Στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο άνοιξε η έκθεση «Διαιρεμένο παρελθόν. Ελληνογερμανικές σχέσεις σε σκοτεινούς καιρούς»

Στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο άνοιξε η έκθεση «Διαιρεμένο παρελθόν. Ελληνογερμανικές σχέσεις σε σκοτεινούς καιρούς»

Με φόντο την επέτειο της Απελευθέρωσης της Αθήνας, εγκαινιάστηκε το βράδυ της Τρίτης 10 Οκτωβρίου στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο η περιοδική έκθεση «Διαιρεμένο παρελθόν. Ελληνογερμανικές σχέσεις σε σκοτεινούς καιρούς». Τη διοργανώνουν το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο (ΕΑΜ) και το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών (DAI).

Η έκθεση εστιάζει στην κατάσχεση του DAI Αθηνών αμέσως μετά την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής από την Αθήνα, ενώ κάνει και μια σύντομη αναδρομή στις σχέσεις των δύο οργανισμών και στη λειτουργία τους, κυρίως κατά την περίοδο της Κατοχής.

Θα διαρκέσει έως το τέλος Ιανουαρίου 2027 και παρουσιάζει τα προκαταρκτικά αποτελέσματα του ελληνογερμανικού ερευνητικού προγράμματος «Διχασμένο παρελθόν. Η κατάσχεση του DAI Αθηνών το 1944 και το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο», που ξεκίνησε το 2024 και ολοκληρώνεται στο τέλος του 2026, με χρηματοδότηση του Υπουργείου Εξωτερικών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας για τη διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς. Περιλαμβάνει δύο σταθμούς, έναν στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και έναν στο Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών.

«Η σημερινή μέρα έχει έναν ιδιαίτερο βαθύ συμβολισμό. Τα εγκαίνια της έκθεσης που παρουσιάζεται σήμερα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο συμπίπτουν με την επέτειο της Απελευθέρωσης της Αθήνας στις 12 Οκτωβρίου 1944, ημέρα κατά την οποία η ελληνική πρωτεύουσα απαλάχθηκε από τη γερμανική Κατοχή, ύστερα από χρόνια καταπίεση, στερήσεων και οδυνηρών δοκιμασιών για τον ελληνικό λαό. Η ημερομηνία αυτή έρχεται να μας υπενθυμίσει το βαρύ τίμημα του πολέμου, την αξία της ελευθερίας και την ανάγκη να διαφυλάσσουμε την ιστορική αλήθεια, ακόμα κι όταν αυτή μας φέρνει αντιμέτωπους με τις πιο δύσκολες όψεις του παρελθόντος», δήλωσε η γενική γραμματέας Πολιτισμού, Ολυμπία Βικάτου, η οποία αναφέρθηκε και στις αρχαιότητες που εκλάπησαν ή λεηλατήθηκαν από τα στρατεύματα Κατοχής και εξακολουθούν να αγνοούνται, με την προσπάθεια για τον επιστροφή και τον επαναπατρισμό πολιτιστικών αγαθών που απομακρύνθηκαν παράνομα από τη χώρα να παραμένει ενεργή.

«Η επιστροφή αρχαιοτήτων από το εξωτερικό, μεταξύ άλλων από τη Γερμανία, την Αυστρία, τη Βουλγαρία, αλλά και οι περιπτώσεις ιδιωτών που επιλέγουν να αποδώσουν στην Ελλάδα αντικείμενα τα οποία είχαν αφαιρεθεί από τους προγόνους τους, υπενθυμίζουν ότι η αποκατάσταση των συνεπειών της ιστορικής αδικίας είναι μια μακρά και σύνθετη διαδικασία. Ωστόσο, η ιστορία των ελληνογερμανικών σχέσεων στον χώρο της αρχαιολογίας δεν μπορεί να περιοριστεί στις τραυματικές εμπειρίες της Κατοχής. Είναι μια ιστορία σύνθετη, με διαφορετικές όψεις, αντιφάσεις και κρίσιμες καμπές», τόνισε η κ. Βικάτου, κάνοντας λόγο για μια συνεργασία που «έχει αφήσει ένα ισχυρό επιστημονικό αποτύπωμα και έχει δημιουργήσει δεσμούς που διατηρούνται παρά τις ιστορικές αντιξοότητες και τις πολιτικές εντάσεις».

