Στη Μοναστηρίου 41, λίγα μέτρα από τον Νέο Σιδηροδρομικό Σταθμό Θεσσαλονίκης, ένα διακριτικό διαμέρισμα στον πρώτο όροφο φιλοξενεί περισσότερες από 120 γραφομηχανές του 20ού αιώνα με ελληνικές γραμματοσειρές. Το Μουσείο γραφομηχανών της Θεσσαλονίκης λειτουργεί από τον Μάρτιο του 2025 ως το μοναδικό ιδιωτικό μουσείο του είδους στην Ελλάδα.
Στον ίδιο χώρο αναπτύσσεται η πολιτιστική δράση «Οι Γραφομηχανές της Θεσσαλονίκης», αφιερωμένη στην ιστορία της γραφομηχανής στην Ελλάδα του 20ού αιώνα. Η ιδέα ξεκίνησε από τον δικηγόρο Γιώργο Πετσανά, σε συνεργασία με τη γραφίστρια Eva από την Αθήνα, τη Λίτσα Καραβάρη και τη Μάρα Λεούδη από τη Θεσσαλονίκη και την Αναστασία Salim από τη Σουηδία.
«Παρακολουθώντας τις εξελίξεις και τις τάσεις στον χώρο του πολιτισμού και των μουσείων διεθνώς, από το 2000 περίπου, πήρα την απόφαση να δημιουργήσω ένα ιδιωτικό Μουσείο Γραφομηχανής στην Ελλάδα, όπως είχε ήδη γίνει τότε σε πολλές άλλες χώρες», εξηγεί ο Γιώργος Πετσανάς.
Η γραφομηχανή, που σφράγισε τον 20ό αιώνα ως μέσο αποτύπωσης του λόγου στο χαρτί, είχε αρχίσει να χάνεται στη λήθη και στην ανακύκλωση. Σήμερα στη συλλογή εκτίθενται πάνω από 120 γραφομηχανές, από 50 διαφορετικές εταιρείες, ενώ πρόκειται για ιδιωτική συλλογή χωρίς επιχορήγηση ή χρηματοδότηση.
Η πρωτοβουλία έχει ήδη παρουσία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και σχεδιάζεται η λειτουργία ιστοσελίδας με ψηφιακή περιήγηση, με στόχο ένα μουσείο ανοιχτό στο κοινό.
Η ζωντανή επίσκεψη-ξενάγηση παρέχεται δωρεάν, προς το παρόν περιορισμένα, σε φίλους και υποστηρικτές της πρωτοβουλίας, καθώς και σε ερευνητές και μελετητές, κατόπιν συνεννόησης στο 6944681007. Ο χώρος δεν λειτουργεί ως απλή βιτρίνα: ο επισκέπτης βλέπει από κοντά τον σχεδιασμό των μηχανών, εξετάζει τους μηχανισμούς τους και ακούει τον ήχο τους.
Η ξενάγηση αρχίζει από τις παλαιότερες γραφομηχανές, γύρω στο 1910, και φτάνει έως τις νεότερες της δεκαετίας του 1980. Ανάμεσα στα εκθέματα βρίσκονται μια γραφομηχανή που δεν έγραφε με πλήκτρα αλλά με γραφίδα, ένα μοντέλο που απέτυχε εμπορικά, μια γραφομηχανή της σχολής δακτυλογράφων Σαούλ Μόλχο στην οδό Εγνατία 47, «τυφλές» γραφομηχανές, μικρές φορητές μηχανές για δημοσιογράφους, αλλά και γραφομηχανές δικηγόρων, συμβολαιογράφων και δημόσιων υπηρεσιών. Ξεχωρίζει επίσης ένα βραβείο σε διαγωνισμό ταχύτητας δακτυλογράφησης.
Ορισμένα εκθέματα έχουν και ιστορικό βάρος. «Κάποιες από αυτές έχουν ιστορικό ενδιαφέρον καθώς συνδέονται με τη νεότερη ελληνική ιστορία, όπως οι γραφομηχανές μας με τον βασιλικό θυρεό, οι γραφομηχανές μας που θυμίζουν την παρουσία της Ισραηλιτικής Κοινότητας στη Θεσσαλονίκη, το σχέδιο Μάρσαλ κ.λπ. Κάποιες είναι από την εποχή της Μικρασιατικής Εκστρατείας ή της γερμανικής κατοχής», αναφέρει ο κ. Πετσανάς.
Η εικόνα των πληκτρολογίων δείχνει πως η γραφομηχανή δεν αποτύπωνε μόνο λέξεις, αλλά και τη γλωσσική εξέλιξη. «Μέσα από τα πληκτρολόγια των γραφομηχανών μας μπορεί να παρατηρήσει κάποιος την εξέλιξη της γλώσσας μας κατά τον προηγούμενο αιώνα», λέει ο κ. Πετσανάς. Τα πληκτρολόγια με τα πνεύματα, την περισπωμένη, την υπογεγραμμένη και τη βαρεία παραπέμπουν σε παλαιότερη εποχή της ελληνικής γραφής, ενώ τις τελευταίες δεκαετίες του αιώνα εμφανίζονται τα πληκτρολόγια με το μονοτονικό σύστημα. Στα τελευταία χρόνια του 20ού αιώνα κάνουν την εμφάνισή τους και γραφομηχανές για παιδιά, όπως αυτή της Barbie, που έγραφε κανονικά και δεν ήταν μόνο παιχνίδι. Στη συνέχεια, με την εμφάνιση των υπολογιστών, ήρθε το «τέλος εποχής» για τις γραφομηχανές.
