Στροφή στη Γερμανία: φόρος 47% στους πολύ πλούσιους με νέα φορολογική μεταρρύθμιση

Στροφή στη Γερμανία: φόρος 47% στους πολύ πλούσιους με νέα φορολογική μεταρρύθμιση

Στροφή στη φορολογία φέρνει η νέα μεταρρύθμιση στη Γερμανία, με ελαφρύνσεις για τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα και μεγαλύτερη επιβάρυνση για τους πολύ εύπορους. Το νομοσχέδιο που ενέκρινε την Τετάρτη η κυβέρνηση του Φρίντριχ Μερτς προβλέπει μείωση φόρων κατά 10 δισ. ευρώ τον χρόνο για τα νοικοκυριά χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, ενώ τα μέτρα αναμένεται να περάσουν από το Κοινοβούλιο το φθινόπωρο και να εφαρμοστούν το 2027, με πλήρη ισχύ το 2028.

Με βάση τη μεταρρύθμιση, οικογένεια με δύο παιδιά και ετήσιο φορολογητέο εισόδημα 60.000 ευρώ θα έχει πάνω από 600 ευρώ επιπλέον τον χρόνο από το 2028, σύμφωνα με το γερμανικό Υπουργείο Οικονομικών. Τα επιδόματα τέκνων θα αυξηθούν από 259 ευρώ σε 267 ευρώ τον μήνα για κάθε παιδί το 2027 και στη συνέχεια σε 272 ευρώ το επόμενο έτος. «Παρέχουμε υποστήριξη σε οικογένειες με παιδιά, φροντίζουμε να τους περισσέψουν λίγα περισσότερα χρήματα στο τέλος του μήνα», δήλωσε ο σοσιαλδημοκράτης υπουργός Οικονομικών Λαρς Κλίνγκμπαϊλ.

Στη Γερμανία, ο φορολογικός συντελεστής 47% θα ισχύει για ετήσια εισοδήματα άνω των 280.000 ευρώ. Το αφορολόγητο θα αυξηθεί από τα 12.348 ευρώ εφέτος στα 12.900 ευρώ το 2028.

Στη Γερμανία, όπως και σε άλλες χώρες της δυτικής Ευρώπης, η έμφαση δίνεται στη φορολόγηση των εισοδημάτων και όχι στην οριζόντια φορολόγηση της κατανάλωσης. Ο βασικός συντελεστής ΦΠΑ παραμένει στο 19% εδώ και περίπου 20 χρόνια, από το 2005, όταν τον αύξησε η Άνγκελα Μέρκελ, προαναγγέλλοντας μάλιστα την κίνηση προεκλογικά. Για αγαθά πρώτης ανάγκης, όπως βασικά τρόφιμα, βιβλία, εφημερίδες και διανυκτερεύσεις σε ξενοδοχεία, εφαρμόζεται συντελεστής 7%.

Με κριτήριο την κατανομή των φορολογικών βαρών ανάλογα με τη δυνατότητα του κάθε πολίτη, το αφορολόγητο θα ανέβει από τα 12.348 ευρώ εφέτος στα 12.900 ευρώ το 2028.

Για τα υψηλότερα εισοδήματα αλλάζουν τα κλιμάκια. Ο ανώτατος, μέχρι σήμερα, φορολογικός συντελεστής 42% θα ξεκινά από τα 70.600 ευρώ τον χρόνο, αντί για 69.879 ευρώ, κάτι που εκτιμάται ότι θα εξομαλύνει την εξέλιξη των κλιμακίων για εισοδήματα από 17.800 ευρώ έως 70.600 ευρώ.

Για να αντισταθμιστούν οι ελαφρύνσεις, αναθεωρείται ο λεγόμενος φόρος περιουσίας, δηλαδή η πρόσθετη επιβάρυνση που επιβάλλεται στους πιο ευκατάστατους φορολογούμενους. Έτσι, ο φορολογικός συντελεστής 45% θα εφαρμόζεται σε φορολογητέα εισοδήματα 250.000 ευρώ τον χρόνο, αντί για 277.826 ευρώ σήμερα. Παράλληλα, θα εισαχθεί νέα φορολογική κλίμακα για όσους έχουν ετήσιο εισόδημα άνω των 280.000 ευρώ, με συντελεστή 47%.

Ο ανταποκριτής της Les Echos στο Βερολίνο, Εμανουέλ Γκρασλάν, υπενθυμίζει ότι στη Γαλλία ο φορολογικός συντελεστής για την υψηλότερη κατηγορία εισοδημάτων είναι 45%, αλλά προστίθεται εισφορά 3% -γνωστή ως εισφορά Σαρκοζί- για εισοδήματα πάνω από 250.000 ευρώ και 4% για εισοδήματα άνω των 500.000 ευρώ. Έτσι, κάποιος που κερδίζει μισό εκατομμύριο ευρώ τον χρόνο φορολογείται με 49% και του μένουν 255.000 ευρώ, ενώ κάποιος με 250.000 ευρώ φορολογείται με 48% και διατηρεί 130.000 ευρώ.

