Ο Αριστοτέλης, τον 4ο αιώνα π.Χ., ακολούθησε τη γραμμή του Θουκυδίδη επιχειρώντας να ερμηνεύσει την υπεροχή των Ελλήνων έναντι των βαρβάρων με περιβαλλοντικούς όρους. Ο μεγάλος σταγειρίτης φιλόσοφος υποστήριξε ότι το γένος των Ελλήνων ήταν το μόνο που συνέδεε τη γενναιότητα με το καλλιεργημένο πνεύμα και το υψηλό φρόνημα με τις πνευματικές αρετές, επειδή βρισκόταν ανάμεσα στα έθνη των ψυχρών τόπων της Ευρώπης και της Ασίας. Οι πρώτοι είχαν μεν γενναιότητα, αλλά υστερούσαν σε πνευματικά εφόδια και δεξιότητες, ενώ οι δεύτεροι παρουσίαζαν το ακριβώς αντίστροφο.
Ο Αριστοτέλης προχώρησε ακόμη περισσότερο, αποδίδοντας την πολιτική σκέψη και τη φιλοσοφία αποκλειστικά στους Έλληνες πολίτες, ενήλικες και άρρενες. Αντίθετα, έκρινε ότι οι βάρβαροι ήταν εκ φύσεως δούλοι, λόγω έμφυτης νοητικής υστέρησης, και γι’ αυτό θα έπρεπε να συγκροτούν την εργατική τάξη. Παρά το σαθρό αυτό επιχείρημα περί φυσικής δουλείας, ο Αριστοτέλης αναγνώρισε σε ορισμένους βαρβαρικούς λαούς αξιοπρόσεκτους πολιτειακούς και κοινωνικοοικονομικούς θεσμούς, όπως τον καταμερισμό των κοινωνικών λειτουργιών, τη νομοθεσία και την πολιτική τάξη των Αιγυπτίων, αλλά και τα συσσίτια των Οινωτρών της ιταλικής χερσονήσου.
Το στερεότυπο του καλού Έλληνα και του κακού βαρβάρου άρχισε να υποχωρεί και να δέχεται καίρια πλήγματα στους Ελληνιστικούς Χρόνους (323-31 π.Χ.), κυρίως μετά τη δυναμική εμφάνιση της Ρώμης. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Πολύβιος ο Μεγαλοπολίτης, σημαντικός ιστορικός του 2ου αιώνα π.Χ., πρότεινε αντί του παλιού διπόλου Ελλήνων και βαρβάρων μια νέα, τριμερή ταξινόμηση του ανθρώπινου γένους: Έλληνες, βάρβαροι και Ρωμαίοι.
Με την πάροδο του χρόνου, η διάκριση ανάμεσα σε Έλληνες και Ρωμαίους έπαψε να έχει ισχύ στα χρόνια του Βυζαντίου. Στη λεγόμενη Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ή Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, της Κωνσταντινούπολης, οι Έλληνες της αυτοκρατορίας και αργότερα οι απόγονοί τους αποδέχονταν, συχνά μάλιστα με προθυμία, τον χαρακτηρισμό Ρωμαίος/Ρωμιός. Από εκεί προέκυψε και ο μεταγενέστερος όρος ρωμιοσύνη, που δηλώνει τον ελληνισμό, το ελληνικό φρόνημα, την ουσία του πολιτισμού της ελληνικής φυλής και του ορθόδοξου ελληνικού έθνους.
*Στη φωτογραφία του παρόντος άρθρου, παλαιότατη έκδοση σωζόμενων έργων του Πολυβίου του Μεγαλοπολίτου (Άμστερνταμ, 1670).
Η ελληνική γλώσσα στο διάβα του χρόνου: Η έννοια του ελληνισμού (Μέρος Α)
Η ελληνική γλώσσα στο διάβα του χρόνου: Η έννοια του ελληνισμού (Μέρος Β)
Πηγή περιεχομένου: in.gr
![]()
