Με αφορμή τη γνωστή τραγική υπόθεση της Κυψέλης, επανερχόμαστε στα κενά και τις καθυστερήσεις του συστήματος παιδικής προστασίας στην Ελλάδα και εξετάζουμε πώς θα μπορούσαν να ξεπεραστούν. Το ζητούμενο είναι να μη χαθεί άλλος χρόνος και να κινηθούν οι αλλαγές με βάση το κοινωνικά αναγκαίο της στιγμής.
Τι θα έπρεπε να γίνει, λοιπόν; Πρώτα απ’ όλα, να μη χαθεί άλλος χρόνος και να γίνει πράξη ό,τι επιβάλλεται κοινωνικά στη συγκεκριμένη συγκυρία.
Σε αυτό το σημείο χρειάζονται ορισμένες διευκρινίσεις. Μπορεί όλοι να συμφωνούν ότι η σημερινή εικόνα είναι απαράδεκτη και αφήνει τα θυματοποιημένα παιδιά εκτεθειμένα σε νέους κινδύνους και επαναθυματοποίηση, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε πρόταση είναι και σωστή. Όπως είχε γράψει μία από τις σημαντικότερες πολιτικές προσωπικότητες του 20ού αιώνα, «Πρέπει πρώτα να χωρίσουμε για να ενωθούμε».
Πρέπει πρώτα να ξεκαθαριστεί προς ποια κατεύθυνση πρέπει να κινηθούν οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και ποια από τα μέτρα που συζητούνται θα ήταν λάθος να υιοθετηθούν, επειδή μπορεί να οδηγήσουν όχι στην πρόοδο αλλά σε οπισθοδρόμηση.
Σήμερα, ένα από τα βασικά προβλήματα που κάνουν τις υπηρεσίες παιδικής προστασίας να μην θυμίζουν πραγματικό σύστημα είναι ο κατακερματισμός και η υποβάθμιση των κοινωνικών υπηρεσιών, μαζί με τα ελλείμματα στη διακλαδική και διατομεακή συνεργασία.
Για το πρώτο, δεν είναι υπερβολή να ειπωθεί ότι στην Ελλάδα δεν έχει ακόμη συγκροτηθεί κοινωνική πρόνοια ως αυτόνομος και ισχυρός πυλώνας της δημόσιας διοίκησης, όπως συμβαίνει στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Αντί γι’ αυτό, η χώρα διαθέτει λιγότερους από τους μισούς επαγγελματίες κοινωνικής προστασίας απ’ όσους απαιτούνται με οποιοδήποτε σύγχρονο επιστημονικό μοντέλο αποτίμησης αναγκών, ίσως και λιγότερους από το 1/3 των αναγκαίων, ενώ τα 2/3 όσων υπηρετούν είναι συμβασιούχοι που μετακινούνται άλλοτε στην παιδική προστασία, άλλοτε στη φροντίδα ηλικιωμένων, άλλοτε στην εκπαίδευση και αλλού. Έτσι, δεν μπορεί να αξιοποιηθεί στις υπηρεσίες παιδικής προστασίας ούτε η επένδυση σε εκπαιδεύσεις, εργαλεία και δεξιότητες, ενώ αναπόφευκτα παραμένει χαμηλή και η ψυχική επένδυση στο αντικείμενο.
Για το δεύτερο, παρά τη σοβαρή υστέρηση σε ανθρώπινους και υλικούς πόρους, οι ελάχιστες, αποσπασματικές και κατακερματισμένες κοινωνικές υπηρεσίες είναι διάσπαρτες σε 7 (!) διαφορετικές δικτυώσεις του δημόσιου τομέα, με καθεμιά να ακολουθεί άλλες αρμοδιότητες, άλλες μεθόδους, άλλες παραδόσεις εργασίας και διαφορετικό μοντέλο διοίκησης. Ο συντονισμός ανάμεσα στις υπηρεσίες των δήμων, των περιφερειών, των νομικών προσώπων της Γενικής Γραμματείας Πρόνοιας, του Υπουργείου Δικαιοσύνης, της εκπαίδευσης, της υγείας ή όσων ασχολούνται με μεταναστευτικούς πληθυσμούς είναι δύσκολος, γιατί το ίδιο το σύστημα είναι θεσμικά κατακερματισμένο και οι διαθέσιμοι πόροι ελάχιστοι.
Συνεπώς, αν οι σημερινές κοινωνικές υπηρεσίες, που είναι κατακερματισμένες και αποστερημένες από ανθρώπινους και υλικούς πόρους:
(α) δεν ενοποιηθούν σε έναν ενιαίο φορέα κοινωνικής πρόνοιας,
(β) δεν ενισχυθούν με υπερδιπλάσιο ή και τριπλάσιο προσωπικό από το σημερινό,
(γ) δεν μονιμοποιηθεί το προσωπικό τους, αντί να παραμένει συμβασιούχο και εργασιακά περιπλανώμενο, και
(δ) δεν αποκτήσουν νέα πρωτόκολλα λειτουργίας βασισμένα στα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα,
δεν μπορεί να αναμένεται ουσιαστική αναβάθμιση των κοινωνικών υπηρεσιών όπως λειτουργούν σήμερα.
