Νέα Κοινή Αλιευτική Πολιτική: οι ελληνικές προτεραιότητες για χρηματοδότηση, στόλο και νέους αλιείς

Νέα Κοινή Αλιευτική Πολιτική: οι ελληνικές προτεραιότητες για χρηματοδότηση, στόλο και νέους αλιείς

Η Ελλάδα διαμορφώνει ισχυρή θέση για τη νέα Κοινή Αλιευτική Πολιτική (ΚΑλΠ), με βασικούς άξονες την επαρκή χρηματοδότηση, την ανανέωση του αλιευτικού στόλου, τη μείωση του ενεργειακού κόστους και την προσέλκυση νέων στο επάγγελμα. Την ίδια ώρα, επιδιώκει συμμαχίες, κυρίως με χώρες της Μεσογείου, ενόψει των ευρωπαϊκών διαπραγματεύσεων για την ΚΑλΠ και με σημαντικό μέρος της συζήτησης να αναμένεται στην Ελληνική Προεδρία της ΕΕ το δεύτερο εξάμηνο του 2027.

Αυτά τόνισε ο γενικός γραμματέας Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Σπύρος Πρωτοψάλτης, μιλώντας στη σημερινή εκδήλωση του ΥΠΑΑΤ με θέμα «Αναθεώρηση της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής – Προκλήσεις και Ευκαιρίες για την Ελλάδα», η οποία πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη.

Η Ελλάδα θα επιδιώξει συμμαχίες με χώρες της Μεσογείου που αντιμετωπίζουν κοινές προκλήσεις, ώστε να ενισχύσει τη διαπραγματευτική της θέση. Στόχος, όπως είπε ο κ. Πρωτοψάλτης, είναι μια ΚΑλΠ που θα συνδυάζει την προστασία των θαλάσσιων πόρων με την οικονομική βιωσιμότητα του κλάδου και την κοινωνική συνοχή των παράκτιων και νησιωτικών περιοχών.

Ο ίδιος αναφέρθηκε και στην αξιολόγηση της ισχύουσας ΚΑλΠ, ο κανονισμός της οποίας χρονολογείται από το 2013. Η επίσημη αξιολόγηση ξεκίνησε το 2024 και ολοκληρώθηκε στις 30/4 2026, καταγράφοντας πρόοδο αλλά και σημαντικά περιθώρια βελτίωσης.

Στα βασικά προβλήματα περιλαμβάνονται η χαμηλή οικονομική απόδοση του κλάδου, η αύξηση του κόστους παραγωγής με κυριότερο το ενεργειακό, η γήρανση του στόλου και του ανθρώπινου δυναμικού και η δυσκολία προσέλκυσης νέων. Παράλληλα, καταγράφονται διαφορετικές πρακτικές ελέγχου στα κράτη-μέλη και αθέμιτος ανταγωνισμός από τρίτες χώρες.

Στις ελληνικές προτεραιότητες περιλαμβάνονται η προστασία των αλιευτικών αποθεμάτων, η ανανέωση του στόλου, η βελτίωση της ασφάλειας και των συνθηκών εργασίας, η ενεργειακή μετάβαση και η απλούστευση των κανόνων. Έμφαση δίνεται επίσης στην προσαρμογή της πολιτικής στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και στην εκπαίδευση των αλιέων σε νέες τεχνολογίες και δεξιότητες, ακόμη και στην τεχνητή νοημοσύνη.

Για την υδατοκαλλιέργεια, υπογράμμισε τη δυναμική του κλάδου, με κύκλο εργασιών άνω του 1 δισ. ευρώ και περίπου 80% εξαγωγές. Παράλληλα, έθεσε την ανάγκη ενίσχυσης των παραγωγικών οργανώσεων, αντιμετώπισης των ζημιών από ξενικά είδη, όπως ο λαγοκέφαλος και το λεοντόψαρο, και επίλυσης των προβλημάτων της υποχρέωσης εκφόρτωσης. Ανακοίνωσε, επίσης, τη δημιουργία ειδικού καναλιού επικοινωνίας με τον αλιευτικό κλάδο μέσω της Γενικής Διεύθυνσης Αλιείας.

Στα 4 δισ. ευρώ αναμένεται να ανέβει η νέα ελάχιστη χρηματοδότηση για βασικές δράσεις της ΚΑλΠ. Αυτό ανέφερε η αναπληρώτρια προϊσταμένη Αλιευτικής Πολιτικής και Αξιοποίησης Προϊόντων Αλιευτικής Παραγωγής του ΥΠΑΑΤ, Μαρία Τσουβάλα, διευκρινίζοντας ότι το ποσό, από 2 δισ. ευρώ που προβλεπόταν αρχικά, περιλαμβάνεται στις τελευταίες συμβιβαστικές προτάσεις για το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028-2034. Το αντίστοιχο χρηματοδοτικό πλαίσιο για την περίοδο 2021-2027 ανέρχεται σε περίπου 6,1 δισ. ευρώ. Οι βασικές προτεραιότητες αφορούν τη συλλογή αλιευτικών δεδομένων, τον έλεγχο και την παρακολούθηση των αλιευτικών δραστηριοτήτων.

