Με 16 νέες παρεμβάσεις αλλάζει το πλαίσιο για το ιδιωτικό χρέος και τη λειτουργία των servicers, με οκτώ μέτρα υπέρ των οφειλετών και οκτώ που ενισχύουν τη διαφάνεια, την εποπτεία και τη λογοδοσία των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων. Ιδιωτικό χρέος και servicers μπαίνουν σε νέο καθεστώς με σαφείς προθεσμίες, όρια και κυρώσεις.
Όπως αναφέρει ανακοίνωση του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, για πρώτη φορά θεσπίζονται συγκεκριμένες προθεσμίες, όρια και άμεσες συνέπειες όταν παραβιάζονται τα δικαιώματα των οφειλετών. Στις διμερείς ρυθμίσεις ο πιστωτής οφείλει να απαντά μέσα σε τρεις μήνες, η διαδικασία ολοκληρώνεται το αργότερο σε έξι μήνες και η προκαταβολή δεν μπορεί να υπερβαίνει το 15% της οφειλής, όταν μέχρι σήμερα μπορούσε να φτάσει ακόμη και το 50%.
Ενισχύεται σημαντικά και η προστασία του συνεπούς οφειλέτη. Όσο τηρεί ενεργή ρύθμιση, δεν μπορούν να λαμβάνονται εις βάρος του μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης. Αν υπάρξει παραβίαση, η πράξη είναι αυτοδικαίως άκυρη, ο οφειλέτης πιστώνεται με πέντε μηνιαίες δόσεις, η ρύθμιση παρατείνεται κατά πέντε μήνες χωρίς επιβάρυνση και προβλέπονται πρόστιμα από 50.000 έως 500.000 ευρώ.
Παράλληλα, τρεις μήνες πριν από τον πλειστηριασμό ο πιστωτής υποχρεούται να καταθέτει κατάλληλη, βιώσιμη και τεκμηριωμένη πρόταση ρύθμισης. Ο οφειλέτης αποκτά δικαίωμα σε πλήρη εικόνα του χρέους του και, αν τα στοιχεία δεν δοθούν μέσα σε 45 ημέρες, αναστέλλεται η τοκοφορία. Ταυτόχρονα, για ληξιπρόθεσμες οφειλές σε τράπεζες και servicers ξεκαθαρίζεται ότι ισχύουν τα ανώτατα όρια οφειλών των νόμων του 2000 και του 2004, θέτοντας φρένο στη διόγκωση της οφειλής χωρίς τους περιορισμούς που ίσχυαν έως σήμερα.
Στην άλλη πλευρά, οι servicers μπαίνουν σε αυστηρότερο πλαίσιο διαφάνειας, ελέγχου και λογοδοσίας. Υποχρεώνονται σε μεγαλύτερη δημοσιοποίηση στοιχείων για τη λειτουργία και τα αποτελέσματά τους, υποβάλλουν ετήσια σχέδια στρατηγικής στην Τράπεζα της Ελλάδος, θεσπίζονται ανεξάρτητοι έλεγχοι για τιτλοποιήσεις που συνδέονται με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου και ενισχύονται, ενώ δημοσιοποιούνται, οι κυρώσεις που τους επιβάλλονται.
Οκτώ νέες παρεμβάσεις για τους οφειλέτες περιγράφονται αναλυτικά στο πρώτο σκέλος του πακέτου, με αλλαγές στη ρύθμιση, στα δικαιώματα ενημέρωσης και στην προστασία όσων είναι συνεπείς στις υποχρεώσεις τους.
Θεσπίζεται νέα, αυτοτελής και τυποποιημένη διαδικασία διμερούς ρύθμισης, η οποία αντικαθιστά τον Κώδικα Δεοντολογίας. Για πρώτη φορά η διαδικασία αποκτά συγκεκριμένα στάδια και δεσμευτικές προθεσμίες.
