Η παραπομπή σε δίκη των τεσσάρων αστυνομικών που κατηγορούνται ότι με τις παραλείψεις τους οδήγησαν στη γυναικοκτονία της Κυριακής Γρίβα δεν είναι λόγος για πανηγυρισμούς.
Το βούλευμα που τους παραπέμπει σε δίκη για κακούργημα συνιστά μεν μια ευπρόσδεκτη εξαίρεση στη συνήθη πρακτική των δικαστικών αρχών να αντιμετωπίζουν προνομιακά αστυνομικούς που καταγγέλλονται για εγκλήματα, όμως δεν ισχύει το ίδιο για την πειθαρχική διαδικασία, για την οποία οι δικηγόροι της οικογένειας διαμαρτυρήθηκαν ότι οι ποινές ήταν ανεπίτρεπτα επιεικείς.
Παρά ταύτα, πρόκειται για αυτό που οι αγγλόφωνοι περιγράφουν ως «πολύ λίγο, πολύ αργά».
Δεν μπορεί το κράτος να ζητά εύσημα επειδή στο τέλος επιδιώκει την τιμωρία των αστυνομικών που ολιγώρησαν — μένει να φανεί και η ακροαματική διαδικασία, αφού για την ώρα υπάρχει μόνο παραπεμπτικό βούλευμα — την ίδια στιγμή που φέρει βαρύτατη ευθύνη για το έγκλημα.
Η πρώτιστη ευθύνη ανήκει φυσικά στον γυναικοκτόνο. Αν όμως οι αστυνομικοί είχαν δείξει ευσυνειδησία, ενσυναίσθηση και λίγη περισσότερη ανθρωπιά, η Κυριακή Γρίβα ενδέχεται να ζούσε. Η δολοφονία της, όπως και πολλές ακόμη γυναικοκτονίες, ήταν απολύτως αποτρέψιμο έγκλημα.
Ένα σύστημα προστασίας, όμως, δεν μπορεί να στηρίζεται στην ευσυνειδησία, την ενσυναίσθηση ή την ανθρωπιά των υπαλλήλων του. Για αυτό μιλάμε για σύστημα: γιατί υποτίθεται ότι λειτουργεί ανεξάρτητα από αυτά. Υποτίθεται ότι όλοι γνωρίζουν τι πρέπει να κάνουν σε κάθε ενδεχόμενο, με μια τυποποιημένη διαδικασία που ακολουθείται από τον επόμενο που θα ειδοποιηθεί και από τον επόμενο μετά από αυτόν, και ούτω καθεξής.
Θα πει κανείς πως κάθε σύστημα επηρεάζεται ως έναν βαθμό από τη διακύμανση της ικανότητας — ή και του ηθικού αναστήματος — των υπαλλήλων του. Ναι, αλλά μόνο μέχρι ενός σημείου, αν πρόκειται για καλό σύστημα. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να επηρεάζεται τόσο καθολικά.
Δεν γίνεται μια τρομοκρατημένη γυναίκα, υπό την άμεση απειλή δολοφονίας, να περνά από τέσσερις αστυνομικούς και σε κανένα σημείο να μην καταγράφεται ούτε το δικό της όνομα ούτε του διώκτη της.
Αυτό δεν είναι σύστημα. Δεν ήταν όταν δολοφονήθηκε η Κυριακή Γρίβα και δεν είναι ούτε σήμερα.
Και αυτό είναι το πιο ανησυχητικό: γυναικοκτονίες υπήρχαν και τα προηγούμενα χρόνια, αλλά ακόμη και μετά από αυτή τη δολοφονία, που συγκλόνισε ακριβώς επειδή έγινε έξω από το αστυνομικό τμήμα, τι έχει αλλάξει για να βελτιωθεί το σύστημα;
Θα αναφέρω μόνο ένα παράδειγμα, ώστε να γίνει αντιληπτό σε όσες και όσους δεν έχουν ειδική γνώση του θέματος πώς αντιλαμβάνεται το ελληνικό κράτος τη μεταρρύθμιση του υπάρχοντος συστήματος.
