Η Μόσχα στις φλόγες: ο Ναπολέων Βοναπάρτης αιχμάλωτος του πεπρωμένου

Η Μόσχα στις φλόγες: ο Ναπολέων Βοναπάρτης αιχμάλωτος του πεπρωμένου

Η Μόσχα στις φλόγες υποδέχτηκε τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη, όταν η Μεγάλη Στρατιά μπήκε στην πόλη χωρίς αντίσταση, στις 14 Σεπτεμβρίου 1812. Ο γάλλος αυτοκράτορας περίμενε τα κλειδιά της πόλης, όμως αντί για παράδοση βρέθηκε μπροστά σε μια άδεια και καμένη πρωτεύουσα.

Αλλά ο δρόμος προς τη Μόσχα ήταν ελεύθερος, ύστερα από τη λυσσώδη και πολυαίμακτη Μάχη του Μποροντίνο, όπου ο Ναπολέων είχε καταγάγει πύρρεια νίκη επί του ρώσου στρατάρχη Μιχαήλ Κουτούζοφ, στις 7 Σεπτεμβρίου 1812. Πεντακόσιες χιλιάδες είχαν ξεκινήσει για να μπουν στην πόλη των Τσάρων και δεν απέμεναν παρά μόνον εκατό χιλιάδες, ενώ ο αυτοκράτορας, βλέποντας τη Μόσχα από την κορυφή ενός υψώματος την ώρα του ηλιοβασιλέματος, είπε αποκαμωμένος: «Η Μόσχα! Ήταν καιρός».

Ναι, αλλά πού ήταν τα κλειδιά της πόλεως; Πού ήσαν αι αρχαί; Όλο το απόγευμα της άλλης ημέρας ο στρατός του παρέλαυνε μπροστά του και ο Ναπολέων περίμενε τα κλειδιά της Μόσχας. Στη Βιέννη, στο Μιλάνο, στη Μαδρίτη, στο Βερολίνο είχε μπει θριαμβευτής, μα εδώ κανείς δεν ερχόταν, ενώ από μακριά ακουγόταν ο σάλαγος των τελευταίων εχθρικών δυνάμεων που απεσύροντο.

Η πόλη ήταν άδεια. Κατάπληκτοι οι Γάλλοι στρατιώτες προχωρούσαν μέσα στη νεκρή πολιτεία και πίσω τους ακολουθούσε αργά ο αυτοκράτορας με το επιτελείο του. Τους φαντάρους τους ενίσχυε η σκέψη ότι θα μπορούσαν να κοιμηθούν και να βρουν να φάνε σε εκείνα τα έρημα σπίτια, όμως ο Ναπολέων έφθασε μπροστά στα παράξενα τείχη του Κρεμλίνου. Όλες οι πόρτες ήταν ανοιχτές, αλλά πουθενά ψυχή ζώσα, ενώ ο θρόνος ήταν σκεπασμένος με ένα μαύρο ύφασμα.

Είχε φθάσει στην καρδιά μιας αινιγματικής αυτοκρατορίας και, παρ’ όλα αυτά, αισθανόταν πως δεν είχε νικήσει. Η νίκη είχε χαθεί μέσα στη στέππη, μαζί με τη γαλήνη και τον ύπνο του κατακτητή. Ξαφνικά μια παράξενη ανταύγεια φώτισε το παράθυρο και ακούστηκε η λέξη: φωτιά.

Στην αρχή ο αυτοκράτορας δεν έδωσε σημασία, όμως λίγο αργότερα υπασπιστές, στρατηγοί και διαγγελείς εισέβαλαν λαχανιασμένοι στην αίθουσα. Ανέφεραν ότι, όπως έλεγαν οι στρατιώτες, η πυρκαγιά είχε ξεσπάσει στις τέσσερις άκρες της πόλης και ότι όλες οι αντλίες είχαν εξαφανιστεί, ενώ ο Σεγκύρ, που βρισκόταν κοντά του εκείνη την ώρα, διηγείται τη σκηνή που ακολούθησε.

