Από την αρχή ήξερε η αστυνομία: γιατί η υπόθεση Τούπακ άργησε 27 χρόνια

Από την αρχή ήξερε η αστυνομία: γιατί η υπόθεση Τούπακ άργησε 27 χρόνια

Σχεδόν τρεις δεκαετίες χρειάστηκαν για να φτάσει η υπόθεση της δολοφονίας του Τούπακ Σακούρ σε καταδικαστική απόφαση. Όσα ακούστηκαν στη δίκη του Ντουέιν Keffe D Ντέιβις δείχνουν ότι οι αμερικανικές αρχές είχαν ήδη από τις πρώτες ώρες και ημέρες μετά τους πυροβολισμούς στο Λας Βέγκας κρίσιμες πληροφορίες.

Η δίκη, που ολοκληρώθηκε σχεδόν 30 χρόνια μετά τον θάνατο του ράπερ, επανέφερε το ερώτημα που συνοδεύει την υπόθεση από το 1996: γιατί χρειάστηκαν 27 χρόνια μέχρι να γίνει η πρώτη σύλληψη, όταν η αστυνομία γνώριζε από νωρίς το πιθανό κίνητρο και τα πρόσωπα που βρέθηκαν στο επίκεντρο των υποψιών;

Ο Ντέιβις, ηγετικό στέλεχος των Southside Compton Crips και έμπορος ναρκωτικών, κρίθηκε ένοχος για την οργάνωση της δολοφονίας. Ήδη από το 2008 είχε πει στους ερευνητές ότι ο ανιψιός του, Ορλάντο Baby Lane Άντερσον, ήταν εκείνος που πυροβόλησε τον Τούπακ Σακούρ. Ο Άντερσον είχε σκοτωθεί το 1998 σε άσχετο περιστατικό.

Όπως προκύπτει από τις καταθέσεις της δίκης και το ρεπορτάζ του Guardian, η καθυστέρηση δεν συνδέεται μόνο με τη σιωπή μαρτύρων ή την κουλτούρα των συμμοριών. Στην υπόθεση εμπλέκονται επίσης δυσπιστία μεταξύ αστυνομικών υπηρεσιών, συγκρούσεις αρμοδιοτήτων, φόβοι για διαρροές και διαφορετικές προτεραιότητες ανάμεσα σε τοπικές και ομοσπονδιακές αρχές.

Οι πρώτες πληροφορίες ήρθαν σχεδόν αμέσως.

Το βράδυ που πυροβολήθηκε ο Τούπακ Σακούρ είχε προηγηθεί συμπλοκή στο MGM του Λας Βέγκας. Βίντεο από κάμερες ασφαλείας έδειχνε τον ράπερ, τον επικεφαλής της Death Row Records Μάριον Σουγκ Νάιτ και άτομα του περιβάλλοντός τους να επιτίθενται στον Ορλάντο Άντερσον.

Ο Ντέιβις υποστήριξε αργότερα ότι εκείνο το περιστατικό ήταν η αφορμή για την εκδίκηση που ακολούθησε.

Λίγες ώρες μετά τους πυροβολισμούς, ο Ρέτζι Ράιτ Τζούνιορ, τότε επικεφαλής ασφαλείας της Death Row Records, επικοινώνησε επανειλημμένα με την αστυνομία του Κόμπτον. Ο Ράιτ Τζούνιορ δεν ήταν ένας τυχαίος ιδιώτης: μέχρι λίγο νωρίτερα υπηρετούσε ο ίδιος στην αστυνομία, ενώ ο πατέρας του ήταν επικεφαλής της μονάδας συμμοριών.

Σύμφωνα με όσα κατέθεσε, είχε προειδοποιήσει ότι ο Τούπακ Σακούρ και ο Νάιτ είχαν εμπλακεί σε επεισόδιο με μέλη των Southside Crips και ότι θα ακολουθούσαν σοβαρά αντίποινα στο Κόμπτον.

Η πρόβλεψη επιβεβαιώθηκε. Μέσα στις επόμενες δέκα ημέρες σημειώθηκαν τρεις δολοφονίες και δέκα απόπειρες ανθρωποκτονίας, ενώ ανάμεσα στα θύματα ήταν και ένα δεκάχρονο κορίτσι που τραυματίστηκε σοβαρά.

Ο τότε ντετέκτιβ ανθρωποκτονιών Ρόμπερτ Λαντ κατέθεσε ότι για την αστυνομία του Κόμπτον το μοτίβο ήταν σαφές: οι Mob Piru, με τους οποίους συνδεόταν το περιβάλλον του Σουγκ Νάιτ, στράφηκαν ευθέως κατά των Southside Crips.

