Ο Μάξιμος Χαρακόπουλος προειδοποίησε στη Βουλή ότι θα είναι κρίμα να χαθεί η ευκαιρία της συνταγματικής αναθεώρησης και να μην εναρμονιστεί το Σύνταγμα με τις ανάγκες της εποχής, αποδίδοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στη συναίνεση. Ο γενικός γραμματέας της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας μίλησε για τη διαδικασία της Αναθεώρησης του Συντάγματος, με επίκεντρο τη στάση των κομμάτων μέχρι την ψηφοφορία της Δευτέρας.
«Δεν είναι μία συνήθης κοινοβουλευτική διαδικασία η Αναθεώρηση του Συντάγματος», σημείωσε. Όπως είπε, για να ολοκληρωθεί επιτυχώς χρειάζονται δύο Βουλές, μία προτείνουσα και μία Αναθεωρητική, εκλογές που μεσολαβούν και αυξημένη πλειοψηφία 3/5, είτε στην πρώτη είτε στη δεύτερη. Τόνισε ότι η διαδικασία απαιτεί από την αρχή συναινέσεις, καθώς «δεν μπορεί ένα μόνο κόμμα να ολοκληρώσει την αναθεώρηση», προσθέτοντας πως διαφορετικά ο Καταστατικός Χάρτης της χώρας θα γινόταν «άθυρμα στα χέρια της εκάστοτε κυβερνητικής πλειοψηφίας». Εξέφρασε την ευχή η αξιωματική αντιπολίτευση να επιδείξει στάση ευθύνης και να υπερψηφίσει τα άρθρα για τα οποία, όπως είπε, και το ΠΑΣΟΚ έχει τοποθετηθεί θετικά, επισημαίνοντας ότι θα ήταν λάθος να επιμείνει στη θέση να μην ψηφίσει τα άρθρα στην παρούσα Βουλή και να επιφυλαχθεί για τη νέα Βουλή μετά τις εκλογές. Παρέπεμψε επίσης στον κίνδυνο που είχε επισημάνει η Ντόρα Μπακογιάννη, ότι η επόμενη Βουλή μπορεί να είναι πιο κατακερματισμένη, με περισσότερες ακραίες φωνές, και να μην συγκεντρώνει την αναγκαία πλειοψηφία των 180 ψήφων που υπάρχει τώρα.
Αναφερόμενος στο Σύνταγμα του 1975, υπογράμμισε ότι με τις αναθεωρήσεις του επέδειξε για μισό αιώνα ανθεκτικότητα, καθώς ανταποκρίθηκε σε σοβαρές κρίσεις και λειτούργησε ως εγγυητής της ομαλής δημοκρατικής λειτουργίας. Παρατήρησε ότι και σήμερα ο πυρήνας του παραμένει αλώβητος, με το πνεύμα των εμπνευστών του να διατηρείται, όμως στο μεταξύ έχουν αλλάξει πολλά στην κοινωνία και το εθνικό Σύνταγμα πρέπει να συμβιώνει με το ενωσιακό και διεθνές δίκαιο. Εστίασε κυρίως στην υποχώρηση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους θεσμούς, φαινόμενο που, όπως είπε, δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, αλλά εντάθηκε μετά τη δημοσιονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας, η οποία οδήγησε τη χώρα στη χρεοκοπία και στα πρόθυρα της απώλειας του σημαντικότερου μεταπολεμικού επιτεύγματος, της συμμετοχής στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το χάσμα ανάμεσα σε πολίτες και θεσμούς βρίσκεται στα όρια συναγερμού, ανέφερε στη συνέχεια, σημειώνοντας ότι η Αναθεώρηση του Συντάγματος πρέπει να απαντήσει σε αυτό το πρόβλημα της δημοκρατίας, χωρίς υποχώρηση σε προτάσεις εύπεπτου λαϊκισμού. Πρόσθεσε ότι χρειάζεται αποκατάσταση των σχέσεων πολιτών και θεσμών, ώστε η χώρα να προχωρήσει με εμπιστοσύνη σε ένα μέλλον που, όπως είπε, οι διεθνείς εξελίξεις έχουν περιβάλει με αβεβαιότητα.
Στη συνέχεια έθεσε στο επίκεντρο συγκεκριμένες προτεινόμενες ρυθμίσεις.
