Στο 11% η βιολογική γεωργία στην ΕΕ, στο 17,2% η Ελλάδα – Τι δείχνουν τα στοιχεία

Στο 11% η βιολογική γεωργία στην ΕΕ, στο 17,2% η Ελλάδα – Τι δείχνουν τα στοιχεία

Η βιολογική γεωργία βρίσκεται στο επίκεντρο του ευρωπαϊκού στόχου για το 2030, με την ΕΕ να επιδιώκει να καλλιεργείται βιολογικά τουλάχιστον το 25% της γεωργικής γης της, μαζί με σημαντική αύξηση της βιολογικής υδατοκαλλιέργειας. Στις 23 Σεπτεμβρίου, την Ευρωπαϊκή Ημέρα Βιολογικής Παραγωγής, καταγράφεται κάθε χρόνο η πορεία προς αυτόν τον στόχο.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι βιολογικά καλλιεργούμενες εκτάσεις στην ΕΕ φτάνουν σήμερα περίπου τα 17 εκατομμύρια εκτάρια, δηλαδή γύρω στο 11% της συνολικής γεωργικής γης. Οι λιανικές πωλήσεις βιολογικών προϊόντων στην ΕΕ έχουν ξεπεράσει τα 45 δισ. ευρώ και έχουν υπερδιπλασιαστεί μέσα σε μία δεκαετία, παρά την προσωρινή επιβράδυνση που καταγράφηκε σε ορισμένες χώρες την περίοδο των έντονων πληθωριστικών πιέσεων.

Το ευρωπαϊκό Σχέδιο Δράσης για τη Βιολογική Παραγωγή στηρίζεται σε τρεις βασικούς άξονες: την ενίσχυση της ζήτησης και της εμπιστοσύνης των καταναλωτών, την αύξηση της παραγωγής και την ενδυνάμωση της αλυσίδας αξίας, καθώς και την ενίσχυση της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας της βιολογικής γεωργίας. Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στις τοπικές αλυσίδες παραγωγής και κατανάλωσης και στα σύντομα κανάλια διάθεσης, ώστε μεγαλύτερο μέρος της προστιθέμενης αξίας να παραμένει στον παραγωγό και στην τοπική οικονομία.

Η Ελλάδα πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο

Με βάση τα συγκρίσιμα στοιχεία του 2022, το 17,2% της ελληνικής χρησιμοποιούμενης γεωργικής έκτασης βρισκόταν υπό βιολογική διαχείριση, έναντι περίπου 11% στο σύνολο της ΕΕ. Με τα στοιχεία εκείνης της χρονιάς, η Ελλάδα βρέθηκε στην έκτη θέση μεταξύ των κρατών-μελών ως προς το μερίδιο της γεωργικής γης που καλλιεργείται με βιολογικές μεθόδους.

Όπως είπε στο Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο Γενικός Γραμματέας Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Σπύρος Πρωτοψάλτης, η βιολογική παραγωγή αποτελεί πλέον ένα σημαντικό τμήμα της ευρωπαϊκής και της ελληνικής αγροδιατροφής. Ο ίδιος ανέφερε ότι η Ελλάδα ξεκινά από μια ισχυρή βάση, με ποσοστό βιολογικής γεωργικής γης αισθητά υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, και πρόσθεσε πως το ζητούμενο είναι αυτή η παραγωγική βάση να συνδέεται ακόμη περισσότερο με την αγορά, με την προστιθέμενη αξία του προϊόντος και με το εισόδημα του παραγωγού, ενώ χρειάζεται και θωράκιση απέναντι σε αθέμιτες πρακτικές, ώστε να διασφαλιστεί η αξιοπιστία των προϊόντων.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η ανάπτυξη των βιολογικών δεν αφορά μόνο την αύξηση των εκτάσεων. Χρειάζεται εμπιστοσύνη του καταναλωτή, αποτελεσματικοί έλεγχοι, πιστοποίηση, ιχνηλασιμότητα και μια αλυσίδα που επιτρέπει στον παραγωγό να φτάνει στην αγορά με καλύτερους όρους. Παραγωγή και ζήτηση, όπως είπε, πρέπει να αναπτύσσονται μαζί.

