Η ΝΔ σε τεντωμένο σκοινί: Τι σημαίνει η σύγκρουση Μητσοτάκη – Σαμαρά

Η ΝΔ σε τεντωμένο σκοινί: Τι σημαίνει η σύγκρουση Μητσοτάκη – Σαμαρά

Όταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης είπε από τη ΔΕΘ ότι ο Αντώνης Σαμαράς «διαθέτει αρκετή τεχνογνωσία στο πώς μπορεί να κάνει κακό στην παράταξη», δεν έκανε απλώς ένα αιχμηρό σχόλιο για έναν πρώην πρωθυπουργό.

Έστειλε ένα μήνυμα προς ολόκληρο το ακροατήριο της Νέας Δημοκρατίας: όποιος κινηθεί έξω από το σημερινό κομματικό πλαίσιο, δεν θα αντιμετωπιστεί ως ένας ακόμη διαφωνών, αλλά ως παράγοντας που μπορεί να απειλήσει την ενότητα της παράταξης.

Η απάντηση Σαμαρά ήρθε σχεδόν ακαριαία και ήταν ακόμη πιο βαριά.

«Δεν είναι αυτή η παράταξη, κύριε Μητσοτάκη. Αυτό είναι το κόμμα Μητσοτάκη», είπε, επιχειρώντας να μεταφέρει τη σύγκρουση από το προσωπικό επίπεδο στο βαθύτερο ερώτημα: σε ποιον ανήκει πολιτικά η Νέα Δημοκρατία;

Και αυτό ακριβώς είναι που κάνει τη συγκεκριμένη αντιπαράθεση σημαντικότερη από έναν ακόμη καβγά ανάμεσα σε δύο ισχυρές προσωπικότητες της Κεντροδεξιάς.

Δεν συγκρούονται μόνο δύο άνθρωποι

Ο Μητσοτάκης και ο Σαμαράς δεν διαφωνούν απλώς για την εξωτερική πολιτική, τη μετανάστευση ή τη φυσιογνωμία της κυβέρνησης.

Διεκδικούν, με διαφορετικό τρόπο, το δικαίωμα να ορίσουν τι είναι σήμερα η ελληνική Κεντροδεξιά.

Ο Μητσοτάκης έχει οικοδομήσει από το 2016 και μετά μια Νέα Δημοκρατία πολύ πιο ανοιχτή προς το Κέντρο, με έμφαση στη σταθερότητα, στην οικονομία, στις μεταρρυθμίσεις και στην εικόνα μιας ευρωπαϊκής κυβερνώσας δύναμης. Το πολιτικό του επιχείρημα είναι απλό: η ΝΔ κέρδισε επανειλημμένα εκλογές με αυτή τη φυσιογνωμία, άρα αυτή είναι στην πράξη η σημερινή παράταξη.

Ο Σαμαράς απαντά από την ακριβώς αντίθετη αφετηρία. Υποστηρίζει ότι το κόμμα έχει απομακρυνθεί από τις παραδοσιακές του αναφορές και από ένα σημαντικό μέρος της κοινωνικής και ιδεολογικής του βάσης. Γι’ αυτό και η φράση «κόμμα Μητσοτάκη» δεν επιλέχθηκε τυχαία. Είναι η πιο βαριά πολιτική κατηγορία που μπορεί να απευθύνει ένας πρώην πρόεδρος της ΝΔ στον σημερινό: ότι δηλαδή ένα ιστορικό κόμμα μετατράπηκε σε προσωπικό πολιτικό μηχανισμό.

Από εκεί και πέρα, η συζήτηση παύει να αφορά μόνο τον Σαμαρά.

Αφορά τους ψηφοφόρους που βρίσκονται δεξιότερα της σημερινής κυβερνητικής γραμμής, τους παραδοσιακούς νεοδημοκράτες που νιώθουν απομακρυσμένοι και, κυρίως, εκείνους που μπορεί να μη θέλουν να ψηφίσουν την αντιπολίτευση αλλά επίσης δεν θεωρούν πλέον αυτονόητο ότι θα επιστρέψουν στη ΝΔ.

Γιατί ο Μητσοτάκης θυμήθηκε το 18%

Η απάντηση του πρωθυπουργού, με την υπενθύμιση του 18% που είχε πάρει η ΝΔ υπό τον Αντώνη Σαμαρά το 2012, είχε μεγαλύτερο πολιτικό βάθος από όσο δείχνει η ειρωνική της διατύπωση.

