Οι τοπικές εκλογές της Γερμανίας σε Βερολίνο και Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία ξεπερνούν κατά πολύ τα όρια των δύο κρατιδίων. Με φόντο την άνοδο της ακροδεξιάς, τα συνεχόμενα αρνητικά ρεκόρ των Χριστιανοδημοκρατών (CDU), την οικονομική δυσπραγία και το ασταθές διεθνές περιβάλλον, η σημερινή κάλπη αποκτά εθνικό βάρος.
Στην εκλογική περιφέρεια της Άγγελα Μέρκελ, το CDU αναστενάζει
Στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, ένα μικρό πρώην ανατολικογερμανικό κρατίδιο στις ακτές της Βαλτικής, μπορεί να κριθεί σήμερα το μέλλον του Φρίντριχ Μερτς. Αν επιβεβαιωθούν οι δημοσκόποι, το κόμμα του (CDU) θα περάσει οριακά το 5% για είσοδο στο τοπικό κοινοβούλιο, κάτι αδιανόητο μέχρι πρόσφατα για την πρώην εκλογική περιφέρεια της Άγγελα Μέρκελ. Ο καγκελάριος έχει ήδη συγκαλέσει συνεδρίαση της Εκτελεστικής Επιτροπής του κόμματός του για σήμερα το απόγευμα, με όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά. Την ίδια ώρα, η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) διεκδικεί την πρωτιά επί ίσοις όροις από το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) της Μανουέλα Σβέσιγκ, με ποσοστά γύρω στο 36%. Η καμπάνια της σημερινής πρωθυπουργού, με τίτλο «γυναίκα εναντίον του μπλε» (Die Frau gegen Blau), προσπαθεί να δείξει ότι εξακολουθεί να ελέγχει το κρατίδιο και ότι τα προβλήματα του κόμματός της σε εθνικό επίπεδο δεν τη συμπαρασύρουν.
Το Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, με 1,6 εκατομμύριο κατοίκους και σύνορα με την Πολωνία, είναι το πιο αραιοκατοικημένο κρατίδιο της Γερμανίας και εμφανίζει το χαμηλότερο ποσοστό αλλοδαπών, 6,5-7,8%, κυρίως Ουκρανούς και Πολωνούς, ενώ η ανεργία φτάνει το 8%, σχεδόν διπλάσια από τον εθνικό μέσο όρο. Διαθέτει 16 εθνικά πάρκα, εκατοντάδες παραλιακά ξενοδοχεία και κάμπινγκ, ενώ για τους πολίτες της πρώην Ανατολικής Γερμανίας ήταν ιδανικός τόπος διακοπών. Στο ίδιο κρατίδιο γράφτηκε και μία από τις πιο σκοτεινές σελίδες της γερμανικής επανένωσης: τον Αύγουστο του 1992, στο Ροστόκ-Λιχτενχάγκεν, νεοναζί πολιόρκησαν και πυρπόλησαν συγκρότημα διαμερισμάτων όπου ζούσαν Βιετναμέζοι εργάτες και Ρομά, με τις επευφημίες 3.000 ανθρώπων και την αμηχανία των αρχών. Το σύνθημα «Η Γερμανία στους Γερμανούς – Έξω οι ξένοι!» επιστρέφει ανατριχιαστικά 24 χρόνια μετά, με τη σημαία της AfD. Ο επικεφαλής υποψήφιός της Λάιφ-Έρικ Χολμ, πρώην ραδιοφωνικός παραγωγός και παρουσιαστής, αξιοποιεί την επικοινωνιακή του άνεση και επιμένει στο αφήγημα «εμείς εδώ κάτω και αυτοί εκεί πάνω που δεν μας καταλαβαίνουν και δεν μας νοιάζονται». Παράλληλα, προτείνει τη δημιουργία «Ομάδας Δράσης Απελάσεων» και σώματος με ευθείες αναφορές στην αμερικανική ICE για τους μετανάστες. Για το ενεργειακό υποστηρίζει την επαναλειτουργία του Nord Stream 2 και των πυρηνικών εργοστασίων, ενώ στην παιδεία ζητά μεγαλύτερη έμφαση στις επιδόσεις και όχι στην ενσωμάτωση.