Τι φρικτό θέαμα, είπε ο Ναπολέων, βλέποντας τις φλόγες να τον κυκλώνουν και να κατατρώγουν τη λαμπρή κατάκτηση του. Σταματούσε στα παράθυρα και παρακολουθούσε την προέλαση της φωτιάς, με απότομες και λακωνικές αναφωνήσεις που πρόδιδαν τη σκληρή ταραχή του: «Το έκαμαν οι ίδιοι! Τόσα παλάτια! Τι αλλόκοτη απόφασις! Τι άνθρωποι είνε αυτοί! Σκύθαι είνε!»

Ο Ναπολέων, κύριος επί τέλους του ανακτόρου των τσάρων, επέμενε με πείσμα να μην παραχωρήσει αυτή την κατάκτηση ούτε στη φωτιά, όταν ακούστηκε η κραυγή ότι το Κρεμλίνο είχε πιάσει φωτιά. Τότε βγήκε για να αντιληφθεί την έκταση του κινδύνου και είδε ότι μέσα στον φούρνο του οπλοστασίου είχαν βρει έναν Ρώσο στρατιώτη.

Τον οδήγησαν μπροστά του και ο αυτοκράτορας διέταξε να τον ανακρίνουν. Ο άνδρας αυτός ήταν ο εμπρηστής και, όπως είπε, είχε εκτελέσει την εντολή του μόλις του έδωσε το σύνθημα ο αρχηγός του. Ο Ναπολέων έκανε μια χειρονομία περιφρόνησης και δυσθυμίας, και τον συλληφθέντα τον οδήγησαν στην πρώτη αυλή, όπου οι μαινόμενοι γρεναδιέροι τον θανάτωσαν με τις λόγχες τους.

Το επεισόδιο αυτό έκανε τον Ναπολέοντα να πάρει την απόφαση. Κατέβηκε γρήγορα τη βόρεια σκάλα και διέταξε να τον οδηγήσουν έξω από την πόλη, όμως οι φλόγες έφραζαν όλες τις πόρτες του φρουρίου. Μετά από αναζητήσεις, βρέθηκε ανάμεσα στους βράχους ένα μονοπάτι που πήγαινε προς το ποτάμι και από εκεί κατάφεραν ο ίδιος, οι αξιωματικοί του και η φρουρά του να ξεφύγουν από το Κρεμλίνο.

Ένας μονάχα στενός, σκολιός και φλεγόμενος δρομάκος προσεφερόταν ως είσοδος μάλλον παρά έξοδος από αυτή την κόλαση. Ο αυτοκράτορας όρμησε πεζός και χωρίς να διστάσει μέσα στο επικίνδυνο πέρασμα, προχωρώντας ανάμεσα στα τριξίματα και τα σπιθοβολήματα των καιόμενων σπιτιών, στους κρότους των καταρρεύσεων των τρούλλων και της πτώσης των φλεγομένων δοκών και των πυρακτωμένων σιδερένιων στεγών. Εκεί θα ετερματιζόταν ίσως η περιπετειώδης ζωή τους αν κάποιοι πλιατσικολόγοι του πρώτου σώματος δεν αναγνώριζαν τον αυτοκράτορα και τους οδηγούσαν προς τα καπνίζοντα ερείπια μιας αποτεφρωμένης συνοικίας.

Αφού πέρασε τέσσερις ημέρες σε έναν πύργο κοντά στην πόλη, περιμένοντας το τέλος της πυρκαγιάς, ο Ναπολέων ξαναγύρισε στο Κρεμλίνο, το οποίο δεν είχε πάθει μεγάλες ζημιές από τις φλόγες. Την πέμπτη ημέρα έχασε πια την υπομονή του, κάθισε και έγραψε για τρίτη φορά στον τσάρο και, αφού είχε αποκοπεί ολότελα από τον εχθρό, αναγκάστηκε πάλι να χρησιμοποιήσει ως απεσταλμένο έναν αξιωματικό αιχμάλωτο.