Αυτόνομος φορέας κοινωνικής προστασίας
Η ενοποίηση όλων των κοινωνικών υπηρεσιών σε έναν ενιαίο, αυτοδύναμο φορέα, ανεξάρτητο από άλλους τομείς της δημόσιας διοίκησης, όπως η δικαιοσύνη, η υγεία και η εκπαίδευση, είναι προϋπόθεση για να αναβαθμιστεί ουσιαστικά η λειτουργία τους. Μόνο έτσι ο κοινωνικοπρονοιακός τομέας θα αποκτήσει την αυτονομία και την αυτοδυναμία να διατυπώνει τον δικό του λόγο ισότιμα με τους άλλους τομείς της διοίκησης και να μη μετατρέπεται σε απλή υποστηρικτική λειτουργία των ανακριτικών και διωκτικών αρχών. Η ενοποίηση των κοινωνικών υπηρεσιών στην Ελλάδα πρέπει να συνδυαστεί με γενναία ενίσχυση σε ανθρώπινο δυναμικό και με τη μονιμοποίησή του, διαφορετικά θα ενοποιηθεί απλώς η μιζέρια και η αδυναμία επιτέλεσης του ρόλου της κοινωνικής προστασίας.
Ο ενισχυμένος αυτός ενιαίος φορέας κοινωνικής πρόνοιας πρέπει να διαρθρωθεί με βάση τη γεωγραφική τομεοποίηση, χωρίς τεχνητές γραμμές διαχωρισμού ανάμεσα στα είδη των κοινωνικών προβλημάτων κάθε νοικοκυριού. Χρειάζεται μια ενιαία κοινωνική υπηρεσία δίπλα σε κάθε οικογένεια με αυξημένες ανάγκες, που να βλέπει συγκεντρωμένα τις ανάγκες αυτές και τους τρόπους κάλυψής τους, χωρίς οι ωφελούμενοι να αναγκάζονται να απευθύνονται σε διαφορετική υπηρεσία για κάθε ζήτημα. Ένας τέτοιος τομέας πρέπει επίσης να επανεκπαιδευτεί στην καθημερινή εφαρμογή νέων, σύγχρονων και επιστημονικών εργαλείων και μεθόδων εργασίας, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα.
Μέρος μιας τέτοιας λειτουργικής ανασυγκρότησης των κοινωνικών υπηρεσιών πρέπει να είναι και η χαρτογράφηση των κοινωνικών αναγκών της χώρας: σε κάθε γειτονιά η αρμόδια υπηρεσία οφείλει να αποτυπώνει εκ των προτέρων τις ανάγκες που υπάρχουν, ώστε να αναπτύσσονται δράσεις πρόληψης και όχι να περιμένει να κληθεί για παρέμβαση μόνο όταν η κατάσταση φτάσει στο απροχώρητο με τραγική κατάληξη.
Ο ενιαίος και αυτόνομος φορέας κοινωνικής προστασίας πρέπει, αμέσως μετά τη συγκρότησή του, να διασυνδεθεί με δεσμευτικά πρωτόκολλα που θα ορίζουν τη συνεργασία του με τον εισαγγελικό και δικαστικό μηχανισμό, την αστυνομία και τις υπηρεσίες σωματικής και ψυχικής υγείας. Τα πρωτόκολλα αυτά πρέπει να προβλέπουν με σαφήνεια, και με βάση τις σύγχρονες επιστημονικές αντιλήψεις, τι κάνει ποιος, πότε και πώς σε περιστατικά κακοποίησης και παραμέλησης παιδιών, καθώς και τις ρήτρες ελέγχου σε περίπτωση που δεν τηρούνται όσα προβλέπονται.
Μέρος αυτών των πρωτοκόλλων οφείλει να είναι και το τι πρέπει να συμβαίνει στις περιπτώσεις κατεπείγουσας απομάκρυνσης παιδιών από τις βιολογικές τους οικογένειες για λόγους ασφάλειας, άρα και οι πρόνοιες για τη δημιουργία εθνικού μηχανισμού επείγουσας επαγγελματικής αναδοχής. Επίσης, πρέπει να περιγράφεται πώς τα παιδιά αυτά θα δίνουν γρήγορα δικανικές καταθέσεις με τη συμμετοχή όλων των εμπλεκόμενων υπηρεσιών υγείας και πρόνοιας, ώστε να μην καλούνται ξανά και ξανά για επανεξετάσεις που προκαλούν διαρκή ανατραυματισμό, πώς αμέσως μετά την απομάκρυνσή τους θα σχεδιάζεται η οικογενειακή αποκατάστασή τους σε εναλλακτικές μορφές φροντίδας, όπως η αναδοχή, η υιοθεσία και η υποστηριζόμενη ημιαυτόνομη διαβίωση, αλλά και το σταδιακό και οριστικό κλείσιμο όλων των ιδρυμάτων. Παράλληλα, τα παιδιά αυτά πρέπει να στηρίζονται θεραπευτικά, κοινωνικά και εκπαιδευτικά, ώστε να συνεχίζουν την πορεία τους προς την ενηλικίωση.
