Η συνιδιοκτησία, γνωστή και ως fractional ownership, αναδύεται στην ελληνική αγορά ως ένα νέο μοντέλο αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας, προσφέροντας έναν εναλλακτικό τρόπο συμμετοχής σε ακίνητα υψηλής αξίας. Αυτή η προσέγγιση επιτρέπει στους αγοραστές να αποκτούν ποσοστό ιδιοκτησίας, μειώνοντας το απαιτούμενο κεφάλαιο και παρέχοντας μεγαλύτερη ευελιξία στη διαχείριση των επενδύσεών τους.
Κεντρικό ρόλο στην επιτυχία της συνιδιοκτησίας παίζει η έννοια της απόδοσης. Η απόδοση επένδυσης (ROI) δεν περιορίζεται σε ένα μόνο στοιχείο, αλλά προκύπτει από μια σειρά παραγόντων. Σύμφωνα με στοιχεία της Owners, η εκτιμώμενη συνολική απόδοση για πολλά ακίνητα κυμαίνεται από 4% έως 5,5% ετησίως, συμπεριλαμβανομένης της αύξησης αξίας των ακινήτων που μπορεί να φτάσει το 2% έως 3% ετησίως.
Η απόδοση προέρχεται από τρεις βασικές πηγές: την προσωπική χρήση του ακινήτου, το εισόδημα από εκμίσθωση όταν το ακίνητο δεν χρησιμοποιείται, και την πιθανή υπεραξία κατά την πώληση. Αυτή η συνδυαστική προσέγγιση καθιστά τη συνιδιοκτησία μοναδική, καθώς συνδυάζει χρήση και επένδυση.
Η δομή της συνιδιοκτησίας επιτρέπει στους επενδυτές να συμμετέχουν σε ακίνητα μέσω εταιρείας ειδικού σκοπού (SPV), εξασφαλίζοντας οργανωμένη διαχείριση και σταθερές υπηρεσίες. Τα καθαρά έσοδα φορολογούνται ως μερίσματα με συντελεστή 5%, προσφέροντας σημαντικά πλεονεκτήματα σε σχέση με την άμεση ιδιοκτησία.
Η Ελλάδα διατηρεί ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στις τιμές των ακινήτων, με περιοχές όπως η Αθηναϊκή Ριβιέρα να προσφέρουν ακίνητα 20% έως 40% πιο προσιτά από άλλες δημοφιλείς ευρωπαϊκές τοποθεσίες. Η διεθνοποίηση της αγοράς αναμένεται να ενισχύσει τη ζήτηση για τη συνιδιοκτησία, η οποία εξελίσσει την επένδυση σε ακίνητα, προσφέροντας ευκαιρίες για καλύτερη φορολογική αποδοτικότητα και συνδυασμό χρήσης με απόδοση.
![]()
