Στο τραπέζι μπαίνει η αύξηση των διατακτικών σίτισης από τα 6 στα 10 ευρώ την εργάσιμη ημέρα, με στόχο να ενισχυθεί το διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων. Η αλλαγή συζητείται σε μια περίοδο που το κόστος ακόμη και ενός απλού γεύματος έχει ανέβει αισθητά.
Η πρόταση αφορά την αναπροσαρμογή του ημερήσιου αφορολόγητου ορίου, έπειτα από σχετικό αίτημα των εθνικών κοινωνικών εταίρων.
Αν προχωρήσει, το ανώτατο ποσό της παροχής θα αυξηθεί κατά 66,7%, δίνοντας στις επιχειρήσεις μεγαλύτερο περιθώριο να στηρίξουν τους εργαζομένους τους μέσω των διατακτικών σίτισης.
Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερο βάρος σε μια συγκυρία όπου η ακρίβεια στα τρόφιμα και στην εστίαση έχει μειώσει την πραγματική αξία της παροχής.
Τα 6 ευρώ που είχαν θεσπιστεί σε διαφορετικές συνθήκες δεν έχουν σήμερα την ίδια αγοραστική δύναμη. Ένα καθημερινό γεύμα εκτός σπιτιού, ακόμη και στις πιο οικονομικές επιλογές του, μπορεί πλέον να απορροφήσει ή και να ξεπεράσει το τωρινό όριο.
Η πρόταση προβλέπει ημερήσιο όριο στα 10 ευρώ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε εργαζόμενος θα λαμβάνει αυτομάτως το συγκεκριμένο ποσό.
Οι διατακτικές σίτισης δεν αντιμετωπίζονται πια μόνο ως ένα ακόμη εταιρικό benefit.
Σε μια αγορά εργασίας όπου αρκετές επιχειρήσεις δυσκολεύονται να προσελκύσουν ή να κρατήσουν προσωπικό, οι πρόσθετες παροχές έχουν πλέον θέση στο συνολικό πακέτο αμοιβών που προσφέρεται στον εργαζόμενο.
Για τον ίδιο τον εργαζόμενο, μια παροχή που καλύπτει μια καθημερινή και αναγκαία δαπάνη, όπως η διατροφή, αποκτά μεγαλύτερη αξία όσο το κόστος ζωής παραμένει υψηλό.
Η ελληνική συζήτηση δεν γίνεται σε κενό αέρος. Συστήματα διατακτικών σίτισης λειτουργούν εδώ και χρόνια σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, με διαφορετικά ποσά και κανόνες.
Κοινός παρονομαστής είναι ότι η παροχή έχει συγκεκριμένο σκοπό: να καλύπτει δαπάνες διατροφής και όχι να λειτουργεί ως ελεύθερα διαθέσιμο πρόσθετο εισόδημα.
Στη Γαλλία, τα titres-restaurant είναι από τις πιο διαδεδομένες μορφές εταιρικών παροχών. Το ημερήσιο όριο χρήσης φτάνει τα 25 ευρώ, ενώ το σύστημα έχει προσαρμοστεί και στις νέες μορφές εργασίας, καλύπτοντας υπό προϋποθέσεις και τους τηλεργαζομένους.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η Ισπανία, καθώς βρίσκεται κοντά στο ύψος της αλλαγής που συζητείται στην Ελλάδα. Εκεί, η φορολογική απαλλαγή για τις διατακτικές ή κάρτες σίτισης φτάνει έως τα 11 ευρώ την ημέρα.
Οι κάρτες είναι ονομαστικές, δεν μπορούν να μεταβιβαστούν ή να εξαργυρωθούν σε χρήμα και η χρήση τους συνδέεται με την αγορά γεύματος. Το ισπανικό σύστημα έχει επίσης προσαρμοστεί στην τηλεργασία, επιτρέποντας τη χρήση τους και για παραγγελίες φαγητού που παραδίδονται στον χώρο όπου εργάζεται εξ αποστάσεως ο εργαζόμενος.
