Η γλώσσα, έγραφε ο Μάριος Πλωρίτης, είναι πρωταρχικό μέσο καλλιέργειας του νου και της αισθητικής των νέων, όμως η Εκπαίδευσή μας την έχει αφυδατώσει και ευνουχίσει σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην εκπληρώνει ούτε τη βασική της λειτουργία.
Και τότε γεννιέται το ερώτημα: πώς μιλάμε ασταμάτητα για τη σημασία της Γλώσσας, όταν το σχολείο την έχει φτωχύνει τόσο πολύ που δυσκολεύεται πια να λειτουργήσει ακόμη και ως απλό μέσο συνεννόησης των ανθρώπων;
Γιατί, φυσικά, συνεννόηση δεν είναι μόνο το «πιάσε ένα τσιγάρο» ή το «τη βρίσκω μ’ αυτή τη μοτό». Είναι και η ανταλλαγή απόψεων, πληροφοριών κ.λπ. Πώς, όμως, να υπάρξει συνεννόηση όταν λείπει η εννόηση τόσων και τόσων λέξεων, κάτι που οδηγεί λίγο-πολύ στην αναιμία της ίδιας της νόησης;
Πώς, όμως, να ξέρουν και να εν-νοούν οι νέοι μας, όταν τα διδάγματα που παίρνουν τόσο από την Εκπαίδευσή μας όσο και από τον γραπτό και προφορικό λόγο των μεγάλων τούς σπρώχνουν στην περιφρόνηση, ή έστω στην αδιαφορία, για τη γλώσσα, για τους νόμους και τους χυμούς της, για την εκφραστική ακριβολογία, για τη γλωσσική καλαισθησία; Όταν η Παιδεία έχει κατρακυλήσει —όπως γράφαμε πριν από δύο μήνες— σε τέλμα χάους και απαιδευσίας, όπου ιδανικό τέρμα είναι η ελάσσων ή μηδαμινή προσπάθεια; Όταν η γλώσσα έχει γίνει κλωτσοσκούφι της κομματικής πολιτικής και θεωρείται προοδευτικότητα η γλωσσική βαναυσότητα, δημοκρατικότητα η λαϊκίζουσα αγραμματοσύνη, αστική αντιδραστικότητα η έγνοια για τον πλούτο, τις αποχρώσεις και την αισθητική της γλώσσας μας;
Πώς, λόγου χάρη, να καλλιεργηθεί η γνώση και το γλωσσικό αισθητήριο των νέων, όταν διαβάζουν στα καινούρια χαρτονομίσματα (σ.σ. περί δραχμών ο λόγος) «Πληρωτέες με την εμφάνιση», όπου το καθαρευουσιάνικο «πληρωτέες» κολλάει με το τάχα δημοτικό αλλά ακαταλαβίστικο «με την εμφάνιση»;
Όταν ακούνε τους ιθύνοντές μας να λένε πως θα ανθρωποποιήσουν τα νοσοκομεία, δηλαδή θα τα κάνουν ανθρώπους, ή όλα εκείνα τα βαθέματα, πλατέματα, στενέματα, καλέσματα και τα άλλα γλωσσικά εδέσματα και αποξέσματα;
Όταν διαβάζουν σε επιστημονικά κείμενα ή σε σχολικά εγχειρίδια για το πάχος της ιστορίας (!), για τις σπουδές (του Φαλμεράυερ), φρούτο των οποίων ήταν (η λέξη καρπός φάνηκε ξινή στον συγγραφέα!), για τη μετανάστευση που είναι κερδοσκοπική (αντί επικερδής) ή για τη σοφία του άρτι εκλεγέντα ακαδημαϊκού;
Όταν βλέπουν στον έντυπο και ηλεκτρονικό δημοσιογραφικό λόγο γαλαξίες από λέξεις, φράσεις και εκφράσεις κακόζηλες, κακόηχες, κακοτράχαλες, κακομεταφρασμένες (από την καθαρεύουσα, τα αγγλικά, τα γαλλικά) [];
Όταν διαστρέφεται ακόμα και η ορθογραφία απλούστατων λέξεων και γράφεται, ως και σε λογοτεχνικά κείμενα, το επίθετο «πολλή» με υ σαν επίρρημα («πολύ χαρά», «πολύ αγάπη» — ενώ δεν γράφουν, βέβαια, «λίγο χαρά», «λίγο αγάπη») και οι αντωνυμίες «ποια» και «ποιο» με ι σαν επίρρημα πάλι («με πιο τίμημα», «σε πια οργάνωση»).
