Η Ταπισερί της Μπαγιέ επιστρέφει: Από τον πόλεμο στο Brexit και τη σάτιρα

Η Ταπισερί της Μπαγιέ επιστρέφει: Από τον πόλεμο στο Brexit και τη σάτιρα

Η Ταπισερί της Μπαγιέ συνεχίζει να προκαλεί ενδιαφέρον σχεδόν χίλια χρόνια μετά τη δημιουργία της. Το μνημειώδες κέντημα, που αφηγείται τη νορμανδική κατάκτηση της Αγγλίας, επέστρεψε στον τόπο όπου θεωρείται ότι κατασκευάστηκε, αυτή τη φορά ως ένα από τα σημαντικότερα εκθέματα του Βρετανικού Μουσείου.

Με μήκος περίπου 70 μέτρα, η Ταπισερί αφηγείται τα γεγονότα που κορυφώθηκαν στη μάχη του Χέιστινγκς το 1066. Η πορεία της, όμως, δεν σταμάτησε στον Μεσαίωνα, καθώς οι εικόνες της εξακολουθούν να επανέρχονται στην τέχνη, στον κινηματογράφο και στην πολιτική, εμπνέοντας σύγχρονες δημιουργίες γύρω από γεγονότα όπως η Απόβαση στη Νορμανδία και το Brexit.

Παρά τη φήμη της, βασικά ερωτήματα γύρω από την ιστορία της παραμένουν αναπάντητα. Όπως γράφουν στο The Conversation ο Τζόσουα Ντέιβις, αναπληρωτής καθηγητής Μεσαιωνικών Σπουδών, και ο Καρλ Κιρς, ανώτερος λέκτορας Μεσαιωνικής Λογοτεχνίας στο Kings College του Λονδίνου, σήμερα θεωρείται πιθανότερο ότι το έργο σχεδιάστηκε από μοναχούς του Αγίου Αυγουστίνου στο Καντέρμπερι και κεντήθηκε από ιδιαίτερα έμπειρες γυναίκες τεχνίτριες.

Δεν είναι γνωστό με βεβαιότητα ούτε ποιος το παρήγγειλε ούτε πού ακριβώς προοριζόταν να εκτεθεί. Μία από τις επικρατέστερες εκδοχές θέλει τον επίσκοπο Όντο της Μπαγιέ να βρίσκεται πίσω από την παραγγελία, ενδεχομένως ως δώρο προς τον ετεροθαλή αδελφό του, Γουλιέλμο τον Κατακτητή. Το τεράστιο κέντημα θα μπορούσε να είχε τοποθετηθεί σε μοναστήρι, ανάκτορο ή εκκλησία με ιδιαίτερη πολιτική σημασία.

Ένα έργο που όμοιό του δεν υπάρχει

Στον πρώιμο Μεσαίωνα υπήρχαν και άλλα μνημειώδη κεντήματα, τα περισσότερα όμως δεν κατάφεραν να επιβιώσουν. Το Liber Eliensis, ένα χρονικό του 12ου αιώνα, αναφέρει για παράδειγμα μια ταπισερί που είχε δωρίσει στο Αβαείο του Ίλι η Έφλαντ, χήρα του Μπύρχτνοθ, ισχυρού άρχοντα του Έσεξ που σκοτώθηκε στη μάχη του Μάλντον το 991.

Τίποτα από αυτά, όμως, δεν έχει διασωθεί ώστε να μπορεί να συγκριθεί με την Ταπισερί της Μπαγιέ. Ακόμη και η πρώτη ασφαλής γραπτή καταγραφή της εμφανίζεται πολύ αργότερα, σε απογραφή του καθεδρικού ναού της Μπαγιέ το 1476, περίπου τέσσερις αιώνες μετά τη δημιουργία της. Το πώς και το πότε έφτασε στη γαλλική πόλη παραμένει άγνωστο.

Αυτή η αβεβαιότητα γύρω από τα πρώτα χρόνια της έρχεται σε αντίθεση με την τεράστια επιρροή που απέκτησε αργότερα. Η Ταπισερί ξεπέρασε σταδιακά τα όρια ενός μεσαιωνικού ιστορικού τεκμηρίου και απέκτησε μια δεύτερη ζωή, καθώς διαφορετικές εποχές χρησιμοποίησαν τις εικόνες και τη συμβολική της δύναμη για να αφηγηθούν τις δικές τους ιστορίες.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1880, η Ταπισερί της Μπαγιέ απέκτησε και μια βικτωριανή εκδοχή. Η Ελίζαμπεθ Γουόρντλ, ιδρύτρια της Leek Embroidery Society και έμπειρη τεχνίτρια, συγκέντρωσε περίπου 35 γυναίκες με στόχο να δημιουργήσουν ένα αντίγραφό της.

Η Γουόρντλ ταξίδεψε στην Μπαγιέ, ενώ μελέτησε και αντίγραφα που βρίσκονταν στο Μουσείο Βικτωρίας και Αλβέρτου. Το αποτέλεσμα της συλλογικής προσπάθειας παρουσιάστηκε το 1886 και αργότερα ταξίδεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το 1895 αγοράστηκε από πρώην δήμαρχο του Ρέντινγκ και σήμερα εκτίθεται στο Μουσείο του Ρέντινγκ.

Η Ταπισερί απέκτησε ακόμη πιο έντονη πολιτική διάσταση κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το 1944, ο Αμερικανός καλλιτέχνης και σχεδιαστής Ρία Ίρβιν δανείστηκε το χαρακτηριστικό εικαστικό της ύφος για ένα εξώφυλλο του New Yorker αφιερωμένο στην Απόβαση στη Νορμανδία.

