«Καμπανάκι» Λαγκάρντ για πληθωρισμό και κινδύνους μετά τη νέα αύξηση επιτοκίων της ΕΚΤ

«Καμπανάκι» Λαγκάρντ για πληθωρισμό και κινδύνους μετά τη νέα αύξηση επιτοκίων της ΕΚΤ

Η υψηλή αβεβαιότητα και οι αυξημένοι κίνδυνοι, κυρίως στο μέτωπο του πληθωρισμού, οδήγησαν την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) στη δεύτερη αύξηση των επιτοκίων κατά 0,25% στο 2,5% μέσα σε δύο μήνες.

Υπό το φως των νέων εξελίξεων, ακόμη και τα πιο απαισιόδοξα σενάρια που είχε επεξεργαστεί η ΕΚΤ για τον πληθωρισμό και την ανάπτυξη τον Ιούνιο θεωρούνται πλέον ξεπερασμένα. Η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, ανέφερε στη συνέντευξη Τύπου μετά τη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου ότι η Κεντρική Τράπεζα θα δημοσιοποιήσει σύντομα νέα αναθεωρημένα σενάρια.

Η επικεφαλής της ΕΚΤ μίλησε σε αυστηρό τόνο, χωρίς όμως να προαναγγείλει νέα αύξηση επιτοκίων. Προειδοποίησε, πάντως, ότι ο πληθωρισμός αναμένεται να παραμείνει πάνω από τον στόχο για μεγάλο χρονικό διάστημα. Κύρια πηγή ανησυχίας είναι η σύγκρουση με το Ιράν, που έχει ανεβάσει την τιμή του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι. Η Λαγκάρντ τόνισε επίσης ότι η οικονομία της ευρωζώνης παραμένει ανθεκτική, με ανάπτυξη ευρείας βάσης.

Οι αγορές ομολόγων έσπευσαν να προεξοφλήσουν νέα αύξηση επιτοκίων τον Δεκέμβριο, με αποτέλεσμα να υποχωρήσουν οι τιμές και να αυξηθούν οι αποδόσεις τους. Ενδεικτικά, η απόδοση του 10ετούς ομολόγου του Ελληνικού Δημοσίου βρισκόταν στο 4,10%, από περίπου 4% στις αρχές του μήνα.

Όπως εξήγησε η Κρ. Λαγκάρντ, οι κίνδυνοι για τις προοπτικές ανάπτυξης είναι καθοδικοί. Αυτό αποδίδεται, ειδικότερα, στη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και στις εξελίξεις στον αδικαιολόγητο πόλεμο της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας.

Η προβολή του βασικού σεναρίου για τον ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης είναι 0,9% για το 2026, 1,4% για το 2027 και 1,5% για το 2028. Πρόκειται για αναθεώρηση προς τα πάνω τόσο για το 2026 όσο και για το 2027, η οποία αντανακλά κυρίως την υψηλότερη από ό,τι αναμενόταν ανθεκτικότητα της οικονομίας της ζώνης του ευρώ.

Μια νέα διαταραχή στον ενεργειακό εφοδιασμό θα μπορούσε να οδηγήσει σε περαιτέρω και πιο παρατεταμένη άνοδο των τιμών ενέργειας σε σχέση με ό,τι προβλέπεται σήμερα. Αυτό θα επιβάρυνε τα πραγματικά εισοδήματα, την κατανάλωση και τις επενδύσεις. Παράλληλα, μια επιδείνωση του κλίματος στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές ή οι επιδράσεις μετάδοσης στις αγορές ομολόγων θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αυστηρότερες πιστωτικές συνθήκες και να περιορίσουν τη ζήτηση. Η αναζωπύρωση των εμπορικών εντάσεων μεταξύ μεγάλων οικονομιών θα μπορούσε επίσης να διαταράξει περαιτέρω τις εφοδιαστικές αλυσίδες, να μειώσει τις εξαγωγές και να αποδυναμώσει την κατανάλωση και τις επενδύσεις. Αντίθετα, η ανάπτυξη θα μπορούσε να κινηθεί υψηλότερα αν η οικονομία και οι ενεργειακές αγορές προσαρμοστούν ταχύτερα από το αναμενόμενο στις διαταραχές που προκαλούν οι συνεχιζόμενες συγκρούσεις ή αν αυτές επιλυθούν με βιώσιμο τρόπο. Επιπλέον, η υιοθέτηση νέων τεχνολογιών από τις επιχειρήσεις της ζώνης του ευρώ, καθώς και οι δαπάνες για την άμυνα και τις υποδομές, μαζί με τις μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της παραγωγικότητας και την ολοκλήρωση της Ενιαίας Αγοράς της ΕΕ, ενδέχεται να στηρίξουν την ανάπτυξη περισσότερο από όσο αναμένεται.

