Η λογοτεχνική μετάφραση μπαίνει στο μικροσκόπιο καθώς η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει γρήγορα το τοπίο της εργασίας και της γραφής. Τρεις έμπειροι μεταφραστές εξηγούν γιατί η μετάφραση πεζογραφίας και ποίησης δεν είναι μόνο ζήτημα λέξεων, αλλά ύφους, ρυθμού και ατμόσφαιρας.
Κώστας Αθανασίου: Η λογοτεχνική μετάφραση είναι παιχνίδι δημιουργικότητας
Η αλήθεια είναι ότι δεν είμαι σε καμία περίπτωση ειδικός στο θέμα της «Τεχνητής Νοημοσύνης» (ΤΝ), άρα ό,τι λέω βασίζεται κυρίως σε εμπειρία και βιβλιογραφία. Θεωρώ πως η ΤΝ ίσως κάποια στιγμή εξελιχθεί σε αξιόπιστο εργαλείο έρευνας και αναζήτησης μέσα στη μεταφραστική διαδικασία, όμως σήμερα η χρήση της ως εργαλείου αναζήτησης βοηθά μεν, αλλά συνοδεύεται από υψηλή συχνότητα λάθους, με αποτέλεσμα ο έλεγχος και η διασταύρωση της πληροφορίας να γίνονται χρονοβόρα.
Όσο για τη συνολική μετάφραση ενός λογοτεχνικού έργου, πιστεύω ότι απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Η μετάφραση δεν είναι απλώς αλλαγή λέξεων από τη μία γλώσσα στην άλλη· η λογοτεχνία και η μετάφρασή της είναι παιχνίδι δημιουργικότητας και αποχρώσεων, γι’ αυτό και η ΤΝ παράγει άψυχα κείμενα με τυποποιημένο ύφος, ακόμη κι όταν μιμείται διαφορετικές εκδοχές ύφους. Ακόμη και σε απλά εγχειρίδια, μπορεί να κάνει αστεία λάθη.
Υπάρχει, επίσης, ένα πιο ευρύ ερώτημα: τι αναγνωστικό κοινό και με τι απαιτήσεις διαμορφώνει η συστηματική ανάγνωση τέτοιων φτωχών και άψυχων κειμένων που παράγονται από μηχανή. Δεν μιλάμε μόνο για το πλήγμα στις αμοιβές των μεταφραστών και των μεταφραστριών, αλλά για μια κοινωνική επίπτωση πολύ πιο σύνθετη.
Και βέβαια, όταν μιλάμε για «τεχνητή νοημοσύνη», δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι δεν πρόκειται για μια ουδέτερη ιδέα που γέννησε η ανθρώπινη ευφυΐα. Στην ουσία μιλάμε για λίγες μεγάλες εταιρείες που έχουν ιδιοποιηθεί τον κόπο, το έργο και τα πνευματικά δικαιώματα χιλιάδων δημιουργών, ενώ οι μεγάλοι κίνδυνοι από την ανεξέλεγκτη λειτουργία τους έγιναν τις τελευταίες μέρες παγκοσμίως γνωστοί, όσο κι αν τους αρνείται και τους χλευάζει ο Τραμπ.
Τιτίκα Δημητρούλια: Η λογοτεχνική μετάφραση αποτελεί ανασύσταση ενός ολόκληρου κόσμου
Στη δεκαετία του ’60, με την αποτυχία του πρώτου εγχειρήματος αυτόματης μετάφρασης, οι ερευνητές συνειδητοποίησαν ότι η μετάφραση δεν είναι μια απλή διαδικασία αποκωδικοποίησης και επανακωδικοποίησης λέξεων και προτάσεων. Την ίδια περίοδο, ο Αμερικανός αναλυτικός φιλόσοφος Willard Quine διατύπωσε την «αρχή της απροσδιοριστίας της μετάφρασης» (Word and Object, 1960), σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχει μία και μοναδική μετάφραση ούτε καν ενός μονολεκτικού εκφωνήματος.