Λεπτομέρεια από εξώφυλλο του New Yorker του Ρέα Ίρβιν, με ημερομηνία 15 Ιουλίου 1944, που αναπαριστά την απόβαση στη Νορμανδία στο ύφος της Ταπισερί της Μπαγιέ. Μουσείο της Μπαγιέ, Πηγή: The Conversation

Στη δική του εκδοχή, ο Εδουάρδος ο Ομολογητής και ο Χάρολντ αντικαταστάθηκαν από τον βασιλιά Γεώργιο ΣΤ΄, τον Ουίνστον Τσόρτσιλ και τον Φράνκλιν Ρούζβελτ. Τα πλοία και τα άλογα της μεσαιωνικής εποχής έδωσαν τη θέση τους σε αεροπλάνα και άρματα μάχης, ενώ από έναν πύργο κυμάτιζε η σβάστικα.

Ο Ίρβιν χρησιμοποίησε έτσι μια αφήγηση κατάκτησης του 11ου αιώνα για να μιλήσει για ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η αναφορά στο πρωτότυπο έργο τού επέτρεψε παράλληλα να σχολιάσει τη φρίκη του ναζισμού και τον αγώνα των Συμμάχων.

Από τον Ρομπέν των Δασών μέχρι τον Σρεκ

Από το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, η χαρακτηριστική αισθητική της Ταπισερί άρχισε να εμφανίζεται όλο και συχνότερα στη μαζική κουλτούρα. Χρησιμοποιήθηκε στην ταινία Μάγισσες και Σκουπόξυλα το 1971 και στους τίτλους αρχής του Ρομπέν των Δασών το 1991, ενώ αναφορές σε αυτήν έφτασαν μέχρι το Σρεκ ο Τρίτος το 2007.

Η τεράστια αναγνωρισιμότητα του έργου έχει όμως και μια παράδοξη συνέπεια: μπορεί να κάνει την Ταπισερί να μοιάζει απλούστερη από ό,τι πραγματικά είναι. Πίσω από τις οικείες πλέον εικόνες της υπάρχουν σκηνές βίας, παράξενες λεπτομέρειες και ακόμη και άσεμνες παραστάσεις στα περιθώρια, οι οποίες συνεχίζουν να προκαλούν διαφορετικές ερμηνείες.

Η πολυπλοκότητά της εξακολουθεί να αποτελεί πηγή έμπνευσης για σύγχρονους καλλιτέχνες. Το 2010, η Φιόνα Μπάνερ παρουσίασε το έργο 1066, μια εγκατάσταση την οποία περιέγραψε ως ακίνητη ταινία. Αντί να αναπαραγάγει τις εικόνες της Ταπισερί, τις μετέτρεψε σε γραπτή αφήγηση πάνω στους τοίχους μιας γκαλερί, επιχειρώντας να κάνει τους θεατές να κοιτάξουν από την αρχή κάτι που θεωρούσαν ήδη γνώριμο.

Η πολιτική βρίσκεται στον πυρήνα της Ταπισερί ήδη από τη δημιουργία της. Το έργο αφηγείται μια κατάκτηση και, σε μεταγενέστερες εποχές, συνδέθηκε με τον λεγόμενο Νορμανδικό Ζυγό και με αντιλήψεις γύρω από την αγγλική ιδιαιτερότητα.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Νάιτζελ Φάρατζ. Στα χρόνια πριν από το δημοψήφισμα για το Brexit, εμφανιζόταν συχνά φορώντας γραβάτα διακοσμημένη με σκηνές από την Ταπισερί της Μπαγιέ. Ο ίδιος είχε εξηγήσει ότι του υπενθύμιζε την τελευταία φορά που δεχθήκαμε εισβολή και κατακτηθήκαμε.

Αντίστοιχα, όταν το Ηνωμένο Βασίλειο αποχώρησε από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η Sun δημιούργησε μια δική της εκδοχή του μεσαιωνικού έργου με θέμα το Brexit, την οποία ονόμασε Bye-EU tapestry.

Η Ταπισερί της Μπαγιέ, επομένως, μπορεί να είναι μοναδική ως αυθεντικό μεσαιωνικό αντικείμενο, αλλά εδώ και δύο αιώνες γεννά συνεχώς νέες εκδοχές του εαυτού της. Η ιδιαίτερη καλλιτεχνική της γλώσσα έχει χρησιμοποιηθεί για να αφηγηθεί πολέμους, πολιτικές συγκρούσεις και ιστορίες της ποπ κουλτούρας, ενώ ακόμη και οι μικρότερες λεπτομέρειές της εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο συζήτησης – από τα πολιτικά μηνύματα που ενδεχομένως μεταφέρει μέχρι τις απροσδόκητα τολμηρές παραστάσεις που κρύβονται μέσα της.

Και ίσως αυτή η διαρκής επανεμφάνισή της να είναι εξίσου σημαντική με την ίδια τη μεσαιωνική ιστορία της. Όπως προκύπτει από την ανάλυση των Ντέιβις και Κιρς, τα αντικείμενα του παρελθόντος δεν παραμένουν απαραίτητα εγκλωβισμένα στην εποχή που τα δημιούργησε. Η Ταπισερί της Μπαγιέ εξακολουθεί, σχεδόν μία χιλιετία αργότερα, να αποκτά νέα νοήματα κάθε φορά που επιστρέφει στο προσκήνιο.

Ταπισερί της Μπαγιέ εκτίθεται στο Βρετανικό Μουσείο έως τον Ιούλιο του 2027

Loading

Play