Ημέρες και εβδομάδες πέρασαν χωρίς καμιά απάντηση. Πέντε εβδομάδες αργότερα ο χειμώνας πλησίαζε και ο Ναπολέων, για να ξεγελάσει τη θλιβερή αναμονή και την αδράνεια που τόσο τον εξενεύριζε, έπαιρνε μυθιστορήματα από τη βιβλιοθήκη του παλατιού, αφού τα άλλα δεν είχαν φθάσει ακόμη από το Παρίσι, μα μόλις τα ξεφύλλιζε.

Τι να κάνει σε εκείνη την καμένη πόλη, όπου δεν μπορούσε τίποτε να οργανώσει; Η έκδοση των καθημερινών διαταγών δεν τον απασχολούσε παρά λίγες ώρες, ενώ τα τρόφιμα λιγόστευαν και το κρύο ήταν απειλητικό. Όταν, τον Οκτώβριο, συγκάλεσε στρατιωτικό συμβούλιο, ήξερε πως ένας μονάχα δρόμος τού έμενε ανοιχτός.

Άλλη λύση δεν έμενε από τον γυρισμό. Τότε ο αυτοκράτορας διέταξε να κατεβάσουν τον πελώριο χρυσό σταυρό του Αγίου Ιωάννου από τον τρούλο του παλατιού της Μόσχας, για να τον μεταφέρουν στο Παρίσι και να τον στήσουν στον τρούλο του μεγάρου των απομάχων, και έδωσε εντολή να ανατινάξουν το Κρεμλίνο.

Είχε απομακρυνθεί τρεις ώρες από τη Μόσχα και περίμενε νέα για την έκρηξη, ενώ μπροστά του περνούσε η μεγάλη στρατιά, ξεκούραστη αλλά ξεχαρβαλωμένη, με τους αρρώστους, τους πληγωμένους και τα πλιάτσικα να εμποδίζουν την πορεία της. Έφθασε ένας διαγγελέας και του είπε ότι η έκρηξη απέτυχε.

Βαθιά ανησυχία του έσπαζε το νου και την καρδιά. Ήξερε καλά πως όλα εκείνα τα φορτία που κουβαλούσαν οι άνδρες του θα επιβράδυναν την πορεία της στρατιάς, αλλά δεν ήθελε να τους αναγκάσει να πετάξουν ό,τι νόμιζαν θησαυρούς ή κειμήλια. Οι Ρώσοι ήταν παντού και πότε χτυπούσαν τα πλευρά του, πότε την οπισθοφυλακή του, πότε συναντούσαν την εμπροσθοφυλακή του.

Προ παντός όχι μάχες, έλεγε κάθε φορά που άκουγε ντουφεκιές, και δεν έβλεπε την ώρα να φθάσει στο Σμόλενσκ, για να διαχειμάσει ο στρατός του στην Πολωνία. Όπως στην Αίγυπτο, ο στρατός του προχωρούσε έχοντας στη μέση τις εφοδιοπομπές και τις αποσκευές και υποχρεωμένος να αμύνεται εναντίον εχθρών που πρόβαλλαν από παντού.

Όπως ο καύσων στην Αίγυπτο είχε σκοτώσει εκατοντάδες, το ψύχος στη Ρωσσία έριχνε κάτω χιλιάδες τα παλληκάρια του. Τα άλογα έπεφταν μέσα στο χιόνι και τους πάγους, τα κανόνια βυθίζονταν και ήταν αδύνατον να τραβηχθούν, τα πυρομαχικά δεν μπορούσαν να μεταφερθούν και χρειάστηκε να ανατιναχθούν ολόκληρες εφοδιοπομπές.