Στον απόηχο αυτής της αποτυχίας και των θεωρητικών ανακατατάξεων που προκάλεσε, αναπτύχθηκαν ηλεκτρονικά εργαλεία υποβοήθησης των μεταφραστ(ρι)ών, τα οποία κυριάρχησαν ως πολύ πρόσφατα στην ειδική μετάφραση, εκεί όπου το βασικό ζητούμενο είναι η μετάδοση της πληροφορίας. Η επανεμφάνιση των νευρωνικών δικτύων στη σύγχρονη έρευνα της παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης έφερε ξανά το ζήτημα στο προσκήνιο, με συστήματα που αναζητούν, σε τεράστιο όγκο γλωσσικών δεδομένων και πάντα στατιστικά, αντιστοιχίες με βάση τη γλώσσα σε χρήση.
Με αυτόν τον τρόπο, όμως, αναιρείται η φύση του λόγου ως εμπρόθετης, διυποκειμενικής και σημασιοδοτικής κοινωνικής πρακτικής. Όπως υπογράμμιζε ο Μιχαήλ Μπαχτίν, ο λόγος μοιάζει με θεατρικό έργο όπου συμμετέχουν όσοι νοηματοδότησαν το εκφώνημα στο παρελθόν, ο ομιλών που το σημασιοδοτεί συνειδητά και ασύνειδα, και οι αποδέκτες που διευρύνουν το νόημά του. Έτσι, η απροσδιοριστία της μετάφρασης συνδέεται με τον πλούτο του λόγου ως πολυφωνικής, κοινωνικής και ιδεολογικής πρακτικής.
Στη λογοτεχνική μετάφραση, το διακύβευμα δεν είναι η απλή μετάδοση πληροφορίας, αλλά η ανασύσταση ενός ολόκληρου κόσμου σε νέα συμφραζόμενα. Ο μεταφραστής ή η μεταφράστρια γίνεται ένα τέταρτο πρόσωπο στο «θέατρο του λόγου», με ρόλο ερμηνευτικό και δημιουργικό, ενώ τα συστήματα ΤΝ ανακυκλώνουν τη μέση χρήση της γλώσσας και ομογενοποιούν τα έργα, καταργώντας την υφολογική και πολιτισμική τους ιδιαιτερότητα.
Ακόμη και όταν χρησιμοποιούνται βοηθητικά, τα συστήματα ΤΝ μπορεί να περιορίζουν τη δημιουργικότητα του μεταφραστή ή της μεταφράστριας. Η προμετάφραση, όπως έχουν δείξει σχετικές έρευνες, δεν μειώνει τον κόπο και τον χρόνο της δουλειάς, αλλά μπορεί να εντείνει την αποξένωση από το έργο.
Αν υπάρχει μια δυνατότητα δημιουργικής χρήσης τους, αυτή θα μπορούσε να αφορά τη βαθύτερη κατανόηση ενός έργου, όμως και εκεί υπάρχουν όρια, λόγω της αξιοπιστίας των συστημάτων και των «παραισθήσεών» τους. Το ερώτημα που μένει είναι γιατί και για ποιον αναπτύσσεται σήμερα η τεχνητή νοημοσύνη, σε μια διαδικασία που συνδέεται όχι μόνο με την κλεμμένη εργασία που κεφαλαιοποιεί, αλλά και με την ενίσχυση της κυρίαρχης πολιτισμικής λογικής.
Κατερίνα Σχινά: Χωρίς λογοτεχνική μετάφραση θα χαθούν το ύφος και η ειρωνεία
Θα αντικαταστήσει η ΤΝ τους επαγγελματίες μεταφραστές λογοτεχνίας; Το ερώτημα πλανάται τον τελευταίο καιρό σαν δυσοίωνη πρόβλεψη πάνω από τα κεφάλια μας, με πολλούς να το διατυπώνουν σχεδόν ως προειδοποίηση προς τους μεταφραστές ότι στη νέα εποχή θα χάσουν τη δουλειά τους ή θα περιοριστούν σε επιμέλεια κειμένων που έχουν ήδη περάσει από την τεχνητή νοημοσύνη.
