Πληθωρισμός 5%: Η κοινωνική κρίση δεν είναι ενδεχόμενο, αλλά πραγματικότητα

Πληθωρισμός 5%: Η κοινωνική κρίση δεν είναι ενδεχόμενο, αλλά πραγματικότητα

Με πληθωρισμό 5% τον Σεπτέμβριο, η κοινωνική κρίση δεν είναι ενδεχόμενο, αλλά πραγματικότητα στη χώρα μας. Ο εναρμονισμένος με τα ευρωπαϊκά πρότυπα δείκτης τιμών καταναλωτή έτρεχε με 5,1%, πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, που εκτιμάται ότι τον Σεπτέμβριο θα είναι 3,8%, αλλά και πολύ πάνω από την εκτίμηση της κυβέρνησης στο προσχέδιο του προϋπολογισμού πέρσι, που προέβλεπε μέσο πληθωρισμό 2,2% για το 2026, όπως και από την εκτίμηση του φετινού προσχεδίου, που μιλούσε για πληθωρισμό 3,8%.

Η ίδια η ανάλυση του πώς διαμορφώνεται, σε ετήσια βάση, ο πληθωρισμός δείχνει και τον πυρήνα του προβλήματος. Σε ετήσια βάση, η ομάδα Στέγαση, που περιλαμβάνει ενοίκια κατοικιών, επισκευή και συντήρηση κατοικίας, διάφορες υπηρεσίες που σχετίζονται με το σπίτι, ηλεκτρισμό, φυσικό αέριο, πετρέλαιο θέρμανσης και στερεά καύσιμα, είχε αύξηση 14,7%, ενώ 11,3% ήταν η αύξηση στην ομάδα Μεταφορές, με πετρέλαιο κίνησης, καύσιμα αυτοκινήτου (βενζίνη), συντήρηση και επισκευή εξοπλισμού προσωπικής μεταφοράς, άλλες υπηρεσίες σχετικές με την προσωπική μεταφορά και εισιτήρια μεταφοράς επιβατών με αεροπλάνο.

Αν πάμε στα πιο συγκεκριμένα στοιχεία, το φυσικό αέριο αυξήθηκε μέσα σε έναν χρόνο 55,2%, το πετρέλαιο θέρμανσης 53,2%, το πετρέλαιο κίνησης 38,8%, η βενζίνη 22,5% και το ηλεκτρικό ρεύμα 15%. Στις αυξήσεις περιλαμβάνονται επίσης 12,3% στο μοσχάρι, 9,7% στο αρνί, 22% στα αεροπορικά εισιτήρια και 29,8% στα ξενοδοχεία-μοτέλ-πανδοχεία.

Στον πυρήνα του προβλήματος βρίσκεται αυτή τη στιγμή η μεγάλη αύξηση στο ενεργειακό κόστος, με αφετηρία γεωπολιτικές εξελίξεις. Μια τέτοια αύξηση δεν μένει όμως εκεί, αφού μετακυλίεται και στις τιμές των προϊόντων που παράγονται και μεταφέρονται, ενισχύοντας τις πληθωριστικές τάσεις, την ώρα που δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι σύντομα θα επιλυθούν οι γεωπολιτικοί λόγοι που αυξάνουν τις τιμές της ενέργειας, ιδίως στην Ευρώπη.

Επιπλέον, η παγκόσμια ανοδική τάση στις αποδόσεις των ομολόγων, που σε μεγάλο βαθμό προεξοφλεί σταθερά υψηλότερο πληθωρισμό, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θα μετατραπεί και σε άνοδο των επιτοκίων και άρα σε αύξηση του κόστους δανεισμού για τις επιχειρήσεις, κάτι που με τη σειρά του ως ένα βαθμό θα περάσει και στους καταναλωτές.

Όμως, όταν μιλάμε για αύξηση του πληθωρισμού δεν βλέπουμε απλώς μια στατιστική παράμετρο. Αυτή τη στιγμή ο αυξημένος πληθωρισμός κάνει τους ανθρώπους φτωχότερους, μειώνει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και επιδεινώνει το πρόβλημα που περιγράφουμε όταν λέμε ότι ο μισθός τελειώνει πριν τελειώσει ο μήνας.

Ακόμη χειρότερα, οι πολύ μεγάλες αυξήσεις που τροφοδοτούν τον πληθωρισμό δεν είναι τόσο στα καταναλωτικά αγαθά, όσο στο κόστος στέγασης.

Αυτό σημαίνει ότι το πρόβλημα αυτή τη στιγμή δεν είναι πως οι πολίτες θα περιορίσουν κάποιες αγορές ή θα βγουν λιγότερο για διασκέδαση, αλλά ότι θα βρεθούν να μην μπορούν να πληρώσουν το αυξημένο ενοίκιο που θα τους ζητηθεί ή θα αποφασίζουν να μην κάνουν χρήση κεντρικής θέρμανσης τον χειμώνα γιατί δεν έχουν να πληρώσουν.

Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση απλώς παρακολουθεί τις εξελίξεις, ανακοινώνοντας ημίμετρα που δεν αποδίδουν. Ο λόγος είναι, όπως έχει ειπωθεί, ότι αρνείται πεισματικά να πάρει μέτρα που πραγματικά θα αποδίδουν, όπως η προσωρινή μείωση των ειδικών φόρων κατανάλωσης και ευρύτερα των έμμεσων φόρων, αλλά και μέτρα που θα έβαζαν πλαφόν στο ποσοστό κέρδους των διυλιστηρίων ώστε να συγκρατηθούν αποφασιστικά οι τιμές της ενέργειας. Και βέβαια, δεν περνά από το μυαλό των κυβερνητικών υπευθύνων ότι με τον πληθωρισμό τόσο ψηλά απαιτείται και ακόμη μεγαλύτερη ενίσχυση των εισοδημάτων των εργαζομένων, μέσα από την αύξηση του κατώτατου μισθού και των μισθών στο δημόσιο.

Αυτές είναι κινήσεις που δεν θα προκαλούσαν δημοσιονομικό εκτροχιασμό και θα ανακούφιζαν πραγματικά την κοινωνία, αποτρέποντας το ενδεχόμενο να οξυνθεί η κοινωνική κρίση. Όμως, είναι έξω από τον πολιτικό ορίζοντα μιας κυβέρνησης που ως επιτεύγματα διαφημίζει τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, δηλαδή τη λιτότητα, και το ότι είναι η πιο φιλική προς την κερδοφορία, ενίοτε και την κερδοσκοπία, συγκεκριμένων κλάδων, θεωρώντας ότι όλα μπορούν να λυθούν με συμφωνίες κυρίων, επειδή είναι έξω από τη λογική της η αποφασιστική παρέμβαση του κράτους στο όνομα ενός ευρύτερου κοινωνικού συμφέροντος.

Όλα αυτά σημαίνουν ότι αυτή τη στιγμή η κοινωνία καλείται να αντιμετωπίσει χωρίς κανένα μηχανισμό προστασίας μια παρατεταμένη κρίση κόστους ζωής και, σε περιοχές όπως η Αθήνα, μια στεγαστική κρίση. Και όσο προχωράμε προς τον χειμώνα και αυξάνονται οι ανάγκες για θέρμανση και κατανάλωση ενέργειας, τα πράγματα θα γίνονται χειρότερα.

Αν κανείς θέλει να δει γιατί μπορούν να ξεσπάσουν κοινωνικές εκρήξεις στη χώρα μας, ας κοιτάξει ακριβώς την εξέλιξη του κόστους ζωής. Όχι γιατί δεν υπάρχουν πολλοί άλλοι λόγοι που μπορούν να λειτουργήσουν ως καταλύτες για έντονες αντιδράσεις και διεκδικήσεις, αρκεί να σκεφτούμε τα προβλήματα με το εκπαιδευτικό σύστημα ή το σύστημα υγείας, αλλά γιατί η κρίση κόστους ζωής είναι αυτή που ενοποιεί πολύ ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, επειδή διαμορφώνει μια συνολικότερη πάγια συνθήκη οικονομικής ανασφάλειας.

Η κυβέρνηση ελπίζει ότι για άλλη μια φορά θα πείσει την κοινωνία πως όλα αυτά είναι αναπόφευκτα, ότι η ίδια έκανε ό,τι μπορούσε, αλλά απέναντι σε μια παγκόσμια εξέλιξη δεν υπήρχαν πολλά που θα απέτρεπαν την αύξηση του πληθωρισμού, και θα προσπαθήσει να περάσει την εικόνα ότι, αν δεν ήταν αυτή, τα πράγματα θα ήταν πολύ χειρότερα και θα ζούσαμε ένα νέο 2015.

Όμως, η αλήθεια βρίσκεται στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση από την κυβερνητική ρητορική. Τα πράγματα είναι σήμερα χειρότερα —και θα γίνουν ακόμη χειρότερα— ακριβώς επειδή αυτή η κυβέρνηση βρίσκεται στην εξουσία και εφαρμόζει μια πολύ συγκεκριμένη οικονομική πολιτική που δεν βάζει την κοινωνική συνοχή ως πρώτη προτεραιότητα. Δικό της έργο, και αποτέλεσμα των δικών της προτεραιοτήτων όλα τα προηγούμενα χρόνια και της δικής της αντίληψης ότι τα κέρδη είναι πάνω από τις κοινωνικές ανάγκες, είναι η σημερινή κατάσταση και όχι ένα αναπόφευκτο γεγονός εξαιτίας απρόβλεπτων εξελίξεων.

Πράγμα που σημαίνει —και πάλι σε πείσμα της κυβερνητικής ρητορικής— ότι μπορούν να υπάρξουν και εναλλακτικές πολιτικές απέναντι στην ακρίβεια. Ότι υπάρχουν μέτρα και πρωτοβουλίες που μπορούν να μειώσουν το κοινωνικό κόστος. Ότι δεν είναι νομοτελειακό να πληρώσει η κοινωνία το κόστος. Και αυτές τις εναλλακτικές θα αναζητήσουν και οι πολίτες στις εκλογές που έρχονται και όχι τη σταθερότητα σε μια πορεία κοινωνικής καταστροφής.

Loading

Play