Έντονες αντιδράσεις προκάλεσε στους ιδιοκτήτες μικρομεσαίων επιχειρήσεων η αύξηση της φορολόγησης των υψηλότερων εισοδημάτων. Το παράδοξο, όπως σημειώνεται, είναι ότι η μεταρρύθμιση προβλέπει ταυτόχρονα τη μείωση του οριζόντιου ομοσπονδιακού συντελεστή φορολόγησης των επιχειρήσεων από το 15% στο 10% μέσα σε πέντε χρόνια.

Πάνω από τον γενικό συντελεστή 15% επιβάλλονται πρόσθετες επιβαρύνσεις από τα κρατίδια και άλλους φορείς, όπως και φόρος αλληλεγγύης, με αποτέλεσμα στο Βερολίνο ο εταιρικός φόρος να φτάνει συνολικά το 30%, στη Φραγκφούρτη το 32% και στο Μόναχο το 33%.

Παρά την προοπτική μιας ευρύτερης φορολογικής ελάφρυνσης για το επιχειρείν, η Ομοσπονδία Γερμανικών Βιομηχανιών (BDI) χαρακτήρισε απογοητευτικά τα μέτρα της κυβέρνησης Μερτς, εκτιμώντας ότι μπορεί να εμποδίσουν τις επιχειρηματικές επενδύσεις, ιδιαίτερα από τις βιομηχανικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Η ομοσπονδία υποστηρίζει επίσης ότι η ελάφρυνση για τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα θα είναι περιορισμένη, επειδή δεν λαμβάνει υπόψη την πιθανότητα οι φορολογούμενοι να μετακινηθούν σε υψηλότερο κλιμάκιο λόγω του πληθωρισμού. Αυτό, όπως σημειώνει η BDI, συμβαίνει για πρώτη φορά από το 2015. Στη Γερμανία δεν ισχύει ΑΤΑ, όπως στη Γαλλία, το Βέλγιο ή το Λουξεμβούργο, αλλά η αυτόματη τιμαριθμική αναπροσαρμογή απαγορεύεται ρητά από τον νόμο, ώστε να αποφεύγεται σπιράλ αυξήσεων μισθών και τιμών.

Αντίθετη στην αύξηση της άμεσης φορολογίας για τα υψηλά εισοδήματα εμφανίστηκε και το Γερμανικό Βιομηχανικό και Εμπορικό Επιμελητήριο (DIHK). Το Επιμελητήριο εκτιμά ότι η πρόσθετη επιβάρυνση των υψηλών εισοδημάτων θα επηρεάσει κυρίως τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, καθώς για πολλές εταιρικές σχέσεις ο φόρος εισοδήματος είναι ο καθοριστικός εταιρικός φόρος.

«Η αύξηση αυτού που ονομάζεται “φόρος των πλουσίων” είναι στην πραγματικότητα ένας φόρος που επιβαρύνει τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Επιβαρύνει τις εταιρείες εκείνες που επενδύουν, εκπαιδεύουν και δημιουργούν θέσεις εργασίας στη Γερμανία», δήλωσε η γενική διευθύντρια του DIHK, Έλενα Μελνικόφ.

Επιφυλάξεις για τη μεταρρύθμιση εξέφρασαν και στελέχη της ίδιας της κυβέρνησης, ακόμη και του οικονομικού επιτελείου. Η υπουργός Οικονομίας Κατερίνα Ράιχε υπέγραψε το νομοσχέδιο, αλλά το χαρακτήρισε ταυτόχρονα ανεπαρκώς φιλόδοξο.

Αίσθηση προκάλεσε η αποκάλυψη από τον γερμανικό Τύπο επιστολής που απηύθυνε η Ράιχε, η οποία ανήκει στο Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα, προς τον Λαρς Κλίνκμπαϊλ, που ανήκει στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα και είναι αντικαγκελάριος της κυβέρνησης Μερτς.

Στην επιστολή, την οποία δεν υπογράφει προσωπικά η Ράιχε, το Υπουργείο Οικονομίας εκφράζει στο Υπουργείο Οικονομικών ανησυχία για το αυξανόμενο χάσμα στο φορολογικό βάρος ανάμεσα σε εταιρικές σχέσεις και εταιρείες, λόγω της σχεδιαζόμενης μείωσης του συντελεστή φορολογίας των εταιρειών από 15% σε 10% σε πέντε χρόνια. Το Υπουργείο Οικονομίας απευθύνεται και προσωπικά στον αντικαγκελάριο Κλίνγκμπαϊλ, καλώντας τον να εξετάσει μια ευρύτερη φορολογική μεταρρύθμιση.

Ο ανταποκριτής της Les Echos στο Βερολίνο αναφέρει ότι ο Κλίνκμπαϊλ, μιλώντας στο γερμανικό ραδιόφωνο, εμφανίστηκε ενοχλημένος από την εικόνα που δίνουν τέτοιες επιστολές στους Γερμανούς πολίτες. «Όταν οι υπουργοί αμφισβητούν τις ενέργειες της κυβέρνησης την οποία υπηρετούν, δεν είναι καλό γι’ αυτήν την κυβέρνηση», σχολίασε. «Ε, τα έχουν αυτά οι κυβερνήσεις μεγάλου συνασπισμού. Μ’ αυτές πορεύεται, όμως, συχνά-πυκνά η μεγαλύτερη και ισχυρότερη οικονομία της Ευρώπης».

Πηγή: ΟΤ

Πηγή περιεχομένου: in.gr

Loading

Play