Ο οφειλέτης υποβάλλει την αίτηση και τον πλήρη φάκελό του και ο δανειστής υποχρεώνεται μέσα σε τρεις μήνες είτε να καταθέσει πρόταση βιώσιμης ρύθμισης είτε να εξηγήσει εγγράφως και τεκμηριωμένα γιατί την απορρίπτει.
Ο οφειλέτης έχει έναν μήνα για να απαντήσει και ολόκληρη η διαδικασία πρέπει να έχει ολοκληρωθεί το αργότερο σε έξι μήνες.
Με αυτόν τον τρόπο μπαίνει τέλος σε μια διαδικασία που μπορούσε να μένει ανοιχτή για μεγάλο διάστημα χωρίς σαφή κατάληξη.
Ενισχύεται ουσιαστικά η ήδη υφιστάμενη υποχρέωση του πιστωτή να υποβάλλει πρόταση ρύθμισης τουλάχιστον τρεις μήνες πριν από τον πλειστηριασμό.
Πλέον δεν αρκεί μια τυπική πρόταση. Πρέπει να είναι κατάλληλη, βιώσιμη και τεκμηριωμένη, με βάση την πραγματική δυνατότητα αποπληρωμής, το εισόδημα και την περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη. Η πρόταση θα περιλαμβάνει συγκεκριμένα, τυποποιημένα στοιχεία, ώστε ο πολίτης να γνωρίζει με σαφήνεια τι του προτείνεται, με ποια δεδομένα και γιατί.
Αλλάζει συνολικά ο τρόπος με τον οποίο διεξάγεται η διμερής διαπραγμάτευση. Κάθε πρόταση ρύθμισης θα πρέπει να είναι έγγραφη, κατάλληλη, βιώσιμη και πλήρως τεκμηριωμένη, με σαφή αναφορά στα εισοδήματα και στη συνολική περιουσία του οφειλέτη. Όπου υπάρχουν δύο εφικτές εναλλακτικές λύσεις, θα κατατίθενται και οι δύο στον οφειλέτη, ώστε να έχει πραγματική δυνατότητα επιλογής.
Αν το αίτημα για ρύθμιση απορρίπτεται, ο πιστωτής δεν θα μπορεί να περιορίζεται σε μία αναιτιολόγητη άρνηση. Θα υποχρεώνεται να αιτιολογεί εγγράφως την απόφασή του.
Παράλληλα, θεσπίζεται δυνατότητα διαμεσολάβησης μέσω του Ελληνικού Χρηματοοικονομικού Μεσολαβητή.
Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος θα καθοριστούν οι ελάχιστες πληροφορίες που υποχρεωτικά θα περιλαμβάνονται στις προτάσεις, ώστε ο οφειλέτης να μπορεί να γνωρίζει ακριβώς πώς προέκυψε η προτεινόμενη ρύθμιση.
Μπαίνει για πρώτη φορά ανώτατο όριο 15% στην προκαταβολή που μπορεί να ζητήσει πιστωτής για να προχωρήσει σε απευθείας διμερή ρύθμιση. Μέχρι σήμερα το ύψος της προκαταβολής αποτελούσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης και σε αρκετές περιπτώσεις οι απαιτήσεις ξεπερνούσαν το 30%, φθάνοντας ακόμη και το 50% της οφειλής. Αυτό αλλάζει.
Όπως ήδη υπάρχει πλαφόν 10% στον Εξωδικαστικό Μηχανισμό, θεσπίζεται πλέον πλαφόν 15% και στις απευθείας διμερείς ρυθμίσεις.
Καθιερώνεται ένα σαφές δίχτυ προστασίας για τον πολίτη που έχει ρυθμίσει την οφειλή του και τηρεί τη συμφωνία.
Όσο ο οφειλέτης είναι συνεπής σε ενεργή ρύθμιση, δεν μπορεί να βρίσκεται αντιμέτωπος με καταγγελία της ρύθμισης, διαταγή πληρωμής, κατάσχεση ή συνέχιση πλειστηριασμού.