Όλα αυτά πρέπει, βέβαια, να καταγράφονται σε ένα ενοποιημένο διακλαδικό και διατομεακό σύστημα καταγραφής και επιτήρησης των περιστατικών, το οποίο θα λειτουργεί και ως ψηφιακός σύνδεσμος ανάμεσα στις επιμέρους υπηρεσίες δικαιοσύνης, αστυνομίας, πρόνοιας, υγείας και εκπαίδευσης, παρέχοντας ενημέρωση για την εξέλιξη κάθε υπόθεσης, ώστε να μη χάνεται τίποτα στα γρανάζια της γραφειοκρατίας.
Τι δεν πρέπει να γίνει
Με βάση όλα τα παραπάνω, ορισμένα από τα μέτρα που ακούγονται στον δημόσιο διάλογο των ημερών μάλλον δεν θα έπρεπε να προχωρήσουν, καθώς κινούνται σε εντελώς αντίθετη κατεύθυνση από μια τέτοια προσπάθεια ενοποίησης, εκσυγχρονισμού και ανασυγκρότησης του κοινωνικοπρονοιακού τομέα στην Ελλάδα. Έτσι, για παράδειγμα, δεν θα ωφελούσε μια τέτοια ανασυγκρότηση η δημιουργία νέων στεγαστικών δομών, δηλαδή ιδρυμάτων, όπου θα τοποθετούνται τα παιδιά μετά από εισαγγελικές εντολές, ώστε να μην καταλήγουν στα νοσοκομεία:
Χρειαζόμαστε λιγότερα, και τελικά καθόλου, ιδρύματα και επείγουσα αναδοχή, όχι περισσότερες στεγαστικές δομές.
Ούτε πρέπει να εφαρμοστεί ο νόμος που είχε ψηφιστεί πριν από τριάντα χρόνια και προέβλεπε τη δημιουργία εξειδικευμένων κοινωνικών υπηρεσιών στα Πρωτοδικεία, αφού δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Χρειάζεται ένας ενοποιημένος φορέας κοινωνικής φροντίδας που να μπορεί να καλύπτει το σύνολο των κοινωνικών αναγκών ενός νοικοκυριού και ενός παιδιού-ωφελούμενου, όχι μια ακόμη δικτύωση κοινωνικών υπηρεσιών με διαφορετικές αρμοδιότητες, τρόπους εργασίας και διοίκησης σε σχέση με τις υπάρχουσες. Χρειάζεται ένας ενιαίος και ισχυρός κοινωνικοπρονοιακός τομέας που να μπορεί να διατυπώνει τον δικό του λόγο και όχι μια ακόμη κοινωνική υπηρεσία ενταγμένη υποτελώς στις προτεραιότητες ενός άλλου τομέα.
Τέτοιες λανθασμένες επιλογές όχι μόνο δεν θα βοηθήσουν στην ανασυγκρότηση μιας σύγχρονης και αποτελεσματικής παιδικής προστασίας στην Ελλάδα, αλλά αντίθετα θα λειτουργήσουν ως μέτρα τροχοπέδης και οπισθοδρόμησης.
Απαιτείται πολιτική βούληση
Όλα τα παραπάνω δεν συνιστούν κάποια καινοφανή καινοτομία: είναι απλώς η εφαρμογή του σύγχρονου state-of-the-art των περισσότερων χωρών της γεωγραφικής Ευρώπης. Εξίσου καλά μελετημένος είναι και ο τρόπος με τον οποίο μπορούν να εφαρμοστούν άμεσα στο ελληνικό συγκείμενο. Παράλληλα, η κοστολόγησή τους δεν απέχει πολύ από τις ρεαλιστικές δυνατότητες της χώρας να χρηματοδοτήσει μια ουσιαστική, σύγχρονη πολιτική κοινωνικής προστασίας, σε μια κοινωνία όπου τα παραδοσιακά αμορτισέρ της κοινωνικής αλληλεγγύης, της οικογένειας και της γειτονιάς, χάνονται με γρήγορους ρυθμούς.
Χρειάζεται, όμως, πολιτική ευθυκρισία και βούληση για ρήξη με τα συμφέροντα, τις παγιωμένες αντιλήψεις και πρακτικές, τον συντηρητισμό και την απροθυμία για αλλαγή που κυριαρχούν στις υπηρεσίες οι οποίες πρέπει να συμμετέχουν σε μια τέτοια μεταρρύθμιση. Μέχρι σήμερα, καμία πολιτική δύναμη δεν έχει δείξει κάτι τέτοιο.
Όποια αναλάβει την πρωτοβουλία ενός τέτοιου εγχειρήματος θα χρεωθεί την αυτόνομη συγκρότηση του κοινωνικοπρονοιακού τομέα στην Ελλάδα, όπως για παράδειγμα η Ένωση Κέντρου την ενοποίηση της δημόσιας εκπαίδευσης τη δεκαετία του 1960 ή το ΠΑΣΟΚ τη συγκρότηση του ΕΣΥ τη δεκαετία του 1980.
Θα το κάνει, όμως, άραγε κανείς;
![]()