Η πρωτεύουσα – νησί
Το Βερολίνο δεν μπορεί να μπει εύκολα στα ίδια καλούπια με την υπόλοιπη Γερμανία. Πολύχρωμο, εναλλακτικό, πολυπολιτισμικό και γεμάτο αντιφάσεις, είναι συναρπαστικό για τους επισκέπτες, δύσκολο για τους κατοίκους και μεγαλειωδώς χρεοκοπημένο. Μπήκε στο 2026 με «τρύπα» 4,6 δισεκατομμυρίων ευρώ. «Το Βερολίνο είναι φτωχό, αλλά σέξι», είχε πει ο δήμαρχός του Κλάους Βόβεραϊτ ήδη το 2003, όμως το τελευταίο διάστημα η πόλη δείχνει να χάνει και το δεύτερο χαρακτηριστικό της, τον ρυθμό και την ατμόσφαιρα που κάποτε προσέλκυαν χιλιάδες ανθρώπους από όλο τον πλανήτη. Το βασικό πρόβλημα σήμερα είναι η στέγη, αφού ο πληθυσμός αυξήθηκε πολύ πιο γρήγορα από τις υποδομές, ενώ οι κάτοικοι υπερασπίζονται σθεναρά τους εναπομείναντες ανοιχτούς χώρους από τη μετατροπή τους σε πολυκατοικίες. Η στέγη και τα ενοίκια βρίσκονται στο επίκεντρο της καμπάνιας της υποψήφιας της Αριστεράς Ελίφ Εράλπ, της γερμανικής απάντησης στον Ζοχράν Μαμντάνι της Νέας Υόρκης. Με μοντέρνα εμφάνιση, κόκκινο κραγιόν, σκληρή αντικαπιταλιστική γλώσσα και συνθήματα για κοινωνικοποίηση συγκροτημάτων κατοικιών, έχει ήδη ανταλλάξει απόψεις με τον ίδιο, ενώ ο υπεύθυνος στρατηγικής της εκστρατείας του Μαμντάνι βρέθηκε πριν από λίγους μήνες στο Βερολίνο για να τη συμβουλεύσει. Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, η κυρία Εράλπ έχει πολλές πιθανότητες να γίνει η πρώτη τουρκικής καταγωγής κυβερνήτης/δήμαρχος του Βερολίνου, όπου ζει και η μεγαλύτερη τουρκική κοινότητα εκτός Τουρκίας.
Την ίδια ώρα, ο υποψήφιος του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος (CDU) Στέφαν Έβερς έχει ήδη πετύχει ένα μικρό «θαύμα», καθώς βρίσκεται ένα ποσοστό πίσω από την Αριστερά, παρότι μπήκε στην κούρσα μόλις τον Αύγουστο, όταν είχε πλέον φανεί καθαρά ότι ο απερχόμενος δήμαρχος Κάι Βέγκνερ βρισκόταν σε ελεύθερη πτώση. Ο κ. Βέγκνερ δεν κατάφερε να ανακάμψει μετά το σκάνδαλο με την πενθήμερη διακοπή ρεύματος για 100.000 κατοίκους στις αρχές του προηγούμενου έτους, που τον βρήκε στο τένις κλαμπ. Ο κ. Έβερς, γερουσιαστής Οικονομικών του Βερολίνου, δηλώνει συντηρητικός και ομοφυλόφιλος, κλείνοντας έτσι το μάτι δεξιά κι αριστερά. «Είμαι συντηρητικός και αυτό είναι καλό», λέει, παραφράζοντας τη δήλωση του Κλάους Βόβεραϊτ, «Είμαι ομοφυλόφιλος και αυτό είναι καλό» από το 2001. Δίνει έμφαση στους κανόνες και στον σεβασμό για όλους, προτάσσει την ασφάλεια και την καθαριότητα της πόλης και προειδοποιεί για την «καταστροφή» που, όπως λέει, θα επέλθει αν η πόλη περάσει σε κυβέρνηση Αριστεράς – SPD – Πρασίνων.
Η απήχηση της δημοκρατίας
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Στέφαν Κορνέλιους, τον οποίο οι κακές γλώσσες παρουσιάζουν ως alter ego του Φρίντριχ Μερτς και άνθρωπο που «διαβάζει» το κοινό αίσθημα το ίδιο καλά με εκείνον, χαρακτήρισε πρόσφατα τις δυσάρεστες για τον προϊστάμενό του δημοσκοπήσεις «μη-σοβαρές». Μάλλον όμως θα έπρεπε να δώσει μεγαλύτερη προσοχή σε μία από αυτές. Σύμφωνα με έρευνα του Ινστιτούτου Forsa για λογαριασμό των δικτύων n-tv/RTL, το 32% των Γερμανών δηλώνει δυσαρεστημένο από «τη δημοκρατία στη Γερμανία και από το πολιτικό σύστημα, όπως θεμελιώνεται στο Σύνταγμα», ενώ το 68% έχει αντίθετη άποψη. Στις ανατολικές περιοχές, η εικόνα διαφοροποιείται, καθώς μόλις το 51% εκφράζει ικανοποίηση από το πολίτευμα και το 48% το επικρίνει. Μεταξύ των ψηφοφόρων της AfD σε εθνικό επίπεδο, τα ποσοστά είναι 41% και 59% αντίστοιχα. Η αποτύπωση της στιγμής, όπως θα έλεγε ο κ. Κορνέλιους, ρίχνει νέο φως σε όσα συμβαίνουν τους τελευταίους μήνες στις γερμανικές κάλπες. Η δημοκρατία φαίνεται να χάνει το κύρος της, ενώ μεγάλο τμήμα του πληθυσμού την έχει ήδη απορρίψει. Γι’ αυτό και οι σημερινές εκλογές, αν και αφορούν μόλις το 6% του συνολικού πληθυσμού της Γερμανίας, έχουν πολλαπλάσια βαρύτητα για το μέλλον του καγκελάριου, αλλά κυρίως για τη μελλοντική κατεύθυνση της χώρας.
![]()