Στην Ιταλία, η έμφαση έχει δοθεί στην ηλεκτρονική μορφή των buoni pasto. Από το 2026, το όριο απαλλαγής για τις ηλεκτρονικές διατακτικές έχει αυξηθεί στα 10 ευρώ, ποσό που συμπίπτει με το νέο όριο που προτείνεται σήμερα για την Ελλάδα.
Η στροφή προς τις ηλεκτρονικές κάρτες δεν είναι τυχαία. Η ψηφιακή χρήση επιτρέπει μεγαλύτερο έλεγχο των συναλλαγών και βοηθά να διασφαλίζεται ότι η παροχή χρησιμοποιείται για τον σκοπό για τον οποίο χορηγήθηκε.
Η αύξηση του ορίου, ωστόσο, ανοίγει και μια δεύτερη συζήτηση.
Όσο μεγαλύτερο γίνεται το ποσό που μπορεί να χορηγείται μέσω διατακτικών με ευνοϊκή φορολογική και ασφαλιστική μεταχείριση, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτούν οι δικλίδες που θα αποτρέπουν την υποκατάσταση του μισθού από παροχές.
Το ζητούμενο είναι οι διατακτικές να αποτελούν πραγματικό πρόσθετο όφελος για τον εργαζόμενο και όχι έναν εναλλακτικό τρόπο καταβολής μέρους των αποδοχών του.
Πρόκειται για δύο διαφορετικά πράγματα. Ο μισθός είναι αμοιβή για την εργασία και συνδέεται με ασφαλιστικές εισφορές και εργασιακά δικαιώματα. Οι διατακτικές σίτισης είναι παροχή συγκεκριμένου σκοπού, η οποία απολαμβάνει ευνοϊκή μεταχείριση εφόσον πληρούνται οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις.
Και εδώ έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το παράδειγμα του Βελγίου.
Στο Βέλγιο, το σύστημα των meal vouchers συνοδεύεται από μια σαφή δικλίδα: οι διατακτικές που απολαμβάνουν την ευνοϊκή φορολογική και ασφαλιστική μεταχείριση δεν μπορούν να χορηγούνται σε αντικατάσταση ή μετατροπή μισθού, bonus ή άλλης υφιστάμενης παροχής.
Η λογική είναι απλή: άλλο η πρόσθετη παροχή και άλλο η μετατροπή ενός τμήματος της κανονικής αμοιβής σε παροχή με μικρότερες επιβαρύνσεις.
Μια τέτοια διάκριση αποκτά μεγαλύτερη σημασία όσο αυξάνεται το ύψος των διατακτικών.
Αν το όριο στην Ελλάδα μετακινηθεί από τα 6 στα 10 ευρώ, το ζητούμενο δεν θα είναι μόνο πόσο μεγαλύτερη μπορεί να γίνει η κάρτα σίτισης ενός εργαζομένου. Θα είναι και με ποιους κανόνες θα διασφαλιστεί ότι το επιπλέον ποσό θα λειτουργεί συμπληρωματικά προς τις αποδοχές του.
Η σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη δείχνει ότι μια αύξηση στα 10 ευρώ δεν θα έβγαζε την Ελλάδα έξω από τη συνηθισμένη ευρωπαϊκή πρακτική.
Η Ισπανία βρίσκεται στα 11 ευρώ, η Ιταλία στα 10 ευρώ για τις ηλεκτρονικές διατακτικές, ενώ η Γαλλία έχει αναπτύξει ένα πολύ ευρύτερο σύστημα με ημερήσιο όριο χρήσης 25 ευρώ.
Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν το 6 θα γίνει 10.
Είναι αν η αλλαγή θα καταφέρει να αποκαταστήσει μέρος της αξίας που έχασαν οι διατακτικές λόγω της ακρίβειας και να προσφέρει ένα ουσιαστικό πρόσθετο όφελος στους εργαζομένους, χωρίς ταυτόχρονα να δημιουργήσει έναν παράλληλο δρόμο υποκατάστασης των μισθολογικών αυξήσεων.
Η διατακτική σίτισης μπορεί να γίνει ισχυρότερο εργαλείο ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος.
Αρκεί να παραμείνει αυτό που πρέπει να είναι: μια πρόσθετη παροχή και όχι μισθός με άλλο όνομα.
Πηγή περιεχομένου: in.gr
![]()