Ο Ορλάντο Άντερσον στο επίκεντρο από το 1996

Τον Οκτώβριο του 1996, η αστυνομία του Κόμπτον συνέλαβε μεγάλο αριθμό μελών συμμοριών και από τις δύο πλευρές, ανάμεσά τους και τον Άντερσον.

Οι αρχές του Κόμπτον κάλεσαν την αστυνομία του Λας Βέγκας να μεταβεί στην Καλιφόρνια και να ανακρίνει πρόσωπα που θεωρούνταν πιθανώς εμπλεκόμενα στη δολοφονία. Συγκέντρωσαν επίσης μεγάλο αριθμό όπλων, με την ελπίδα ότι κάποιο θα μπορούσε να ταυτοποιηθεί ως το όπλο του εγκλήματος.

Δύο ντετέκτιβ από το Λας Βέγκας ταξίδεψαν τελικά στο Κόμπτον και μίλησαν με τον Άντερσον. Ωστόσο, η ανάκριση δεν οδήγησε σε εξέλιξη.

Χρόνια αργότερα, ο Λαντ υποστήριξε δημόσια ότι η αστυνομία του Κόμπτον είχε ενημερώσει το Λας Βέγκας ήδη μία εβδομάδα μετά την επίθεση πως θεωρούσε τον Άντερσον πιθανό δράστη. Σύμφωνα με τον ίδιο, η ανάκρισή του διήρκεσε περίπου 20 λεπτά και οι αρχές του Λας Βέγκας δεν έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις διαθέσιμες πληροφορίες.

Ο Άντερσον κατονομάστηκε δημόσια ως πιθανός ύποπτος λιγότερο από έναν μήνα μετά τον πυροβολισμό του Τούπακ. Ο ίδιος, η οικογένεια και ο δικηγόρος του αρνούνταν κάθε εμπλοκή. Ωστόσο, το 1997 η μητέρα του Τούπακ, Αφένι Σακούρ, κατέθεσε αστική αγωγή εναντίον του κατηγορώντας τον για τη δολοφονία του γιου της.

Η δυσπιστία μεταξύ των αστυνομικών υπηρεσιών

Η αστυνομία του Λας Βέγκας, πάντως, είχε λόγους να αντιμετωπίζει με καχυποψία τις πληροφορίες που προέρχονταν από το Κόμπτον.

Η τοπική αστυνομική υπηρεσία βρισκόταν ήδη αντιμέτωπη με σκάνδαλα και πολιτικές συγκρούσεις και αργότερα διαλύθηκε. Παράλληλα, υπήρχαν περίπλοκοι δεσμοί μεταξύ πρώην ή εν ενεργεία αστυνομικών και της Death Row Records.

Ο Ρέτζι Ράιτ Τζούνιορ είχε αναλάβει την ασφάλεια της δισκογραφικής ενώ ακόμη υπηρετούσε στην αστυνομία. Αργότερα κατέθεσε ότι απασχολούσε καθημερινά εκτός υπηρεσίας ή συνταξιούχους αστυνομικούς για τη φύλαξη των εγκαταστάσεων και των καλλιτεχνών της εταιρείας.

Ο Σουγκ Νάιτ ήταν επίσης γνωστός για τις σχέσεις του με μέλη των Mob Piru.

Όλα αυτά δημιουργούσαν φόβους στους ντετέκτιβ του Λας Βέγκας ότι πληροφορίες της έρευνας θα μπορούσαν να φτάσουν στο περιβάλλον του Νάιτ. Η καχυποψία ήταν τόσο έντονη ώστε ο πατέρας του Ράιτ Τζούνιορ απομακρύνθηκε από την υπόθεση από τον τότε αρχηγό της αστυνομίας του Κόμπτον.

Μάρτυρες που δεν ήθελαν να συνεργαστούν

Ένα ακόμη εμπόδιο ήταν η στάση των μαρτύρων.

Οι καταθέσεις στη δίκη έδειξαν ότι αρκετοί άνθρωποι δεν ήθελαν να συνεργαστούν με τις αρχές, είτε επειδή φοβούνταν αντίποινα είτε επειδή θεωρούσαν ότι η υπόθεση έπρεπε να λυθεί στους δρόμους.