Με βάση την εμπειρία μου, θέλω να ανατρέψω αυτόν τον ισχυρισμό. Δεν δαιμονοποιώ την τεχνολογία· αντιθέτως, την ευγνωμονώ για τις ευκολίες που παρέχει, από τα ηλεκτρονικά λεξικά μέχρι τη διαλεύκανση ερμητικών αναφορών μέσα στο λογοτεχνικό κείμενο. Όταν μετέφραζα το Possession της Ann Byatt, πριν από τη μεγάλη διάδοση της ΤΝ, χρειάστηκε να ανοίξω πολλούς τόμους και να ρωτήσω το Google, χωρίς πάντα να παίρνω απάντηση. Σήμερα, στο δεύτερο βιβλίο της τετραλογίας της, Νεκρή φύση, ζητάω τη βοήθεια του copilot και τη βρίσκω πραγματικά πολύτιμη, αλλά πάντα διασταυρώνω όσα μου δίνει.
Παρά ταύτα, στην ερώτηση αν χρησιμοποιώ την τεχνητή νοημοσύνη στην ίδια τη διαδικασία της μετάφρασης, η απάντηση είναι ρητά όχι. Η προσφυγή σε ένα τέτοιο εργαλείο θα μου στερούσε τον παιδεμό με το νόημα και με τη λέξη, αλλά και τη χαρά της περιπλάνησης ανάμεσα στους συνειρμούς, τους υπαινιγμούς, τα ηχητικά εφέ και τις σημασιολογικές αποχρώσεις του πρωτοτύπου.
Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αναγνωρίσει μοτίβα, να οργανώσει και να συνδυάσει, όμως δεν κατανοεί τι σημαίνει μια υπαινικτική φράση, μια παύση ή μια λέξη που επιλέγεται για τον ήχο της. Δεν νιώθει την ειρωνεία, δεν αντιλαμβάνεται υπόγειες εντάσεις, δεν καταλαβαίνει πολιτισμικά φορτισμένες λέξεις και δεν ακούει το κείμενο ως ζωντανό σύνολο.
Σε ένα εκτενές λογοτεχνικό κείμενο, η ΤΝ δεν μπορεί να κρατήσει σταθερή φωνή, συνεπές ύφος και λεπτές διαφοροποιήσεις χαρακτήρων. Ο μεταφραστής σκέφτεται το κείμενο ως σύνολο, ενώ η ΤΝ το βλέπει ως διαδοχή αποσπασμάτων, με αποτέλεσμα να χάνονται η ενότητα του ύφους, ο ρυθμός και η αισθητική ταυτότητα του έργου.
Δεν μπορεί, επίσης, να μεταφέρει ένα ξένο κείμενο σε ιδίωμα ή σε καθαρεύουσα, να ανασύρει λέξεις της γλώσσας-στόχου που έχουν περιέλθει σε αχρησία και να τις εντάξει δημιουργικά στο μετάφρασμα. Η μετάφραση με χρήση τεχνητής νοημοσύνης δεν θα μπορέσει να χαρακτηριστεί καινοτόμος δημιουργία, γιατί δεν είναι σε θέση να ανακαινίσει τη γλώσσα και να πλουτίσει τη γραμματεία.
Πρόσφατα επιμελήθηκα τη μετάφραση του μυθιστορήματος Ακριβό φαρμάκι της Mary Webb από την Άννα Σικελιανού. Το βιβλίο, γραμμένο το 1924, εκτυλίσσεται σε μια μικρή κοινότητα της αγροτικής Αγγλίας του 1800 και ανακαλεί με ποιητική συγκίνηση έναν κόσμο χαμένο από την επέλαση της νεωτερικότητας.
Η Σικελιανού απέδωσε το πρωτότυπο, που αναπαράγει τη ντοπιολαλιά του Σροπσάιρ στα Δυτικά Μίντλαντς στα σύνορα με την Ουαλία, χρησιμοποιώντας ένα εναργές λαϊκό ιδίωμα της ελληνικής, χωρίς να το κάνει να φαίνεται απλώς γνώριμο στον αναγνώστη, αλλά ξένο ως προς το πολιτισμικό περιβάλλον της γλώσσας-πηγής. Κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο να το πετύχει η ΤΝ, όπως δεν θα κατάφερνε και ό,τι κατάφερε η Τιτίκα Δημητρούλια μεταφράζοντας από τα γαλλικά το αφήγημα της Μέλπως Αξιώτη «Ρεπυμπλίκ Βαστίλλη».
Βαγγέλης Χατζηβασιλείου
ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ
![]()