Οι κίνδυνοι για τις προοπτικές του πληθωρισμού είναι ανοδικοί.

Αυτό οφείλεται, ειδικότερα, στη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και στις εξελίξεις στον αδικαιολόγητο πόλεμο της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας. Το ενεργειακό σοκ θα μπορούσε να ενταθεί περαιτέρω και οι επιπτώσεις του στις υπόλοιπες τιμές και στους μισθούς να είναι ισχυρότερες από ό,τι υπολογίζεται σήμερα. Ειδικότερα, οι τιμές του φυσικού αερίου θα μπορούσαν να αυξηθούν σε περίπτωση νέων διαταραχών στον εφοδιασμό ή ενός ασυνήθιστα ψυχρού χειμώνα σε συνδυασμό με χαμηλά αποθέματα. Όσο περισσότερο παραμένουν υψηλές οι τιμές της ενέργειας, τόσο πιθανότερο είναι να προκαλέσουν ευρύτερες πληθωριστικές πιέσεις μέσω έμμεσων και δευτερογενών επιδράσεων. Η αναζωπύρωση των εμπορικών εντάσεων θα μπορούσε να οδηγήσει σε μεγαλύτερο κατακερματισμό των παγκόσμιων εφοδιαστικών αλυσίδων, να περιορίσει την προσφορά κρίσιμων πρώτων υλών και να επιδεινώσει τους περιορισμούς παραγωγικής δυναμικότητας στην οικονομία της ζώνης του ευρώ. Τα ακραία καιρικά φαινόμενα, που ενδέχεται να ενισχυθούν από την ενδυνάμωση των συνθηκών «Ελ Νίνιο», καθώς και η ευρύτερη κλιματική και οικολογική κρίση, θα μπορούσαν να οδηγήσουν τις τιμές των τροφίμων σε υψηλότερα επίπεδα από τα σημερινά δεδομένα.

Αντίθετα, ο πληθωρισμός θα μπορούσε να διαμορφωθεί σε χαμηλότερα επίπεδα, εάν οι συνεχιζόμενες γεωπολιτικές συγκρούσεις επιλυθούν με βιώσιμο τρόπο ή αν οι έμμεσες και δευτερογενείς επιδράσεις του πρόσφατου ενεργειακού σοκ αποδειχθούν ηπιότερες από ό,τι εκτιμάται. Οι πιο ασταθείς και πιο επιφυλακτικές χρηματοπιστωτικές αγορές θα μπορούσαν επίσης να περιορίσουν τη ζήτηση και, κατά συνέπεια, να μειώσουν τον πληθωρισμό.

Ο γενικός πληθωρισμός αναμένεται να διαμορφωθεί κατά μέσο όρο σε 3,0% το 2026, 2,5% το 2027 και 2,1% το 2028. Σε ό,τι αφορά τον πληθωρισμό χωρίς την ενέργεια και τα είδη διατροφής, το βασικό σενάριο προβλέπει 2,5% το 2026, 2,6% το 2027 και 2,3% το 2028. Σε σύγκριση με τον Ιούνιο, η πρόβλεψη του βασικού σεναρίου για τον πληθωρισμό παραμένει αμετάβλητη για το 2026, ενώ έχει αναθεωρηθεί προς τα πάνω για το 2027 και το 2028.

ΕΚΤ: Νέα αύξηση 0,25% στα επιτόκια και βασικό επιτόκιο στο 2,5%

Loading

Play