Ακόμη και ο ίδιος ο Τούπακ, τραυματισμένος μέσα στο ασθενοφόρο, φέρεται να αρνήθηκε να κατονομάσει τον άνθρωπο που τον πυροβόλησε.

Ο πρώην αστυνομικός Γκάρι Ντέιλ κατέθεσε ότι ο Τούπακ Σακούρ απάντησε περίπου πως θα το αναλάβουμε εμείς.

Άλλοι μάρτυρες μίλησαν για τον φόβο ότι θα θεωρηθούν καρφιά. Ο Mob James ΜακΝτόναλντ, που είχε εργαστεί στην ασφάλεια του Σουγκ Νάιτ, έφτασε μάλιστα να ζητήσει από τους εισαγγελείς να τον αντιμετωπίσουν ως εχθρικό μάρτυρα.

Η υπόθεση μπλέχτηκε με τη δολοφονία του Biggie

Καθοριστικό ρόλο έπαιξαν και οι διαφορετικές προτεραιότητες των διωκτικών αρχών.

Ο πρώην ντετέκτιβ Γκρεγκ Κέιντινγκ συμμετείχε σε ειδική ομάδα της αστυνομίας του Λος Άντζελες που είχε δημιουργηθεί αρχικά για να διερευνήσει τη δολοφονία του Κρίστοφερ Biggie Smalls Γουάλας το 1997.

Στο πλαίσιο εκείνης της έρευνας, ο Ντέιβις μίλησε το 2008 στις αρχές και περιέγραψε τον ρόλο του στη δολοφονία του Τούπακ.

Η ομολογία, όμως, δεν οδήγησε τότε σε δίωξή του.

Ο Κέιντινγκ έχει υποστηρίξει ότι η καθυστέρηση δεν οφειλόταν σε κάποια μεγάλη συνωμοσία, αλλά κυρίως στη γραφειοκρατία και στην προσπάθεια της LAPD να προστατεύσει την εικόνα της.

Άλλος ντετέκτιβ της ίδιας ομάδας, ο Ντάριν Ντιπρί, έδωσε στη δίκη μια επιπλέον εξήγηση: για τους ομοσπονδιακούς ερευνητές, ο Ντέιβις ήταν σχετικά μικρό ψάρι.

Μετά την ομολογία του, οι αρχές προσπάθησαν να επιβεβαιώσουν τον ισχυρισμό του ότι ο Σον Diddy Κομπς είχε προσφέρει χρήματα για τη δολοφονία του Τούπακ. Δεν κατάφεραν, όμως, να συγκεντρώσουν τα απαραίτητα στοιχεία.

Παράλληλα, FBI, DEA και ATF εξέταζαν τις οικονομικές διασυνδέσεις της Death Row Records και της Bad Boy Records, επιχειρώντας να τεκμηριώσουν μια ευρύτερη υπόθεση οργανωμένου εγκλήματος.

Η υπόθεση λύθηκε επειδή ο Ντέιβις μίλησε

Όταν ο Ντέιβις οδηγήθηκε τελικά σε δίκη, οι εισαγγελείς βασίστηκαν κυρίως σε δύο παλιά στοιχεία: την ομολογία του 2008 και όσα ο ίδιος είχε γράψει στο βιβλίο του Compton Street Legend το 2019.

Η καθηγήτρια Νομικής του UCLA Σιρίν Μπαχσάι συνόψισε το παράδοξο της υπόθεσης: η εξιχνίασή της δεν ήταν αποτέλεσμα μιας θεαματικής αστυνομικής ανακάλυψης ύστερα από 30 χρόνια. Ο κατηγορούμενος, όπως είπε, ουσιαστικά ενοχοποίησε μόνος του τον εαυτό του.

Για τον καθηγητή Νομικής Τζόντι Άρμουρ, η καταδίκη δεν αναιρεί το γεγονός ότι η δολοφονία ενός από τους διασημότερους μαύρους καλλιτέχνες στον κόσμο παρέμεινε ανεξιχνίαστη επί δεκαετίες.

Και τελικά, πίσω από τις θεωρίες συνωμοσίας που γιγαντώθηκαν όλα αυτά τα χρόνια, η εκδοχή που παρουσιάστηκε στο δικαστήριο ήταν πολύ πιο απλή και βίαιη: μια συμπλοκή στο λόμπι ενός καζίνο, ένας εξευτελισμός και η απαίτηση για εκδίκηση που οδήγησε στον θάνατο ενός 25χρονου καλλιτέχνη.

Πηγή περιεχομένου: in.gr

Loading

Play