Προστατευτική φύλαξη παιδιών: Η κράτηση τριών έφηβων κοριτσιών στη ΓΑΔΑ και τα κενά στο σύστημα

Προστατευτική φύλαξη παιδιών: Η κράτηση τριών έφηβων κοριτσιών στη ΓΑΔΑ και τα κενά στο σύστημα

Η προστατευτική φύλαξη παιδιών βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο, μετά τις αποκαλύψεις ότι με απόφαση της Εισαγγελίας Ανηλίκων τρία έφηβα κορίτσια κρατούνταν στη ΓΑΔΑ σε καθεστώς που προσομοίαζε με συνθήκες κράτησης. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η επιλογή αυτή έγινε επειδή δεν υπήρχε κατάλληλο πλαίσιο φιλοξενίας και τα νοσοκομεία δεν δέχονταν να τα φιλοξενήσουν.

Η λεγόμενη «προστατευτική φύλαξη» παιδιών, δηλαδή η κράτησή τους σε κρατητήρια αστυνομικών τμημάτων ή σε αντίστοιχους χώρους, περιγράφεται ως προφανής παραβίαση κάθε έννοιας δικαιωμάτων του παιδιού. Παιδιά που δεν έχουν διαπράξει αδίκημα παραμένουν ως εξακολουθητικώς συλληφθέντα, χωρίς σαφή χρονικό ορίζοντα, σε χώρους που δεν διαθέτουν υποδομές φιλοξενίας, ούτε καν στοιχειώδεις συνθήκες υγιεινής.

Στο κείμενο τονίζεται ότι το πρόβλημα είναι η απουσία συστήματος υπηρεσιών παιδικής προστασίας στην Ελλάδα. Οι υπάρχουσες δομές, αναφέρεται, είναι κυρίως ιδρυματικού χαρακτήρα και στοχεύουν περισσότερο στη διάθεση παιδιών σε ενήλικες που επιδιώκουν υιοθεσία, αφήνοντας εκτός παιδιά που δεν πληρούν αυτό το προφίλ, όπως έφηβα, «προβληματικά», παιδιά με ασθένειες ή αναπηρίες, παιδιά με νομικά ζητήματα ή όσα διεκδικεί η βιολογική τους οικογένεια.

Σύμφωνα με το άρθρο, όταν το μεταναστευτικό διογκώθηκε στη χώρα, το σύστημα εφηύρε την «προστατευτική φύλαξη» για τους ασυνόδευτους ανηλίκους, ώστε να παραμένουν στα κρατητήρια αστυνομικών τμημάτων μέχρι να βρεθεί λύση. Η πρακτική αυτή επεκτάθηκε και σε άλλες κατηγορίες παιδιών, ιδιαίτερα σε έφηβα αγόρια με προβλήματα με τον νόμο, ενώ αναφέρεται και περίπτωση έφηβου παιδιού Ρομά που φέρεται να έμεινε για πολλούς μήνες σε κρατητήριο επειδή καμία στεγαστική δομή δεν το δεχόταν.

Η πρακτική καταργήθηκε με το Άρθρο 43 του Νόμου 4760/2020 για τους ασυνόδευτους ανηλίκους, μετά την κατακραυγή για τη βίαιη μεταχείριση παιδιών που, όπως σημειώνεται, δεν έφταιγαν για την κατάστασή τους. Ωστόσο, το 2026, μετά το φιάσκο της «οικογένειας της Κυψέλης», η Εισαγγελία Ανηλίκων και η ΕΛΑΣ φέρονται να επανέφεραν το μέτρο για τα τρία έφηβα κορίτσια που δεν γίνονταν δεκτά στα νοσοκομεία παίδων.

Το δημοσίευμα επισημαίνει ότι το ζήτημα αφορά τόσο την αναζήτηση ευθυνών για όσους επέλεξαν αυτόν τον χειρισμό, όσο και την εικόνα της κοινωνικής προστασίας για τα ευάλωτα παιδιά. Η απόφαση, όπως αναφέρεται, δείχνει πως τα προβλήματα αυτά δεν αντιμετωπίζονται ως ανάγκες φροντίδας, αλλά ως θέματα ευταξίας και ελέγχου, με αποτέλεσμα να οδηγούνται στην πράξη σε «φυλάκιση».

Παράλληλα, υποστηρίζεται ότι η πολιτεία έχει επενδύσει σε μηχανισμούς αστυνόμευσης, χωρίς να ενισχύσει ουσιαστικά την κοινωνική προστασία. Την ίδια στιγμή, αντί να ακολουθήσει το ευρωπαϊκό μοντέλο με ανάδοχες οικογένειες, στελεχωμένες κοινοτικές κοινωνικές υπηρεσίες και μικρές στέγες για έφηβα παιδιά, έχει θεσμοθετήσει την παράταση της λειτουργίας ιδρυμάτων, με αποτέλεσμα όταν προκύπτει ζήτημα φιλοξενίας εφήβων να μην υπάρχουν διαθέσιμες λύσεις.

Το κείμενο κλείνει με την επισήμανση ότι η κατάσταση είναι τραγική για μια χώρα όπου τα παιδιά λιγοστεύουν. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται, η Ελλάδα έχει πλέον τα 2/3 των γεννήσεων που είχε πριν από 15 χρόνια και ακόμη μεγαλύτερη μείωση στον παιδικό πληθυσμό, με το ερώτημα να παραμένει αν η κοινωνία θα αντιληφθεί εγκαίρως ότι τα παιδιά είναι το κοινωνικό κεφάλαιο του μέλλοντος.

  • Ο Γιώργος Νικολαΐδης είναι ψυχίατρος και διευθυντής Ψυχικής Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού.

Loading

Play