Το 2012 αποτελεί για τη Νέα Δημοκρατία μια ιστορική υπενθύμιση του τι μπορεί να συμβεί όταν ο χώρος της Κεντροδεξιάς κατακερματίζεται.

Με αυτή την έννοια, η αναφορά Μητσοτάκη στο 18% λειτουργεί διπλά.

Από τη μία επιχειρεί να αποδομήσει την εικόνα του Σαμαρά ως μοναδικού αυθεντικού εκφραστή της παράταξης. Από την άλλη, όμως, κρύβει και έναν πολύ πραγματικό φόβο: μήπως οι επόμενες εκλογές αποκτήσουν ξανά χαρακτηριστικά διάχυσης της ψήφου.

Και εδώ βρίσκεται η πολιτική ειρωνεία.

Ο Μητσοτάκης επικαλείται το 2012 για να πλήξει τον Σαμαρά. Την ίδια ώρα, όμως, ένα σενάριο πολιτικής πολυδιάσπασης σαν εκείνο του 2012 είναι ίσως ένα από τα σενάρια που θα ήθελε περισσότερο να αποφύγει.

Διότι το βασικό πρόβλημα της ΝΔ σήμερα δεν είναι ότι υπάρχει απέναντί της ένα κόμμα έτοιμο να την προσπεράσει. Είναι ότι υπάρχει κίνδυνος να χάσει ψήφους προς πολλές διαφορετικές κατευθύνσεις ταυτόχρονα.

Και στην πολιτική δεν χρειάζεται πάντοτε ένας μεγάλος αντίπαλος για να χάσεις δύναμη. Μερικές φορές αρκούν πολλοί μικρότεροι.

Ο πραγματικός αντίπαλος είναι το 28%

Εδώ συναντάται η σύγκρουση Μητσοτάκη–Σαμαρά με το άλλο μεγάλο πρόβλημα του Μεγάρου Μαξίμου: το ποσοστό της Νέας Δημοκρατίας.

Το 28% των ευρωεκλογών του 2024 εξακολουθεί να λειτουργεί ως ψυχολογικό και πολιτικό όριο. Όχι επειδή απειλείται σήμερα η πρώτη θέση της ΝΔ, αλλά επειδή ένα κόμμα που κινείται σε αυτά τα επίπεδα απέχει αισθητά από την αυτοδυναμία.

Αυτό εξηγεί μεγάλο μέρος της στρατηγικής της ΔΕΘ.

Το οικονομικό πακέτο, η έμφαση στην ακρίβεια, οι αναφορές στη σταθερότητα, το δίλημμα περί ακυβερνησίας, οι επιθέσεις στον Τσίπρα και στο ΠΑΣΟΚ, ακόμη και η προσπάθεια επαναπροσέγγισης ενός πιο παραδοσιακού δεξιού κοινού δεν είναι αποσπασματικές κινήσεις.

Είναι κομμάτια της ίδιας εξίσωσης.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης χρειάζεται να ξαναχτίσει μια εκλογική συμμαχία αρκετά μεγάλη ώστε να περιλαμβάνει ταυτόχρονα τον κεντρώο ψηφοφόρο που φοβάται την αστάθεια και τον συντηρητικό ψηφοφόρο που θεωρεί ότι η ΝΔ έχει απομακρυνθεί από εκείνον.

Το δύσκολο είναι ότι αυτά τα δύο ακροατήρια δεν ζητούν πάντοτε τα ίδια πράγματα.

Και ο Σαμαράς παρεμβαίνει ακριβώς πάνω σε αυτή την αντίφαση.

Η «υστεροφημία» ήταν ίσως η πιο επικίνδυνη λέξη

Υπήρχε όμως και μία δεύτερη λέξη στη δήλωση Μητσοτάκη που δύσκολα θα περνούσε απαρατήρητη: η «υστεροφημία».

Όταν ένας εν ενεργεία πρωθυπουργός καλεί έναν πρώην πρωθυπουργό να σκεφτεί την υστεροφημία του, ουσιαστικά του λέει ότι μια επόμενη πολιτική του κίνηση μπορεί να κριθεί ιστορικά ως πράξη διάσπασης.

Ο Σαμαράς αντέστρεψε αμέσως το επιχείρημα.

Η απάντησή του δεν περιορίστηκε στην πιθανότητα δημιουργίας νέου κόμματος. Επιτέθηκε συνολικά στην κυβερνητική περίοδο Μητσοτάκη, από την ακρίβεια και τη μεσαία τάξη μέχρι τα αγροτικά προβλήματα, την εξωτερική πολιτική, τις υποκλοπές, τα Τέμπη και τον ΟΠΕΚΕΠΕ.