Πενήντα μόλις χιλιάδες άνθρωποι έφθασαν στο Σμόλενσκ — το ένα δέκατον από όσους είχαν ξεκινήσει. Τρόφιμα δεν υπήρχαν και η διαχείμαση ήταν αδύνατη, οπότε ο αποκαμωμένος στρατός αναγκάστηκε να συνεχίσει προς τόπους ημερώτερους.

Το θέαμα ήταν σπαρακτικό. Χιλιάδες φαντάροι είχαν πετάξει τα ντουφέκια τους και βάδιζαν νηστικοί και κουρελιασμένοι, με ένα ραβδί στο χέρι και στα μάτια την αγωνία του γλυτωμού από τη χιονισμένη στέππη. Όταν όμως άρχισε να κάμπτεται και η φρουρά, ο Ναπολέων μίλησε στους άνδρες του και τους θύμισε πως δεν νικούνταν από τον εχθρό, αλλά από τον εαυτό τους.

Και τέθηκε επικεφαλής τους. Μία φάλαγγα σιωπηλή, με τους περισσότερους στρατηγούς πεζούς, φαντάσματα κουρελοντυμένα και σκελετώδη, ακολουθούσε τον αυτοκράτορα, ενώ πίσω ερχόταν η Ιερά λεγεών και οι επιζώντες της έφιππης φρουράς, μέχρι που ένας μάρτυρας είδε μπροστά να βαδίζουν ο βασιλιάς της Νεάπολης, ο αντιβασιλέας της Ιταλίας και, ανάμεσά τους, ένας ανθρωπάκος με γούνα και μάλλινο σκούφο να διασχίζει πεζός και αμίλητος τη Ρωσσία.

*Αποσπάσματα από κείμενα που είχαν δημοσιευτεί στην εφημερίδα Ελεύθερον Βήμα την Κυριακή 6, τη Δευτέρα 7 και την Τρίτη 8 Μαΐου 1934. Τα εν λόγω κείμενα ανήκαν σε σειρά άρθρων υπό το γενικό τίτλο Η μάννα του αετού.

Στις 14 Σεπτεμβρίου 1812, μία εβδομάδα μετά τη Μάχη του Μποροντίνο, η Μεγάλη Στρατιά του Ναπολέοντος Βοναπάρτη εισήλθε άνευ αντιστάσεως στη Μόσχα.

Η περίφημη Μεγάλη Στρατιά του Ναπολέοντος είχε ξεκινήσει την εισβολή της στη Ρωσία στις 24 Ιουνίου 1812, όταν ο γάλλος αυτοκράτορας ήταν στις δόξες του χάρη στους θριάμβους που είχε καταγάγει έως τότε στα πεδία των μαχών. Η Δυτική Ευρώπη τελούσε στην ουσία υπό τον έλεγχό του, αλλά εκείνος είχε επεκτατικές βλέψεις και στην Ανατολή.

Χωρίς καν να κηρύξει τον πόλεμο, ο Ναπολέων πέρασε τα ρωσικά σύνορα και άρχισε να προελαύνει ταχέως προς την καρδιά της Ρωσίας, συντρίβοντας στο διάβα του την όποια αντίσταση. Κατά τα φαινόμενα, όλα έβαιναν κατ’ ευχήν, σύμφωνα με το επιχειρησιακό σχέδιο που είχαν εκπονήσει ο γάλλος αυτοκράτορας και οι επιτελείς του.

Όλα εκτός από ένα, το οποίο όμως ήταν καθοριστικής σημασίας για την τύχη της ναπολεόντειας εκστρατείας στη Ρωσία: αντίπαλοι της ξακουστής Μεγάλης Στρατιάς δεν ήταν απλώς οι άνδρες του Ρωσικού Στρατού, αλλά και αναρίθμητα φαντάσματα. Και τούτο, διότι εναντίον του Ναπολέοντος είχαν ξεσηκωθεί και οι ρώσοι αγρότες και οι ρώσοι πολίτες, που πολεμούσαν σε κάθε χωριό και σε κάθε πόλη και ύστερα κρύβονταν στα δάση, για να έχουν τη δυνατότητα να πλήξουν τις οπισθοφυλακές και τις εφοδιοπομπές του αυτοκράτορα της Γαλλίας.

