Ναι — χωρίς πρότυπα δεν πάμε μπροστά. Δεν υπάρχει η τελική αιτία, το κίνητρο που μας κινεί. Δεν έχουμε κάτι προς το οποίο να τείνουμε, που να μας οδηγεί. Παραμένουμε στο τέλμα και στο καλά είμαι εδώ. Ιδανικό μας γίνεται το βόλεμα, η λούφα και η ξάπλα.
Ποιον ζηλεύει ο σημερινός Έλληνας; Σε ποια θέση θα ήθελε να βρίσκεται; Ποιον, κρυφά ή φανερά, θαυμάζει; Σίγουρα επιθυμεί τον πλούτο — αλλά τα ΕΤΟΙΜΑ λεφτά. Να τα κληρονομήσει, όχι να τα δημιουργήσει. (Ο παλιός αυτοδημιούργητος χαιρόταν την δημιουργία — τον πλούτο δεν προλάβαινε να τον ζήσει!) Άλλοι θέλουν αξιώματα και εξουσία και δόξα, αλλά κι αυτά απ έξω, έτοιμα. Δι απονομής!
Γι αυτό, όταν επιθυμούν το χρήμα, πρότυπο δεν είναι πια ο επιχειρηματίας, αλλά ο κομπιναδόρος, ο απατεών που πλουτίζει γρήγορα και άκοπα. Όταν σκέπτονται αξίωμα, πρότυπο είναι ο δημόσιος υπάλληλος που προάγεται αυτόματα, χωρίς να διακινδυνεύει. Ή, ακόμα περισσότερο, ο κομματικός παράγων, που γίνεται σύμβουλος, γενικός διευθυντής οργανισμού, ακόμα και υπουργός, με μια απλή απόφαση.
Αλλά, βέβαια, ούτε ο κομπιναδόρος ούτε ο κομματόσκυλος μπορούν να γίνουν πραγματικά πρότυπα. Δεν έχουν τη δύναμη να εμπνεύσουν, να γεμίσουν μια νεανική ψυχή, να εμψυχώσουν. Είναι μοντέλα βολέματος και όχι ιδανικά. Έτσι, αν εξαιρέσει κανείς μερικούς ποδοσφαιριστές και τραγουδιστές, εφήμερα είδωλα, οι νέοι μας σήμερα ζουν χωρίς πρότυπα. Δεν πιστεύουν, δεν θαυμάζουν, δεν αξιολογούν. Όλα είναι λίγο-πολύ ίδια, αδιάφορα. Ντάξει, μωρέ, ντάξει.
Σε έναν τέτοιο κόσμο, χωρίς σημεία αναφοράς και χωρίς σαφείς προσανατολισμούς, έχουν πια μόνο οδηγό τις επιθυμίες, τους φόβους και τα ένστικτά τους. Αντιδρούν παρορμητικά και άτσαλα. Άγονται και φέρονται από τους δημαγωγούς που καθησυχάζουν και κολακεύουν την μετριότητα.
Οι νέοι μας: τα μεγάλα θύματα μιας ανεύθυνης πολιτικής και πνευματικής ηγεσίας, που χρόνια τώρα καλλιεργεί την ιδεολογία του λαϊκισμού και το ευαγγέλιο της μη-προσπάθειας. Που αρνείται κάθε πρότυπο, σαν αντιλαϊκό και ελιτίστικο.
Και μας βυθίζει, κάθε μέρα περισσότερο, στο τέλμα.
Τα ανωτέρω προέρχονται από ένα άρθρο του Νίκου Δήμου, που είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα Το Βήμα στις 11 Οκτωβρίου 1987. Το θέμα με το οποίο είχε καταπιαστεί ο ευφυής συγγραφέας και σχολιαστής ήταν η παρακμή των προτύπων.
Η συσχέτιση της λαγαρής φωνής του Δήμου τόσο με την κραυγή αγωνίας του Μάριου Πλωρίτη όσο και με την εγχώρια επικαιρότητα είναι —πιστεύω— ευχερής.
![]()