«Αρχίζουμε να ξετυλίγουμε το νήμα της αφήγησής μας από το ερευνητικό πρόγραμμα με το οποίο το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο θέλησε, σε συνεργασία με το Μουσείο, να καταγράψει και να τεκμηριώσει αρχαία και αρχειακό υλικό που βρίσκονταν στις αποθήκες ακόμη και στα γραφεία μας επί δεκαετίες», σημείωσε ο γενικός διευθυντής του ΕΑΜ, Κωνσταντίνος Νικολέντζος, μιλώντας για την έκθεση η οποία «στέκεται στις σκοτεινές στιγμές των σχέσεων Ελλάδας-Γερμανίας και προβάλλει ένα δίπολο αντιπαράθεσης, ειρήνη, συνεργασία, πόλεμος, διάλυση, πόνος».

Η διευθύντρια του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινσιτούτου, Κάτια Σπορν, αναφέρθηκε στο μνημόνιο συνεργασίας που υπογράφηκε το 2024 με το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, με στόχο την επεξεργασία του υλικού που κατασχέθηκε μετά τον πόλεμο στο κτίριο του Ινστιτούτου και στην ιδιωτική οικία που ενοίκιαζε ο διευθυντής του κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής, Walther Wrede, τα οποία φυλάσσονται στο ΕΑΜ. Στο πλαίσιο του προγράμματος έγινε επεξεργασία, ψηφιοποίηση και ένταξη στο ιστορικό πλαίσιο του αρχειακού υλικού και των αρχαιοτήτων που κατασχέθηκαν.

«Η έκθεση, που αναπτύσσεται σε δύο σταθμούς στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και στο Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, είναι καρπός της συνεργασίας των δύο φορέων, μία συνεργασία που μας ενώνει πάνω από 150 χρόνια, με μόνη εξαίρεση τις περιόδους των δύο παγκοσμίων πολέμων. Η έκθεση που ξεκινά σήμερα, ακριβώς 82 χρόνια μετά την απελευθέρωση της Αθήνας από τα γερμανικά στρατεύματα, εστιάζει στα σκοτεινά εκείνα χρόνια. Ωστόσο αφορά και τη μακροχρόνια επιτυχημένη συνεργασία των δύο φορέων πριν και μετά το μοιραίο ορόσημο της γερμανικής κατοχής», επισήμανε η Κ. Σπορν.

«Αυτό που βλέπουμε εδώ είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα ελληνογερμανικής επιστημονικής συνεργασίας και ελληνογερμανικής ιστορίας της επιστήμης. Θα ήθελα να εκφράσω την ειλικρινή εγνωμοσύνη μου προς όλους τους φορείς που συμμετείχαν στην επεξεργασία του αρχειακού υλικού, καθώς και προς όλους τους ανθρώπους που εργάστηκαν με αφοσίωση πάνω σε αυτό. Για άλλη μια φορά, ο πολιτισμός και η επιστήμη αποδεικνύουν τη δύναμη των διμερών μας σχέσεων», δήλωσε ο πρέσβης της Γερμανίας στην Ελλάδα, Αντρέας Κιντλ.

Η έκθεση στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο περιλαμβάνει, εκτός από επιλεγμένες αρχαιότητες, εκτενές αρχειακό και φωτογραφικό υλικό και διαρθρώνεται στις ενότητες Χρονολόγιο, Το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών. Μία μακρά ιστορία, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο: Η απόκρυψη των αρχαιοτήτων 1940/41, To Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο κατά τη διάρκεια της Κατοχής, Κατασχεθείσες αρχαιότητες από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, Ο 21ος αιώνας. Το ερευνητικό πρόγραμμα «Διχασμένο Παρελθόν». Η έκθεση στο Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών εστιάζει στη δραστηριότητα του Ινστιτούτου κατά τη διάρκεια της Κατοχής και κυρίως στην ιστορία, συγκρότηση και πορεία της Συλλογής Αρχαιοτήτων στο Ινστιτούτο από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα. Διαρθρώνεται στις ενότητες Το DAI Αθηνών κατά τη διάρκεια της Κατοχής, Η συλλογή στο DAI Αθηνών, Συγκροτώντας ιστορία μέσω οστράκων, Στο επίκεντρο: Αργολίδα και Αττική, με τρεις περιπτωσιολογικές μελέτες.

Ελένη Μάρκου

Loading

Play