δοκίμιο, τη μυθοπλασία και την ανοιχτή συνομιλία με το συγγραφικό παρελθόν, καθώς ο Ακρίβος συνθέτει ένα κείμενο σύγχρονης ποιητικής με αφετηρία το έργο του Χέρμαν Μέλβιλ «Μόμπι Ντικ ή Η φάλαινα» (1851).
Τα τελευταία χρόνια ο Ακρίβος έχει επιστρέψει πολλές φορές σε πρόσωπα και λογοτεχνικά έργα της νεοελληνικής και της ξένης λογοτεχνίας, ενσωματώνοντας την ατμόσφαιρά τους στο σήμερα και αντλώντας νέα στοιχεία από τη σύνθετη φύση τους.
Γράφοντας για τον Μέλβιλ και τον «Μόμπι Ντικ», ο Ακρίβος στοχάζεται πάνω στο πυκνό μυστήριο της σύγκρουσης του φυσικού με το ανθρώπινο στοιχείο, στη διαρκή μάχη της κυριαρχίας και της κατάκτησης, αλλά και στην ένταση μιας μεγάλης γεωγραφικής και υπαρξιακής περιπέτειας.
Ρωτάμε τον Κώστα Ακρίβο πότε και πώς ακριβώς ξεκίνησε η δουλειά του. Μας λέει:
– Το πρώτο από τα 6+1 σημειώματα για τη «Φάλαινα» του Χέρμαν Μέλβιλ δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Αντί» το φθινόπωρο του 1994· από τότε μπορεί κανείς να πει ότι ξεκινά η ζωή του βιβλίου «Βάρδια στον Μπόμπι Ντικ».
Όμως ποια είναι η ανάγκη που οδηγεί κάποιον να μη μείνει μόνο στην αναγνωστική ευφορία, αλλά να θελήσει με τον δικό του τρόπο να εξιχνιάσει ορισμένα από τα εργαλεία της αφήγησης ενός μυθιστορήματος; Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η αφετηρία ήταν ο θαυμασμός, που γεννήθηκε από την αρχική απορία για το πώς ο Μέλβιλ κατάφερε να δώσει σε μια ναυτική ιστορία τέτοια πνοή και έκταση, ώστε να την αποδώσει μόνο ένας οραματιστής δημιουργός.
Προοικονομία, οιωνοί, προαισθήσεις και η πληθώρα των παρομοιώσεων είναι από τα στοιχεία που μελέτησε ο Ακρίβος στο «Μόμπι Ντικ». Η προσεκτική ανάγνωση εντοπίζει 827 παρομοιώσεις, οι οποίες συγγενεύουν σε μεγάλο βαθμό με τις αντίστοιχες των ομηρικών επών και αναδεικνύουν το μυθοπλαστικό εύρος της φαντασίας του Μέλβιλ. Επειδή το κεντρικό θέμα του «Μόμπι Ντικ» είναι ένα περιπετειώδες ναυτικό συμβάν, η ανάγνωση δεν μπορεί να μη σταθεί και στις φιλικές σχέσεις και δεσμούς ανάμεσα στους άντρες του πληρώματος του Πίκουοντ, με ιδιαίτερη εντύπωση να προκαλεί ο τρόπος που χτίζεται η φιλία του κανίβαλου καμακιστή Κουίκουεγκ με τον αφηγητή του βιβλίου, τον Ισμαήλ.
Δύο από τα σημειώματα επικεντρώνονται στον συμβολισμό των ονομάτων των πλοίων που συναντά το Πίκουοντ στη ρότα του, αλλά και στην έκδηλη γνώση και αγάπη του Χέρμαν Μέλβιλ για την Ελλάδα, όπως φανερώνεται από τις πολλαπλές αναφορές και παραπομπές στην ελληνική μυθολογία και ιστορία. Δεν θα μπορούσε να λείπει και το γιατί της μανίας του καπετάν Αχαάβ στη σύγκρουσή του με τη φάλαινα: πρόκειται για μια πράξη εκδίκησης, επειδή σε προηγούμενο ταξίδι η φάλαινα τού κατέστρεψε το πόδι, ή μήπως η σύγκρουση αυτή δείχνει το μίσος που κρύβεται στην ψυχή κάθε ανθρώπου χωρίς να γίνεται συνειδητό; Στο τελευταίο από τα εφτά σημειώματα ξεδιπλώνεται η αβεβαιότητα για το μέλλον του ανήλικου γιου του Αχαάβ, για το πώς θα πορευτεί στη ζωή του το ορφανό παιδί αυτού του σχεδόν παρανοϊκού πατέρα, με τη μυθοπλασία να αναλαμβάνει να συμπληρώσει όσα δεν επιτρέπει να ειπωθούν το κείμενο.
Σε ποια ελληνική μετάφραση του «Μόμπι Ντικ» βασιστήκατε;
Στην Εισαγωγή του βιβλίου γίνεται ιδιαίτερη μνεία και αναφορά στον μεταφραστικό άθλο του Θανάση Χριστοδούλου, ενώ στον επίλογο η κατά λέξη παράθεση της άποψης του Μέλβιλ για τον ρόλο της λογοτεχνίας και τον αντίστοιχο του αναγνώστη, κατά τη γνώμη μου, ήταν ο καλύτερος τρόπος για να κλείσει η «βάρδια» σε ένα αξεπέραστο διαχρονικά μυθιστόρημα όπως είναι ο «Μόμπι Ντικ».
![]()