Στην αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας, κρίσιμο εργαλείο είναι η εκτίμηση κινδύνου, που πρωτοαναπτύχθηκε το 1985 από τη Jacquelyn Campbell της Σχολής Νοσηλευτικής του Πανεπιστημίου Johns Hopkins.
Οι τεχνικές έχουν εξελιχθεί και εκλεπτυνθεί από τότε, όμως η βασική ιδέα παραμένει ότι, με ένα δομημένο εργαλείο αξιολόγησης, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να εκτιμήσουν τον κίνδυνο που αντιμετωπίζει ένα εν δυνάμει θύμα ή ένα θύμα που κινδυνεύει από κλιμάκωση της βίας ή από φόνο και να δράσουν αναλόγως. Η επιτυχία της διαδικασίας εξαρτάται, πρώτον, από το ότι το εργαλείο είναι κοινό για όλους και εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο και, δεύτερον, από το ότι οι εμπλεκόμενοι είναι διασυνδεδεμένοι. Και εννοούμε όλους όσοι μπορεί να υποδεχτούν οποιαδήποτε στιγμή μια γυναίκα που κινδυνεύει: αστυνομία, εισαγγελία, επαγγελματίες υγείας, προνοιακές υπηρεσίες, εκπαιδευτικά ιδρύματα, συμβουλευτικά κέντρα και ξενώνες. Δεν γίνεται δηλαδή ο αξιωματικός του τάδε τμήματος να κάνει τη δική του εκτίμηση, άλλη η άμεση δράση, άλλη ο εισαγγελέας και άλλη η κοινωνική λειτουργός που είχε δει τη γυναίκα πριν από δύο χρόνια.
Έχουμε τέτοιο εργαλείο στην Ελλάδα; Ε, περίπου. Μάλλον. Δηλαδή, όχι ακριβώς. Όχι.
Το 2022 έγινε μια πιλοτική δράση με ερωτηματολόγιο άγνωστης προέλευσης, μαζί με εκπαίδευση αστυνομικών σε ορισμένες περιοχές. Μετά, η διαδικασία πάγωσε.
Στη συνέχεια αποφασίστηκε ότι τα πολλά αντίστοιχα εργαλεία που χρησιμοποιούνται διεθνώς και έχουν διαμορφωθεί από ειδικούς κύρους δεν μας κάνουν και ότι θα φτιάξουμε δικό μας, το 2023.
Το 2024 ανακοινώθηκε ότι το 2025 θα ήταν έτοιμο το εργαλείο. Ακολούθησε ξανά μια πιλοτική εφαρμογή.
Ή, τουλάχιστον, έτσι λέγεται, καθώς το εργαλείο όχι μόνο δεν έχει δοθεί μέχρι σήμερα στη δημοσιότητα, αλλά δεν το έχει δει ούτε κανένας επιστήμονας του πεδίου.
Οδεύουμε προς το τέλος του 2026. Έχουν περισσότερες πιθανότητες να σωθούν σήμερα όσες κινδυνεύουν από όσες είχε η Κυριακή Γρίβα;
Από τους πολιτικούς έχουν ακουστεί εξαγγελίες επί εξαγγελιών για το πόσο νοιάζονται. Η ουσιαστική, όμως, και έντιμη απάντηση είναι όχι. Οι πιθανότητες είναι ακριβώς οι ίδιες.
Γι’ αυτό και δεν υπάρχει λόγος ικανοποίησης επειδή τέσσερις υπάλληλοι που ευθύνονται, με τις παραλείψεις τους, για την αποτυχία αποτροπής μίας από τις δεκάδες γυναικοκτονίες, παραπέμπονται να δικαστούν.
Λόγος ικανοποίησης θα ήταν να υπάρχει ένδειξη ότι το κράτος έχει μάθει κάτι από τις αλλεπάλληλες αποτυχίες του να προστατέψει όσες κινδυνεύουν.
Όμως κάτι τέτοιο δεν φαίνεται πουθενά.
Πολύ λίγο. Πολύ αργά.
![]()