«Η γραφομηχανή κατά τον 20ό αιώνα ήταν το κατ’ εξοχήν μηχάνημα γραφής», σημειώνει ο Πετσανάς, εξηγώντας ότι έδωσε στους ανθρώπους τη δυνατότητα να γράψουν, να εκφραστούν και να γίνουν συγγραφείς, ποιητές ή αρθρογράφοι.
Ιδιαίτερη μνεία κάνει στις γυναίκες, για τις οποίες η εργασία ως δακτυλογράφων άνοιξε δρόμο προς την επαγγελματική ανεξαρτησία. «Περισσότερο ωστόσο βοήθησε στη χειραφέτηση των γυναικών», λέει. «Υπουργεία, εταιρείες, δικηγορικά και κάθε άλλου είδους γραφεία απασχολούσαν κατά κύριο λόγο γυναίκες δακτυλογράφους». Οι διαγωνισμοί ταχύτητας δακτυλογράφων στη δεκαετία του 1930 έφταναν στις εφημερίδες και οι ταχύτερες δακτυλογράφοι γίνονταν περιζήτητες.
Όπως σήμερα ένας δημοσιογράφος δύσκολα αποχωρίζεται τον φορητό υπολογιστή του, έτσι κάποτε οι δημοσιογράφοι κυκλοφορούσαν με τις φορητές γραφομηχανές τους, ενώ ακόμη και οι ανταποκριτές σε εμπόλεμες περιοχές πληκτρολογούσαν εκεί τα κείμενά τους.
Η ξενάγηση δεν περιορίζεται στην παρατήρηση, καθώς οι περισσότερες γραφομηχανές είναι λειτουργικές και κάποια στιγμή ο επισκέπτης καλείται να καθίσει μπροστά σε μία από αυτές. Το χαρτί τοποθετείται στον κύλινδρο, ακολουθεί το καρμπόν και στη συνέχεια τα δάχτυλα ακουμπούν στα πλήκτρα.
«Οι περισσότεροι νέοι της εποχής μας δεν έχουν αγγίξει γραφομηχανή. Όταν τους εξηγείς τη λειτουργία της και πρέπει να τοποθετήσουν οι ίδιοι το χαρτί με το καρμπόν στο μηχάνημα δυσκολεύονται», περιγράφει ο κ. Πετσανάς. Η συνέχεια, όμως, είναι διαφορετική: «Όταν φτάσει η στιγμή που θα πρέπει να πληκτρολογήσουν ένα κείμενο ενθουσιάζονται. Καταλαβαίνουν ότι με αυτό το μηχάνημα δεν υπάρχει περιθώριο λάθους. Δεν υπάρχει delete εδώ». Στη γραφομηχανή απαιτείται συγκέντρωση, αφού κάθε πλήκτρο αφήνει αποτύπωμα στο χαρτί και το λάθος δεν διορθώνεται με ένα απλό πάτημα.
Στο τέλος της ξενάγησης ο επισκέπτης καλείται να πληκτρολογήσει τη λέξη: «λοπαδοτεμαχοσελαχογαλεοκρανιολειψανοδριμυποτριμματοσιλφιολιπαρομελιτοκατακεχυμενοκιχλεπικοσσυφοφαττοπεριστεραλεκτρυονοπτοπιφαλλιδoκιγλοπελειoλαγωσιοραιoβαφητραγανοπτερυγών». Πρόκειται για λέξη από τις «Εκκλησιάζουσες» του Αριστοφάνη, με 172 γράμματα, που έχει επιλεγεί ως μικρό αστείο. Στην πράξη, βέβαια, σχεδόν κανείς δεν επιχειρεί να τη γράψει ολόκληρη και γράφει απλώς το όνομά του.
Φεύγοντας από τον χώρο, ο επισκέπτης βλέπει ότι πίσω από τη λέξη «γραφομηχανή» κρύβεται ένας ολόκληρος κόσμος παραλλαγών: μεγάλες επιτραπέζιες και μικρές φορητές, αθόρυβες γραφομηχανές και γραφομηχανές για τυφλούς, μηχανικές, ηλεκτρικές και ηλεκτρονικές, μηχανές με δείκτη, με διαφορετικές γραμματοσειρές ή σύμβολα, ακόμη και γραφομηχανές που έγραφαν νότες. Υπήρχαν επίσης μοντέλα για αρχιτέκτονες, λογιστές και τράπεζες, κρυπτογραφικές γραφομηχανές όπως η γερμανική Enigma, διατάξεις AZERTY, QWERTZ και DVORAK, αλλά και μηχανές φτιαγμένες ειδικά για κρατούμενους σε φυλακές. Κάθε μοντέλο αντιστοιχούσε σε μια διαφορετική ανάγκη. Κάθε πλήκτρο, σε ένα μικρό κομμάτι της ιστορίας της γραφής.
Για τον εμπνευστή του μουσείου, η γραφομηχανή έχει ξεπεράσει εδώ και χρόνια τη χρηστική της αξία. «Η γραφομηχανή είναι ένα μηχάνημα του παρελθόντος. Κανείς μας, παρά την αγάπη μας γι’ αυτές, δεν θα ήθελε να γυρίσει στις μελανοταινίες της, στις μουτζούρες από μελάνι, στα καρμπόν και στο διορθωτικό υγρό. Η δύναμή της ωστόσο και ο συμβολισμός της είναι απίστευτος. Συμβολίζει την ελεύθερη σκέψη και έκφραση σε ατομικό επίπεδο και όχι μόνον», λέει και προσθέτει: «Το Μουσείο μας θέλουμε να είναι ένας χώρος απόλυτης ελευθερίας, έκφρασης και πολιτισμού».
![]()