Για το άρθρο 5 ανέφερε ότι ένα σύγχρονο συνταγματικό κείμενο δεν μπορεί να αγνοεί διατάξεις που θα ορίζουν συγκεκριμένο πλαίσιο λειτουργίας της τεχνητής νοημοσύνης. Εξήγησε ότι οι δυνατότητες της τεχνολογίας, που εξελίσσεται με ασύλληπτες ταχύτητες, είναι ταυτόχρονα ευλογία για την ανθρωπότητα, επειδή βελτιώνουν διαρκώς το βιοτικό της επίπεδο, αλλά ενέχουν και σαφείς κινδύνους. Αναφέρθηκε σε απειλές που ήδη αντιμετωπίζει η παγκόσμια κοινότητα από αυτή την «επαναστατική επινόηση», με το ψεύδος να νοθεύει την αλήθεια, την παραπλάνηση να γίνεται ρουτίνα και ευαίσθητες κρατικές και ιδιωτικές υποδομές να υπονομεύονται από αόρατα κέντρα. Κατά τον ίδιο, η απάντηση σε αυτό το νέο περιβάλλον πρέπει να κατοχυρωθεί στο ανώτατο νομικό επίπεδο, δηλαδή στο ίδιο το Σύνταγμα.
Στα άρθρα 14 και 15 στάθηκε, όπως είπε, κυρίως στην προστασία του λειτουργήματος του δημοσιογράφου. Επισήμανε ότι η ελευθερία του Τύπου, σε μια εποχή επικίνδυνης συγκέντρωσης των μέσων ενημέρωσης σε μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, είναι κρίσιμο ζήτημα δημοκρατίας και ότι η ανεξάρτητη δημοσιογραφία πρέπει να υπερασπιστεί με ισχυρά θεσμικά «τείχη».
Για το άρθρο 16 σημείωσε ότι έχει υψηλή σημειολογική αλλά και ουσιαστική αξία. Υποστήριξε πως η προστασία της ελληνικής γλώσσας, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, της λεξιπενίας και των greeklish, είναι ζωτική ανάγκη για την επιβίωση του έθνους. Θύμισε ότι η ελληνική γλώσσα, με ιστορική διαδρομή άνω των τριών χιλιάδων ετών, είναι η γλώσσα των ομηρικών επών, του Αριστοτέλη, των Ευαγγελίων, των Πατέρων της Εκκλησίας, των δημοτικών τραγουδιών, του Σολωμού, του Σεφέρη και του Ελύτη, και φορέας ενός οικουμενικού πολιτισμού. Είπε ακόμη ότι η ευθύνη είναι οικουμενική και ότι η γλωσσική συρρίκνωση είναι εξίσου σοβαρή απειλή με τη δημογραφική απίσχναση. Στο ίδιο άρθρο παρέπεμψε και στο σύμβολο της ελληνικής σημαίας, για το οποίο ζήτησε τον δέοντα σεβασμό, τιμώντας όσους θυσίασαν τη ζωή τους για την ελευθερία της πατρίδας, και υπογράμμισε πως τα αίσχη της καύσης της σημαίας δεν πρέπει να επαναληφθούν.
Αναφερόμενος επίσης στην ανώτατη εκπαίδευση, μίλησε για μια συζήτηση δεκαετιών που, όπως είπε, υπονομεύτηκε από την εμμονική στάση κομμάτων της αντιπολίτευσης, την ώρα που η ιδιωτική ανώτατη εκπαίδευση εδραιώθηκε διεθνώς, ακόμη και σε ανελεύθερα καθεστώτα, με οικονομικά και εκπαιδευτικά οφέλη. Αντίθετα, στην Ελλάδα, σημείωσε ότι όχι μόνο δεν καταφέραμε να προσελκύσουμε αλλοδαπούς φοιτητές, αλλά συνεχίσαμε να στέλνουμε Ελληνόπουλα στο εξωτερικό, κάτι που επιβάρυνε οικονομικά τους γονείς τους και διευκόλυνε τη μόνιμη εγκατάστασή τους εκτός Ελλάδος.