Πρόκειται για σημαντική αλλαγή επιπέδου στην αντιπαράθεση.

Δεν έχουμε πλέον έναν πρώην πρωθυπουργό που ασκεί επιμέρους κριτική στην κυβέρνηση. Έχουμε έναν πρώην πρωθυπουργό ο οποίος επιχειρεί να διατυπώσει συνολική κατηγορία εναντίον της.

Και από τη στιγμή που η σύγκρουση γίνεται συνολική, το ερώτημα ενός νέου πολιτικού φορέα παύει να ακούγεται εντελώς θεωρητικό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η δημιουργία του είναι δεδομένη.

Το παράδοξο της Νέας Δημοκρατίας

Η σημερινή ΝΔ βρίσκεται μπροστά σε ένα παράδοξο.

Παραμένει το ισχυρότερο κόμμα του πολιτικού συστήματος, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει απέναντί της έναν αντίπαλο που να δείχνει καθαρά ότι μπορεί να της αφαιρέσει την πρώτη θέση.

Και όμως, την ίδια στιγμή, εμφανίζεται πολιτικά ευάλωτη.

Γιατί; Διότι η εκλογική κυριαρχία και η κοινωνική δυναμική δεν είναι το ίδιο πράγμα.

Ένα κόμμα μπορεί να προηγείται καθαρά επειδή οι αντίπαλοί του είναι κατακερματισμένοι και ταυτόχρονα να δυσκολεύεται να διευρύνει τη δική του επιρροή. Μπορεί να είναι πρώτο και παρ’ όλα αυτά να απέχει πολύ από το ποσοστό που χρειάζεται για να κυβερνήσει μόνο του.

Γι’ αυτό και το δίλημμα της «σταθερότητας» αναμένεται να αποκτήσει κεντρικό ρόλο όσο πλησιάζουν οι κάλπες του 2027.

Ο Μητσοτάκης θέλει οι εκλογές να απαντήσουν στο ερώτημα «ποιος μπορεί να κυβερνήσει;».

Οι αντίπαλοί του θα προσπαθήσουν να τις μετατρέψουν σε ένα εντελώς διαφορετικό ερώτημα: «θέλετε να συνεχίσει να κυβερνά ο ίδιος;».

Η διαφορά είναι τεράστια.

Και αν τελικά ο Σαμαράς κάνει κόμμα;

Σε μια τέτοια περίπτωση, το ενδιαφέρον δεν θα βρίσκεται μόνο στο αν θα περάσει το εκλογικό όριο.

Θα βρίσκεται στο από πού θα πάρει τις ψήφους του.

Ακόμη και ένα κόμμα χωρίς προοπτική εξουσίας μπορεί να αλλάξει τον συσχετισμό εάν αφαιρέσει κρίσιμες μονάδες από τη ΝΔ. Σε ένα πολιτικό σύστημα όπου το ζητούμενο για το πρώτο κόμμα δεν είναι απλώς η πρωτιά αλλά η δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης, δύο ή τρεις μονάδες μπορούν να αποδειχθούν πολύ πιο σημαντικές από όσο φαίνονται.

Αυτό είναι, τελικά, και το πραγματικό νόημα της περίφημης «τεχνογνωσίας».

Ο μεγαλύτερος φόβος του Μαξίμου δεν είναι να γίνει ο Σαμαράς πρωθυπουργός.

Είναι να αποκτήσει τη δύναμη να επηρεάσει το ποιος θα γίνει.

Και ίσως γι’ αυτό η σύγκρουση ξέφυγε τόσο γρήγορα από τα συνηθισμένα όρια μιας εσωκομματικής διαφωνίας.

Γιατί πίσω από τις λέξεις «παράταξη», «υστεροφημία» και «τεχνογνωσία» υπάρχει ένα πολύ πιο πεζό αλλά καθοριστικό ζήτημα: οι αριθμοί της επόμενης κάλπης.

Η μάχη Μητσοτάκη–Σαμαρά μπορεί σήμερα να μοιάζει προσωπική. Στην πραγματικότητα είναι προειδοποίηση για κάτι μεγαλύτερο.

Για έναν γαλάζιο εμφύλιο στον οποίο ο νικητής δεν θα κριθεί απαραίτητα από το ποιος θα επικρατήσει μεταξύ των δύο, αλλά από το πόσο θα κοστίσει στη Νέα Δημοκρατία η ίδια η σύγκρουση.

Loading

Play