Και πώς να μάθουν να μιλάνε σωστά οι νέοι μας, όταν η τηλεόραση και το ραδιόφωνο τσαλαπατούν νυχθημερόν τη γραμματική, το συντακτικό, τη λογική και την εκφορά των λέξεων; Προπάντων, μ’ εκείνα τα ακατάσχετα πάDα (αντί πάν-dα), εGύκλιος, εBόριο κ.λπ. Θαυμάσιο, όμως, κόλαφο —ελληνιστί, φούσκο— δέχθηκε, τις προάλλες, η εξαγγέλλουσα διάφορα συGροτήματα και μπάDες: αμέσως μετά απ’ αυτήν, ένας γέρος φουστανελάς μίλησε για την ετήσια συνάντηση των Βλάχων και πρόφερε σωστότατα συΝ-Gροτήματα και αN-Dαμώνουν — προς γνώσιν, αλλά όχι και συμμόρφωσιν, αλίμονο, των προφητών του λαϊκισμού και του «έτσι το λέει [το προφέρει] ο λαός».
Και όλα αυτά συμβαίνουν την ώρα που η Αθήνα ανακηρύσσεται Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης — πρωτεύουσα κ.λ.π., που κονιορτοποιεί και εκβαρβαρίζει το πρωτεύον στοιχείο, τον ακρογωνιαίο λίθο του πολιτισμού, τη Γλώσσα! Και ενώ η Εκπαιδευτική μας Πολιτική καταργεί τα Αρχαία Ελληνικά και καταρρακώνει τα Νέα, ιδρύει ταυτόχρονα όλο και νέα Πανεπιστήμια, έτσι που, σε λίγο, θα έχει κάθε χωράφι και (Πανεπιστημιακή) Σχολή, κάθε Σχολή και σχόλη — αφού όσο περισσότερα Πανεπιστήμια ανοίγουμε, τόσο πιο πολύ καιρό μένουμε κλειστά, λόγω αργιών, απεργιών και άλλων ιερουργιών. Ώσπου να υλοποιηθεί το μέγα σκοπούμενο: σπουδαστές χωρίς σπουδές και διπλώματα-δολώματα για τους αφελείς.
Φαντάζομαι, μάλιστα, πως οι κήρυκες του ωφελιμισμού και της (δήθεν) πρακτικότητας θα αντικαταστήσουν σύντομα τα διάφορα σχολαστικά συντακτικά, γραμματικές κ.λπ. με βιβλιαράκια σαν τα αείμνηστα εκείνα «Ο Έλλην εν Αγγλία», «Ο Έλλην εν Αμερική» κ.ο.κ. Και εκεί, καμιά 200αριά λέξεις κι εκφράσεις προκάτ θα ξεσπιτώσουν για πάντα τις ξεπερασμένες, οπισθοδρομικές, αντιδραστικές εκφράσεις, κανόνες, λεξιλόγια κ.λπ. του λόγιου κατεστημένου.
*Αποσπάσματα από άρθρο του Μάριου Πλωρίτη, που έφερε τον τίτλο «Τερατογονίες της Παιδείας μας» και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα Το Βήμα την Κυριακή 7 Ιουλίου 1985.
Για τη γλώσσα μας αγωνιούσε και αγωνιζόταν ο Πλωρίτης πριν από τέσσερις και πλέον δεκαετίες, έχοντας επίγνωση των σοβαρών κινδύνων που την απειλούσαν.
Η Παιδεία μας —έγραφε σε άλλο σημείο του κειμένου του— έσπερνε δυστυχώς την αμάθεια και την ημιμάθεια, οικοδομώντας έναν καινούριο πύργο της Βαβέλ.
Τη βαθύτατα οδυνηρή εικόνα συνέθεταν η άγνοια των παιδιών και η παράνοια της Παιδείας μας, που υπέβαλλε τα ελληνικά νιάτα σε 12άχρονα γυμνάσια άνευ ουσιαστικού αποτελέσματος από γλωσσικής απόψεως και εν γένει πνευματικής καλλιέργειας.
Κατά τα άλλα —σημείωνε προσφυώς ο Πλωρίτης στο ίδιο πάντα άρθρο του—, «Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου» (Οδυσσέας Ελύτης, Το Άξιον Εστί, Τα Πάθη, Β).
![]()