Για τη στάση της Νέας Δημοκρατίας είπε ότι το κόμμα έχει ήδη νομοθετήσει την ίδρυση μη κερδοσκοπικών, μη κρατικών πανεπιστημίων ως παραρτήματα ξένων πανεπιστημίων και πως τώρα είναι η ευκαιρία να ξεκαθαρίσει το τοπίο, επιτρέποντας σαφώς τη δημιουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων. Πρόσθεσε ότι στις προτεινόμενες διατάξεις πρέπει να περιληφθούν ασφαλιστικές δικλείδες, ώστε να αποτραπεί η αυθαιρεσία στο πρόγραμμα σπουδών αλλά και σε λειτουργίες που θα μπορούσαν να πλήξουν την εθνική ταυτότητα, την κοινωνική σταθερότητα και τα κρατικά συμφέροντα.
Ο κ. Χαρακόπουλος αναφέρθηκε και στα άρθρα 24, 41 και 86. Για το άρθρο 24 μίλησε για την κλιματική αλλαγή και την αποτελεσματική διαχείριση των υδάτινων πόρων, που, όπως είπε, βιώνονται με ένταση τα τελευταία χρόνια. Επικαλέστηκε ιδιαίτερα την πατρίδα του, τη Θεσσαλία, η οποία έχει δοκιμαστεί επανειλημμένως και πολλαπλώς, και τόνισε ότι η διαχείριση των υδάτινων πόρων είναι κομβική για την πρωτογενή παραγωγή, με τα ζητήματα αυτά να είναι υπαρξιακά για το παρόν και το μέλλον των σύγχρονων κοινωνιών.
Για το άρθρο 41 και την ομαλή λειτουργία του πολιτεύματος είπε ότι εύλογα τίθεται το ζήτημα των βουλευτικών εκλογών στα προβλεπόμενα από το Σύνταγμα διαστήματα. Υποστήριξε πως οι συχνές εκλογικές αναμετρήσεις αναστατώνουν την πολιτική, κοινωνική και οικονομική δραστηριότητα, ενώ η ολοκλήρωση των κοινοβουλευτικών θητειών δημιουργεί συνθήκες εμπιστοσύνης και σταθερότητας. Για τον λόγο αυτό, είπε, είναι φρόνιμο να καταργηθεί η δυνατότητα διάλυσης της Βουλής με επίκληση εθνικού θέματος από την κυβέρνηση.
Για το άρθρο 86 περί ευθύνης υπουργών ανέφερε ότι, παρά την πρόθεση του νομοθέτη να προστατεύσει τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου από εσκεμμένες προσπάθειες υπονόμευσης που θα ματαίωναν το έργο τους, η προβλεπόμενη διαδικασία δεν πείθει για το αδιάβλητό της, γι’ αυτό και η αναθεώρησή του είναι αναγκαία.
Παράλληλα, χαρακτήρισε κομβικής σημασίας τα άρθρα που αφορούν τη δικαιοσύνη και τη διαδικασία εκλογής της ηγεσίας της. Είπε ότι οι επιθέσεις που έχει δεχθεί η τρίτη εξουσία από πολλές πλευρές τα τελευταία χρόνια έχουν δημιουργήσει πολύ αρνητικό περιβάλλον για το κύρος της, κάτι που συνιστά υπονόμευση του δημοκρατικού πολιτεύματος. Κατά τον ίδιο, η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης της κοινωνίας προς το Δικαστικό Σώμα είναι πρώτιστο καθήκον του Κοινοβουλίου.
Κλείνοντας, ο Θεσσαλός πολιτικός κάλεσε την αντιπολίτευση, και ιδιαίτερα την αξιωματική, να στηρίξει την πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος με πνεύμα συναίνεσης και λογικής, καθώς πρόκειται για διαδικασία που ξεπερνά τις συγκυριακές κομματικές αντιπαραθέσεις και αντιπαλότητες. Τόνισε ότι η επιτυχής ολοκλήρωση της αναθεώρησης θα αποτυπώσει την ισχυρή βούληση για το μέλλον της πατρίδας και υπογράμμισε πως απέναντι σε αυτή την πρόκληση δεν επιτρέπεται μικροψυχία, αλλά χρειάζονται πολιτική οξυδέρκεια και γενναιότητα. Εξέφρασε την ελπίδα η αντιπολίτευση να βρει αυτές τις αρετές και να στηρίξει την προτεινόμενη αναθεώρηση.
![]()
