Τι φταίει για τις χαμηλές επιδόσεις στο σχολείο; Η PISA δείχνει τους εφήβους

Τι φταίει για τις χαμηλές επιδόσεις στο σχολείο; Η PISA δείχνει τους εφήβους

Η χαμηλές επιδόσεις στο σχολείο των εφήβων δείχνουν να επιβεβαιώνονται και από τα νέα στοιχεία της PISA για τις χώρες του ΟΟΣΑ, ανάμεσά τους και η Ελλάδα. Την ώρα που η τεχνητή νοημοσύνη γίνεται πιο έξυπνη, η εικόνα για τις σχολικές επιδόσεις των μαθητών είναι ανησυχητική.

Οι βαθμοί στις φυσικές επιστήμες, τα μαθηματικά και την ανάγνωση έχουν υποχωρήσει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες, σύμφωνα με το Πρόγραμμα Διεθνούς Αξιολόγησης Μαθητών (PISA) του ΟΟΣΑ, που εξετάζει μαθητές ηλικίας 15 έως 16 ετών περίπου κάθε τρία χρόνια.

Πολλοί έσπευσαν να δώσουν απλοϊκές ερμηνείες για αυτή την πτώση, αφού είδαν τα πιο πρόσφατα δεδομένα που δημοσιεύθηκαν. Όμως, όπως σημειώνουν οι Financial Times, έτσι υπάρχει κίνδυνος να χαθεί τόσο η πραγματική έκταση του προβλήματος όσο και οι πιθανές λύσεις.

Ένας παράγοντας που συζητείται συχνά είναι η πανδημία του Covid-19. Τα περιοριστικά μέτρα διέκοψαν τη μάθηση σε όλο τον κόσμο και συνέβαλαν στην απότομη πτώση των βαθμολογιών της PISA μεταξύ 2018 και 2022. Οι μαθητές που έδωσαν εξετάσεις το περασμένο έτος θα ήταν περίπου 10 ετών το 2020, ενώ το κλείσιμο των σχολείων ενδέχεται να επηρέασε περισσότερο τους μικρότερους μαθητές, επειδή συνέπεσε με κρίσιμο στάδιο της εκπαίδευσής τους.

Ωστόσο, αν η εικόνα εξεταστεί πιο ευρεία, οι βαθμολογίες της PISA σε ολόκληρο τον ΟΟΣΑ καταγράφουν πτώση ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 2010. Αυτό δείχνει ότι υπάρχουν και βαθύτεροι παράγοντες που συμβάλλουν στην υποχώρηση.

Η προσοχή στρέφεται έτσι στην τεχνολογία. Η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης από τους μαθητές έχει αυξηθεί πολύ γρήγορα τα τελευταία χρόνια. Στις φυσικές επιστήμες, όσοι χρησιμοποιούν καθημερινά chatbots για εργασίες όπως περιλήψεις και κείμενα τείνουν να έχουν χαμηλότερες επιδόσεις από εκείνους που τα χρησιμοποιούν σπάνια, με διαφορά που αντιστοιχεί περίπου σε ένα έτος σχολικής φοίτησης.

Από την άλλη πλευρά, αν η μεταφορά γνωστικών εργασιών στην τεχνητή νοημοσύνη οδηγήσει σε αδυνάτισμα των δεξιοτήτων επεξεργασίας πληροφοριών, πολλά εξαρτώνται από τον τρόπο χρήσης της. Οι μαθητές που τη χρησιμοποιούν καθημερινά ως βοήθημα και όχι ως υποκατάστατο της σκέψης έχουν καλύτερες επιδόσεις από όσους τη χρησιμοποιούν λιγότερο συχνά.

Καλύτερες επιδόσεις εμφανίζουν επίσης οι μαθητές που έχουν την ευκαιρία να καλλιεργήσουν στο σχολείο δεξιότητες χειρισμού της τεχνητής νοημοσύνης.

Τα chatbots είναι πιο πρόσφατο φαινόμενο, όμως η έναρξη της πτώσης στις βαθμολογίες της PISA συμπίπτει και με τη διάδοση των smartphone στους εφήβους. Οι ψηφιακές συσκευές αποσπούν την προσοχή και το ατελείωτο περιεχόμενο καταναλώνει τη νοητική χωρητικότητα, δηλαδή το γνωστικό φορτίο. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλοί διευθυντές της Silicon Valley περιορίζουν τον χρόνο που περνούν τα δικά τους παιδιά μπροστά στην οθόνη.

Παράλληλα, ορισμένες χώρες απέφυγαν μεγάλες απώλειες στις επιδόσεις μέσα στην πανδημία και τις τεχνολογικές αλλαγές. Αυτό οδήγησε κάποιους να προτείνουν εξηγήσεις που σχετίζονται με τις πολιτικές στην εκπαίδευση. Οι μαθητές που έχουν πρόσβαση σε εκπαιδευτικούς υψηλής ποιότητας τείνουν να έχουν καλύτερα αποτελέσματα, ενώ τα σχολεία που βάζουν περιορισμούς ή κατευθυντήριες γραμμές στη χρήση κινητών τηλεφώνων αναφέρουν, κατά μέσο όρο, χαμηλότερα ποσοστά απόσπασης της προσοχής, σύμφωνα με την PISA.

Σε γενικές γραμμές, οι χώρες που υιοθέτησαν νέες τάσεις στην εκπαίδευση, οι οποίες συνήθως δίνουν μικρότερη έμφαση σε ένα βασικό σώμα γνώσεων, εμφάνισαν μεγαλύτερη πτώση στις μακροπρόθεσμες επιδόσεις.