Παρουσιάζοντας τα συμπεράσματα της αξιολόγησης της ΚΑλΠ για την περίοδο 2014-2025, σημείωσε ότι το ποσοστό των βιώσιμων αλιευτικών αποθεμάτων αυξήθηκε από 50% το 2014 σε 63% το 2022. Ωστόσο, παραμένουν ζητήματα όπως το υψηλό ενεργειακό κόστος, η γήρανση του στόλου και των αλιέων, η περιορισμένη ανάπτυξη της υδατοκαλλιέργειας και το πολύπλοκο κανονιστικό πλαίσιο.

Στις ελληνικές προτεραιότητες έθεσε την απλούστευση των κανόνων, την ισορροπία μεταξύ περιβαλλοντικών, κοινωνικών και οικονομικών στόχων, την προστασία της παράκτιας αλιείας μικρής κλίμακας και τον εκσυγχρονισμό του στόλου. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη διασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού με τρίτες χώρες, τόσο στις αγορές όσο και στη θάλασσα.

Επισήμανε ότι η Ελλάδα διαθέτει συνεχή χρονοσειρά στη συλλογή αλιευτικών δεδομένων από το 2018. Το 2024 ήταν η πρώτη χώρα στην ΕΕ που ολοκλήρωσε επιτυχώς τη σχετική διαδικασία, ενώ το 2025 κατατάχθηκε δεύτερη, μετά τη Γερμανία.

Από το 2028 αλλάζει η αρχιτεκτονική χρηματοδότησης της αλιείας, με την κατάργηση του ξεχωριστού ευρωπαϊκού ταμείου και τη μετάβαση σε ενιαίο χρηματοδοτικό πλαίσιο, όπως ανέφερε η προϊσταμένη της Ειδικής Υπηρεσίας Διαχείρισης του Προγράμματος «Αλιεία, Υδατοκαλλιέργεια & Θάλασσα» του ΥΠΑΑΤ, Ευθυμία Γιόκαλα.

Σύμφωνα με την ίδια, οι προτάσεις της ΕΕ για την περίοδο 2028-2034 βρίσκονται υπό διαπραγμάτευση. Κάθε κράτος-μέλος θα καταρτίζει εθνικό και περιφερειακό σχέδιο, στο οποίο θα εντάσσεται και η χρηματοδότηση της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας.

Για τις δράσεις που συνδέονται υποχρεωτικά με την ΚΑλΠ, η ΕΕ προτείνει ελάχιστη χρηματοδότηση 2 δισ. ευρώ, ποσό που βρίσκεται υπό συζήτηση. Η νέα δομή προσφέρει μεγαλύτερη ευελιξία και απλούστευση, δημιουργεί όμως ανταγωνισμό μεταξύ διαφορετικών πολιτικών τομέων για τους ίδιους πόρους.

Αναφερόμενη στο υφιστάμενο πρόγραμμα «Αλιεία, Υδατοκαλλιέργεια & Θάλασσα», η κ. Γιόκαλα ανέφερε ότι διαθέτει περίπου 520 εκατ. ευρώ δημόσιας δαπάνης. Έχουν ήδη ενταχθεί περισσότερες από 9.500 πράξεις, ενώ οι πληρωμές προς δικαιούχους πλησιάζουν τα 100 εκατ. ευρώ.

Στην αλιεία περιλαμβάνονται δράσεις για τα αλιευτικά δεδομένα, τον έλεγχο και την παρακολούθηση των δραστηριοτήτων, τις υποδομές, τους τόπους εκφόρτωσης και τις ιχθυόσκαλες. Μεταξύ άλλων, βρίσκεται σε εξέλιξη πρόσκληση 16 εκατ. ευρώ για τον εκσυγχρονισμό των αλιευτικών σκαφών, ενώ χρηματοδοτούνται δράσεις για ζημιές σε δίχτυα από θαλάσσια θηλαστικά, την υδατοκαλλιέργεια, τη μεταποίηση και την τοπική ανάπτυξη.

Η κ. Γιόκαλα υπογράμμισε ότι τα διαθέσιμα κονδύλια έχουν αξιοποιηθεί, σημειώνοντας ωστόσο ότι θα μπορούσαν να έχουν γίνει περισσότερα με περισσότερους πόρους και, κυρίως, με λιγότερους περιορισμούς στην επιλεξιμότητα των δαπανών και λιγότερους όρους που τίθενται σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Loading

Play