Παράλληλα, οι Ρώσοι, καθώς υποχωρούσαν, έκαιγαν και κατέστρεφαν τα πάντα: τα χωριά και τις πόλεις τους, τα σπαρτά και τους δρόμους. Αυτό σήμαινε ότι ο Ναπολέων δεν μπορούσε να βρει πουθενά ένα μέρος για να ξεκουραστούν οι κατάκοποι άνδρες του.

Μάλιστα, η αντίσταση που συναντούσε ο γάλλος αυτοκράτορας μεγάλωνε όσο εκείνος εισχωρούσε στο εχθρικό έδαφος, σε βάθος πολλών χιλιομέτρων. Οι άνδρες του Ναπολέοντος, ζωσμένοι συνεχώς στις φλόγες, δέχονταν αιφνιδιαστικές επιθέσεις από χιλιάδες φαντάσματα, που εξορμούσαν από τα δάση και ύστερα ξανακρύβονταν σε αυτά.

Έτσι, ο Ναπολέων έφθασε στην κεντρική Ρωσία έχοντας υποστεί ήδη μεγάλες απώλειες και σημαντική φθορά. Βεβαίως, η Μόσχα ήταν πλέον σχετικά κοντά, και ο γάλλος αυτοκράτορας πίστευε ότι με την κατάληψή της θα μπορούσε να εξουδετερώσει οριστικά τον εχθρό και να εξαλείψει κάθε εστία αντίστασης.

Ο δρόμος που οδηγούσε στη Μόσχα ήταν πλέον ανοιχτός για τον Ναπολέοντα. Όμως, ο στρατός του, ο περίφημος ναπολεόντειος στρατός που μέχρι τότε θεωρούνταν αήττητος, δεν ήταν πια σε καμία περίπτωση ο ίδιος, ούτε από πλευράς δυνάμεων ούτε από πλευράς φρονήματος. Πέραν τούτου, η Μόσχα είχε επίσης παραδοθεί στις φλόγες, ενώ οι ρωσικές δυνάμεις και τα προαναφερθέντα φαντάσματα άρχισαν, προϊόντος του χρόνου, να την κυκλώνουν από παντού.

Ο Ναπολέων, διαπιστώνοντας ότι ο εχθρικός κλοιός γύρω από τη φλεγόμενη Μόσχα έσφιγγε ολοένα και περισσότερο, διέταξε τους άνδρες του να την εγκαταλείψουν ακολουθώντας τον ίδιο δρόμο, το δρόμο της εισβολής, προς την αντίθετη κατεύθυνση αυτήν τη φορά. Ενόσω υποχωρούσαν τα γαλλικά στρατεύματα, δέχονταν αλλεπάλληλες επιθέσεις από ρώσους στρατιώτες αλλά και πολίτες. Η απηνής καταδίωξή τους έμελλε να επιφέρει την ουσιαστική εξόντωση της άλλοτε υπερήφανης Μεγάλης Στρατιάς του Ναπολέοντος, η οποία επέστρεψε στη Γαλλία, με τις ελάχιστες δυνάμεις που της είχαν απομείνει, φανερά καταπονημένη και καταπτοημένη.

Ο Μέγας Ναπολέων είχε υποστεί τελικά αυτό που είχε περιγράψει με έξοχο τρόπο ο διαπρεπής βρετανός στρατιωτικός ιστορικός και θεωρητικός του πολέμου σερ Basil Henry Liddell Hart (1895-1970): Η Ρωσία μοιάζει με ένα πουπουλένιο προσκέφαλο. Σε αυτό μπορείς να χώσεις εύκολα το κεφάλι σου, αλλά σε λίγο θα πάθεις ασφυξία.

Loading

Play