Η Φινλανδία, που άλλοτε θεωρούνταν πρότυπο των καινοτόμων διδακτικών πρακτικών με μάθηση μέσω του παιχνιδιού και λιγότερες εξετάσεις, έχει καταγράψει τη μεγαλύτερη πτώση ανάμεσα στις πλούσιες χώρες από το 2006 και μετά και στα τρία μαθήματα. Η στροφή προς λιγότερο αυστηρές μεθόδους στη Σουηδία τη δεκαετία του 1990 και στο Πρόγραμμα Σπουδών για την Αριστεία της Σκωτίας το 2010 έχει επίσης συνδεθεί με μεταγενέστερη υποχώρηση των μαθησιακών αποτελεσμάτων.

Αντίθετα, χώρες που συνέχισαν να δίνουν βάρος στα βασικά μαθήματα, όπως η Αγγλία και η Εσθονία, αλλά και χώρες της Ανατολικής Ασίας, έχουν συγκρατήσει την πτωτική τάση. Το ποσοστό των μαθητών με χαμηλές επιδόσεις στις φυσικές επιστήμες, τα μαθηματικά και την ανάγνωση, δηλαδή όσων μένουν κάτω από το βασικό επίπεδο επάρκειας, είναι επίσης αρκετά χαμηλότερο από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ σε πολλές από αυτές τις χώρες.

Αυτό δείχνει ότι με υπομονή, επανάληψη και στήριξη, οι περισσότεροι μαθητές μπορούν να αποκτήσουν λειτουργική κατανόηση των βασικών εννοιών. Οι προοδευτικοί υποτιμούν εύκολα την αξία της παραδοσιακής διδασκαλίας, όμως τα γεγονότα είναι τα δομικά στοιχεία της κριτικής σκέψης, ενώ η επίλυση επαναλαμβανόμενων αλγεβρικών προβλημάτων, για παράδειγμα, ενισχύει την αφηρημένη συλλογιστική. Η PISA άλλωστε αξιολογεί την εφαρμογή των δεξιοτήτων των μαθητών σε προβλήματα της πραγματικής ζωής και όχι μόνο την αποστήθιση της γνώσης.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι μη παραδοσιακές μορφές διδασκαλίας δεν έχουν αξία. Η Εσθονία και η Σιγκαπούρη, που έχουν υψηλές επιδόσεις, αξιοποιούν την τεχνολογία καθώς και την αυτόνομη και διεπιστημονική μάθηση. Και στις δύο χώρες, η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης βρίσκεται πολύ πάνω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.

Τέλος, κάποιοι αποδίδουν τη μείωση των εθνικών βαθμολογιών και στη μετανάστευση. Οι μαθητές μετανάστες είναι πιθανότερο να προέρχονται από μειονεκτικά κοινωνικά περιβάλλοντα ή να μιλούν στο σπίτι διαφορετική γλώσσα από εκείνη της εξέτασης, κάτι που μπορεί να ρίχνει τις επιδόσεις τους. Όμως οι μέσες βαθμολογίες των μη μεταναστών στην ανάγνωση, τα μαθηματικά και τις φυσικές επιστήμες έχουν επίσης μειωθεί την τελευταία δεκαετία σε όλον τον ΟΟΣΑ.

Η ταχεία μετανάστευση μπορεί να πιέσει τα τοπικά εκπαιδευτικά συστήματα, αλλά μπορεί και να βελτιώσει τις επιδόσεις. Κατά μέσο όρο, οι χώρες με μεγαλύτερο ποσοστό μαθητών μεταναστών τείνουν να έχουν καλύτερες επιδόσεις στις φυσικές επιστήμες. Σε ορισμένες χώρες, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Αυστραλία, ο Καναδάς και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, οι μαθητές αυτοί ξεπερνούν όσους δεν προέρχονται από οικογένειες μεταναστών. Μελέτες δείχνουν ότι η επαφή με μαθητές μετανάστες που έχουν ισχυρή εργασιακή ηθική μπορεί να βελτιώσει και τις επιδόσεις των ντόπιων μαθητών.

Αυτό αναδεικνύει και έναν ακόμη καθοριστικό παράγοντα στα μαθησιακά αποτελέσματα: το οικογενειακό περιβάλλον. Το μορφωτικό επίπεδο των γονέων, η συμμετοχή τους στη μάθηση του παιδιού, η στάση τους απέναντι στην εκπαίδευση και η γνώση της γλώσσας διδασκαλίας μπορούν να επηρεάσουν την απόδοση των μαθητών, ανεξάρτητα από το εκπαιδευτικό σύστημα.

Υπάρχουν πολλοί αλληλένδετοι λόγοι για τη μείωση των βαθμολογιών στην PISA. Πίσω από τα δυσοίωνα στοιχεία, ωστόσο, υπάρχει ένα πιο αισιόδοξο συμπέρασμα: η καλή εκπαίδευση εξακολουθεί να στηρίζεται σε διαχρονικές αρχές, όπως η προσοχή, οι βασικές γνώσεις, η ποιοτική διδασκαλία και μια κουλτούρα που εκτιμά τη μάθηση.

Η χρήση της τεχνολογίας και οι πιο ελεύθερες διδακτικές πρακτικές, σύμφωνα με το άρθρο, πρέπει να συμπληρώνουν αυτά τα θεμέλια και όχι να τα αντικαθιστούν.

Loading

Play