Οι Αγορές Παραγωγών Βιολογικών Προϊόντων λειτουργούν και διαχειρίζονται μέσω των Αυτοδιαχειριζόμενων Φορέων Παραγωγών Βιολογικών Προϊόντων, οι οποίοι έχουν την ευθύνη για την εύρυθμη λειτουργία, την εποπτεία, τη διαχείριση και την προώθηση των αγορών. Πρόκειται για μοντέλο απευθείας διάθεσης, στο οποίο οι βιοκαλλιεργητές φέρνουν οι ίδιοι τα πιστοποιημένα προϊόντα τους στον καταναλωτή, χωρίς ενδιάμεσους κρίκους.

Στην Αττική, οι Αγορές Παραγωγών Βιολογικών Προϊόντων έχουν παρουσία σε 25 δήμους, με περισσότερα από 250 μέλη-βιοκαλλιεργητές από όλη την Ελλάδα.

Στην Περιφερειακή Ενότητα Θεσσαλονίκης λειτουργούν έξι Αγορές Παραγωγών Βιολογικών Προϊόντων — στην Πυλαία, τη Θέρμη, την Περαία, τη Βότση, τη Νεάπολη και το Στρατόπεδο Κόδρα — στις οποίες συμμετέχουν περίπου 80 παραγωγοί. Οι αγορές αυτές οργανώνονται από τους ίδιους τους επαγγελματίες βιοκαλλιεργητές και λειτουργούν στη Θεσσαλονίκη από τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Η πρώτη οργανωμένη αγορά βιολογικών προϊόντων στη Βόρεια Ελλάδα δημιουργήθηκε στην Καλαμαριά, ενώ η Ένωση Αγροτών Βιοκαλλιεργητών Βόρειας Ελλάδας συνέβαλε στη συνέχεια στην ανάπτυξη των αγορών σε Κόδρα, Νεάπολη, Περαία και Βότση.

Οι Αυτοδιαχειριζόμενοι Φορείς των ελληνικών Αγορών Παραγωγών Βιολογικών Προϊόντων βρίσκονται σε επαφή με φορείς από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων η Ιταλία, για ανταλλαγή τεχνογνωσίας και διερεύνηση της δυνατότητας ανάπτυξης αντίστοιχων αγορών.

«Οι Αγορές Παραγωγών Βιολογικών Προϊόντων είναι ένα πολύ ενδιαφέρον ελληνικό παράδειγμα του πώς μια βραχεία αλυσίδα μπορεί να λειτουργήσει στην πράξη», σημείωσε ο κ. Πρωτοψάλτης και πρόσθεσε ότι ο παραγωγός έρχεται απευθείας σε επαφή με τον καταναλωτή, το προϊόν αποκτά ταυτότητα και η τοπική παραγωγή αποκτά σταθερότερο κανάλι διάθεσης. «Το γεγονός ότι η ελληνική εμπειρία προσελκύει ενδιαφέρον και από άλλες ευρωπαϊκές χώρες δείχνει ότι μπορούμε όχι μόνο να υιοθετούμε καλές ευρωπαϊκές πρακτικές, αλλά και να συνεισφέρουμε με δικές μας», τόνισε.

Το Σχέδιο Δράσης της ΕΕ προβλέπει, μεταξύ άλλων, στήριξη της οργάνωσης της αλυσίδας τροφίμων, της τοπικής και μικρής κλίμακας μεταποίησης και των σύντομων αλυσίδων εμπορίας.

«Ο ευρωπαϊκός στόχος για το 2030 είναι φιλόδοξος και απαιτεί δουλειά σε όλη την αλυσίδα. Για την Ελλάδα το στοίχημα είναι να αξιοποιήσουμε τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα, να ενισχύσουμε την αξιοπιστία και την προστιθέμενη αξία της βιολογικής παραγωγής και να δημιουργήσουμε περισσότερες δυνατότητες ώστε ένα ποιοτικό ελληνικό προϊόν να βρίσκει τον δρόμο του προς τον καταναλωτή, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό», κατέληξε.

Θ. Παπακώστας

ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ

Loading

Play