Μια νέα διεθνής ανάλυση για το Ταμείο Ανάκαμψης φέρνει στο προσκήνιο την πορεία της ελληνικής οικονομίας μετά την πανδημία. Ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος, σε ανάρτησή του, παραπέμπει σε μελέτη που δημοσιεύθηκε στο VoxEU του CEPR και υποστηρίζει ότι η εικόνα που προκύπτει είναι διαφορετική από όσα λέγονται από την αντιπολίτευση για «αποτυχία» και «χαμένη ευκαιρία».
Ο ίδιος καλεί να διαβαστεί προσεκτικά η ανάλυση, διευκρινίζοντας ότι δεν πρόκειται για κυβερνητικό δελτίο Τύπου. Όπως αναφέρει, συγγραφέας είναι ο Dino Pinelli, ειδικός σύμβουλος έρευνας στη Γενική Διεύθυνση Οικονομικών και Χρηματοδοτικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Η μελέτη εξετάζει την Ιταλία, την Ισπανία και την Ελλάδα και συγκρίνει την οικονομική τους πορεία μετά την πανδημία με χώρες της ευρωζώνης που έλαβαν επίσης χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης. Για την Ελλάδα, τα στοιχεία που παραθέτει ο υπουργός εμφανίζονται ιδιαίτερα ισχυρά.
Από το 2019 έως το 2025, το πραγματικό ΑΕΠ της χώρας αυξήθηκε κατά 10,8%, ενώ στις χώρες σύγκρισης η άνοδος περιορίστηκε στο 5,4%.
Οι ώρες εργασίας ενισχύθηκαν κατά 7,5%, έναντι μόλις 2,6% στις χώρες σύγκρισης.
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο αφορά τις επενδύσεις. Το συνολικό ποσοστό επενδύσεων στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 5,9 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, ενώ στις χώρες σύγκρισης οι επενδύσεις μειώθηκαν περίπου κατά 2 μονάδες του ΑΕΠ.
Η ανάλυση, επίσης, εντοπίζει ενδείξεις ότι οι δημόσιες επενδύσεις του Ταμείου κινητοποίησαν και τις ιδιωτικές, αντί να τις εκτοπίσουν.
Για την Ελλάδα, οι συγγραφείς μιλούν για μια ευρύτερη διαδικασία σύγκλισης: το ΑΕΠ βρίσκεται πάνω από την προ πανδημίας τάση, οι επενδύσεις αυξάνονται σημαντικά από τη χαμηλή βάση του παρελθόντος και η συνολική παραγωγικότητα των συντελεστών παραγωγής (TFP) έχει ισχυρή θετική συμβολή.
Ο Άκης Σκέρτσος επισημαίνει πάντως ότι αυτό δεν σημαίνει πως το Ταμείο Ανάκαμψης έκανε μόνο του όσα συνέβησαν στην ελληνική οικονομία. Οι ίδιοι οι ερευνητές, όπως σημειώνει, μιλούν για προκαταρκτική περιγραφική ανάλυση και ζητούν περαιτέρω οικονομετρική έρευνα, ώστε να απομονωθεί αυστηρά η αιτιώδης επίδραση του Ταμείου.
Σημειώνει ακόμη ότι αυτό είναι το σημείο που πρέπει να προσέξει η εγχώρια δημόσια συζήτηση.
Μια σοβαρή αποτίμηση, αναφέρει, δεν μπορεί να γίνεται με συνθήματα περί «αποτυχίας» τη στιγμή που η Ελλάδα εμφανίζει καλύτερες επιδόσεις από την ομάδα χωρών σύγκρισης σε κρίσιμους δείκτες ανάπτυξης, απασχόλησης και, κυρίως, επενδύσεων.
Όταν μια διεθνής ανάλυση δείχνει ότι η περίοδος μετά την πανδημία συνδέεται στην Ελλάδα με ισχυρότερη ανάπτυξη, πολύ μεγαλύτερη αύξηση των ωρών εργασίας και θεαματική επιτάχυνση των επενδύσεων, η πολιτική συζήτηση, αν θέλει να είναι έντιμη, οφείλει να ξεκινά από αυτά τα δεδομένα, καταλήγει.
Ο υπουργός προσθέτει ακόμη ότι το μεγάλο στοίχημα του Ταμείου Ανάκαμψης δεν ήταν απλώς να αυξήσει προσωρινά το ΑΕΠ, αλλά να αλλάξει την παραγωγική βάση της χώρας μέσα από επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις.
Για την Ελλάδα, λέει, τα έως τώρα αποτελέσματα στην ψηφιοποίηση του κράτους, στην ενεργειακή μετάβαση, στην αγορά εργασίας και στο σύστημα υγείας δείχνουν ότι κάτι σημαντικό έχει ήδη αρχίσει να αλλάζει και ότι η σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό πυρήνα είναι πλέον πολύ κοντά.
Παράλληλα, αναφέρει ότι μαζί με τον Νίκο Παπαθανάση, τον Ορέστη Καβαλάκη, την Εύη Δραμαλιώτη και τους υπόλοιπους συναδέλφους της κυβέρνησης εργάζονται για να κλείσουν και τις τελευταίες εκκρεμότητες του 9ου αιτήματος, το οποίο ολοκληρώνει αυτό το μεγάλο μεταρρυθμιστικό και επενδυτικό πρόγραμμα.
Για πρώτη φορά, σημειώνει, η χώρα διαχειρίστηκε ένα ευρωπαϊκό σχέδιο ελληνικής ιδιοκτησίας ως προς το μίγμα επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων, με στόχο όχι μόνο την απορρόφηση των κοινοτικών πόρων, που όπως λέει θα επιτευχθεί χωρίς καθυστέρηση, αλλά κυρίως τον μετασχηματισμό της οικονομίας και του κράτους.
Και, όπως τονίζει, τα θεμέλια για αυτόν τον μετασχηματισμό έχουν ήδη μπει.
«Τώρα χρειάζεται να ολοκληρώσουμε τη δουλειά: να συνεχίσουμε τις μεταρρυθμίσεις, να διατηρήσουμε την επενδυτική δυναμική και να μετατρέψουμε αυτή την επιτάχυνση σε μόνιμα υψηλότερη παραγωγικότητα, εισοδήματα και θέσεις εργασίας», αναφέρει.
Και καταλήγει ότι την οικονομική πολιτική η χώρα οφείλει να την κρίνει με βάση τα αποτελέσματα που φέρνει και όχι με εύκολα συνθήματα που αγνοούν τη μετρήσιμη πρόοδο των τελευταίων ετών.
ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟ
![]()