Η ίδια προστασία ισχύει όταν μια δόση δεν καταβλήθηκε επειδή ο πιστωτής ή ο servicer δεν χορήγησε εγκαίρως τα αναγκαία στοιχεία για την πληρωμή της.
Και για πρώτη φορά η παραβίαση αυτών των κανόνων έχει άμεσο και σημαντικό κόστος.
Η παράνομη πράξη είναι αυτοδικαίως άκυρη. Επιπλέον:
– πιστώνεται υπέρ του οφειλέτη ποσό ίσο με πέντε μηνιαίες δόσεις,
– η ρύθμιση παρατείνεται κατά πέντε μήνες χωρίς καμία πρόσθετη επιβάρυνση,
– αποκαθίστανται οι συνέπειες της παράνομης ενέργειας,
– επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο από 50.000 έως 500.000 ευρώ στον πιστωτή,
– σε περίπτωση επανάληψης ενεργοποιούνται αυξημένες εποπτικές συνέπειες.
Ο συνεπής οφειλέτης προστατεύεται και η παραβίαση της ρύθμισης δεν μένει χωρίς συνέπειες.
Κατοχυρώνεται ρητά το δικαίωμα κάθε οφειλέτη να λαμβάνει δωρεάν, πλήρη και αναλυτική εικόνα της οφειλής του. Θα μπορεί να ζητά τις συμβάσεις και τις τροποποιήσεις τους, ολόκληρο το ιστορικό των καταβολών, τον τρόπο υπολογισμού του επιτοκίου, καθώς και αναλυτική αποτύπωση κεφαλαίου, τόκων, προμηθειών και κάθε άλλης επιβάρυνσης.
Τα στοιχεία θα πρέπει να παρέχονται μέσα σε 45 ημέρες, εφόσον δεν είναι ήδη πλήρως διαθέσιμα στο σύστημα προσωποποιημένης πληροφόρησης.
Και η προθεσμία αυτή έχει ουσιαστική συνέπεια: αν ο πιστωτής δεν δώσει εγκαίρως τα στοιχεία, αναστέλλεται η τοκοφορία της οφειλής μέχρι να τα χορηγήσει πλήρως.
Επανέρχεται, χωρίς προθεσμία υποβολής αίτησης, η προστατευτική ρύθμιση του άρθρου 39 του ν. 3259/2004.
Για δάνεια και πιστώσεις που βρίσκονται σε καθυστέρηση τουλάχιστον 90 ημερών, τίθεται σαφές ανώτατο όριο στη συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή. Τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης είναι υποχρεωμένες να αναπροσαρμόσουν αντίστοιχα τις απαιτήσεις τους.
Πρόκειται για σαφές όριο απέναντι στη διαρκή συσσώρευση τόκων και επιβαρύνσεων. Ένα χρέος δεν μπορεί να διογκώνεται επ’ αόριστον.
Επεκτείνονται τα δικαιώματα που ισχύουν για τα άτομα με αναπηρία και στους γονείς ή νόμιμους φροντιστές εξαρτώμενων τέκνων με πιστοποιημένο ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω.
Η παρέμβαση έρχεται σε συνέχεια της επιστολής της Ένωσης Σπανίων Ασθενών Ελλάδος της 11ης Σεπτεμβρίου 2026 και επεκτείνει, με τα ίδια κριτήρια, τον χαρακτηρισμό του ευάλωτου οφειλέτη στις συγκεκριμένες οικογένειες.
Αυστηρότερη εποπτεία για τους servicers προβλέπει το δεύτερο σκέλος του πακέτου, με μεγαλύτερη δημοσιοποίηση στοιχείων, ελέγχους και ενισχυμένες κυρώσεις για τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων.
Το δεύτερο σκέλος του πακέτου αφορά τη λειτουργία των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων.
Η βασική αλλαγή είναι ότι οι servicers θα υποχρεώνονται πλέον να δίνουν πολύ περισσότερα στοιχεία για το πώς λειτουργούν, τι διαχειρίζονται και ποια αποτελέσματα έχουν, ενώ ταυτόχρονα ενισχύονται οι έλεγχοι και οι κυρώσεις.
Οι servicers θα υποχρεούνται να δημοσιοποιούν σε ετήσια βάση στοιχεία για τα οικονομικά τους μεγέθη και την εταιρική τους διακυβέρνηση.
Θα δημοσιοποιούνται στοιχεία για τα χαρτοφυλάκια απαιτήσεων που βρίσκονται υπό διαχείριση και τα αποτελέσματα της διαχείρισής τους.
Έτσι θα υπάρχει σαφέστερη δημόσια εικόνα για το εύρος και την αποτελεσματικότητα της δραστηριότητάς τους.
Οι εταιρείες θα υποχρεούνται να δημοσιοποιούν στοιχεία σχετικά με τα παράπονα των δανειοληπτών και τον τρόπο με τον οποίο τα χειρίζονται.
Η εξυπηρέτηση του οφειλέτη παύει έτσι να βρίσκεται σε πεδίο χωρίς λογοδοσία.
Κάθε servicer θα υποβάλλει ετησίως στην Τράπεζα της Ελλάδος αναλυτικό σχέδιο στρατηγικής διαχείρισης απαιτήσεων. Το σχέδιο θα περιλαμβάνει προβλέψεις εισπράξεων, στρατηγική ανά κατηγορία απαίτησης, διαθέσιμους πόρους, κόστος, κινδύνους και συγκεκριμένους δείκτες απόδοσης.
Η εποπτεία, επομένως, δεν θα περιορίζεται μόνο στον εκ των υστέρων έλεγχο, αλλά θα επεκτείνεται και στον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζεται η διαχείριση των απαιτήσεων.
Σε όλες τις πωλήσεις απαιτήσεων στη δευτερογενή αγορά θα είναι υποχρεωτική η μεσολάβηση διαχειριστή πιστώσεων.
Ο servicer θα είναι έτσι υπόλογος για το σύνολο της διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης να συνεκτιμάται η αποτίμηση του δανείου κατά την αξιολόγηση των προσφορών που έχουν υποβληθεί.
Οι servicers που διαχειρίζονται τιτλοποιήσεις συνδεδεμένες με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου θα υπόκεινται σε ετήσιο ανεξάρτητο διαχειριστικό έλεγχο.
Ο έλεγχος θα καλύπτει, μεταξύ άλλων, τις αμοιβές και τα έξοδα των εμπλεκόμενων προσώπων και του ίδιου του διαχειριστή.
Περίληψη των πορισμάτων θα δημοσιοποιείται, ενώ η πλήρης έκθεση θα διαβιβάζεται στις αρμόδιες αρχές και στην Τράπεζα της Ελλάδος.
Όπου υπάρχει εγγύηση του Δημοσίου, ενισχύεται ο έλεγχος και η λογοδοσία.
Ενισχύεται το πλαίσιο επιβολής κυρώσεων από την Τράπεζα της Ελλάδος για παραβάσεις των νέων υποχρεώσεων.
Παράλληλα, προβλέπεται δημοσιοποίηση των κυρώσεων που επιβάλλονται.
Έτσι η κύρωση δεν θα έχει μόνο οικονομικό και εποπτικό αποτέλεσμα αλλά θα συνοδεύεται και από δημόσια λογοδοσία.
Αναγνωρίζεται ρητά η εποπτική αρμοδιότητα του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ως προς τα στοιχεία που υποχρεούνται να δημοσιεύουν οι servicers στην Ηλεκτρονική Πλατφόρμα Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων.
Πρόκειται ιδίως για πληροφορίες σχετικά με συναλλαγές μη εξυπηρετούμενων δανείων που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί ή πρόκειται να πραγματοποιηθούν.
![]()
