Η ψηφιακή εποχή γεννήθηκε νωρίτερα: οι προειδοποιήσεις για την τεχνητή νοημοσύνη που αγνοήθηκαν

Η ψηφιακή εποχή γεννήθηκε νωρίτερα: οι προειδοποιήσεις για την τεχνητή νοημοσύνη που αγνοήθηκαν

Η σημερινή συζήτηση για την τεχνητή νοημοσύνη μοιάζει καινούργια, όμως πολλά από όσα ζούμε είχαν ήδη προβλεφθεί πριν από δεκαετίες. Η αγωνία για την εργασία, τη δημοκρατία και την ίδια την ανθρωπότητα δεν εμφανίστηκε τώρα.

Σύμφωνα με τον Guardian, από τα μέσα του 20ού αιώνα επιστήμονες, κοινωνιολόγοι, φιλόσοφοι και τεχνολόγοι προσπαθούσαν να καταλάβουν πού θα οδηγούσε η ολοένα μεγαλύτερη εξάρτηση από τους υπολογιστές.

Άλλοι οραματίζονταν μια υπολογιστοπία, έναν κόσμο όπου η τεχνολογία θα απελευθέρωνε τον άνθρωπο και θα ενίσχυε τη δημοκρατία. Άλλοι προειδοποιούσαν για ένα αυτοματοποιημένο κράτος, στο οποίο οι μηχανές θα αποκτούσαν όλο και μεγαλύτερη ισχύ πάνω στους ανθρώπους.

Το ερώτημα που τίθεται σήμερα είναι απλό, αλλά κρίσιμο: γιατί δεν ακούστηκαν τότε αυτές οι προειδοποιήσεις;

Όταν οι υπολογιστές άρχισαν να μπαίνουν στην πολιτική, από τη δεκαετία του 1950 έως τη δεκαετία του 1980 έγιναν μικρότεροι, ταχύτεροι, φθηνότεροι και ισχυρότεροι. Την ίδια περίοδο, τα δεδομένα αυξάνονταν με εντυπωσιακούς ρυθμούς και η πληροφορική περνούσε από τον στρατό στις επιχειρήσεις, την ιατρική και τη δημόσια ζωή.

Η πολιτική δεν έμεινε ανεπηρέαστη. Οι υπολογιστές άρχισαν να χρησιμοποιούνται για την ανάλυση της συμπεριφοράς των ψηφοφόρων, την οργάνωση προεκλογικών εκστρατειών και τη διαμόρφωση πολιτικών μηνυμάτων. Πολύ γρήγορα έγινε σαφές ότι η τεχνολογία δεν ήταν μόνο εργαλείο υπολογισμού, αλλά μπορούσε να λειτουργήσει και ως μέσο πρόβλεψης και, τελικά, επιρροής της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

Το 1958, μια ομάδα Αμερικανών ερευνητών και διαφημιστών παρουσίασε την ιδέα μιας μηχανής που θα μπορούσε να προβλέπει και να επηρεάζει τη συμπεριφορά των ψηφοφόρων.

Η People Machine θα συγκέντρωνε εκλογικά αποτελέσματα, δημοσκοπήσεις και στοιχεία απογραφών, δημιουργώντας μια τεράστια βάση δεδομένων για την ταξινόμηση των ψηφοφόρων.

Για την εποχή, η ιδέα ήταν εντυπωσιακή: μια μηχανή που θα λειτουργούσε σαν μακροσκόπιο του αμερικανικού εκλογικού σώματος.

Το 1959, οι εμπνευστές της ίδρυσαν τη Simulmatics Corporation. Στόχος τους ήταν η αυτοματοποιημένη προσομοίωση της ανθρώπινης συμπεριφοράς, και οι ίδιοι πίστευαν ότι είχαν δημιουργήσει κάτι αντίστοιχο με την ατομική βόμβα των κοινωνικών επιστημών.

Πρώτος σημαντικός πελάτης τους ήταν η Εθνική Επιτροπή των Δημοκρατικών των ΗΠΑ. Η εταιρεία ανέλαβε να προσομοιώσει ένα τεχνητό εκλογικό σώμα και να υποδείξει στον υποψήφιο τι θα έπρεπε να πει, σε ποιον και πότε.

Η ιδέα προκάλεσε αντιδράσεις από νωρίς. Ο ιστορικός Άρθουρ Σλέσιντζερ εξέφρασε τον φόβο ότι η πολιτική ηγεσία θα έφτανε να μην επιτρέπει σε έναν πολιτικό να μιλήσει αν προηγουμένως δεν είχε εγκριθεί από μια μηχανή.

Η Simulmatics συνεργάστηκε αργότερα με την προεκλογική εκστρατεία του Τζον Φ. Κένεντι, χρησιμοποιώντας υπολογιστή IBM 704 για προβλέψεις. Μετά τη νίκη του Κένεντι, ο Τύπος απέδωσε σημαντικό μέρος της επιτυχίας στη People Machine.

Ωστόσο, η εταιρεία δεν κατάφερε να επιβιώσει. Το 1970 χρεοκόπησε, κυρίως επειδή δεν υπήρχαν αρκετά δεδομένα για να στηρίξουν τα φιλόδοξα μοντέλα της. Η πολιτική ήταν η εξαίρεση, καθώς υπήρχαν διαθέσιμα στοιχεία από απογραφές, εκλογές και δημοσκοπήσεις.

Η Simulmatics δεν άφησε πίσω της μόνο τεχνολογικές ιδέες. Άνοιξε και μια ευρύτερη συζήτηση για το μέλλον της δημοκρατίας.

Στο δυστοπικό μυθιστόρημα The 480, ο Γιουτζίν Μπέρντικ περιέγραψε μια πολιτική πραγματικότητα στην οποία η τεχνολογία μπορούσε να επηρεάζει αποφασιστικά τις εκλογές.

Η ανησυχία του ήταν ότι άνθρωποι χωρίς κακόβουλες προθέσεις, χρησιμοποιώντας απλώς υπολογιστές και δεδομένα, θα μπορούσαν να αναδιαμορφώσουν το πολιτικό σύστημα χωρίς να αντιλαμβάνονται πλήρως τις συνέπειες των πράξεών τους.

Λίγα χρόνια αργότερα, ο φιλόσοφος και ιστορικός Λούις Μάμφορντ προειδοποίησε για την άνοδο μιας κυβερνητικής νοημοσύνης. Ο φόβος του ήταν ότι, κάτω από την κυριαρχία των αυτοματοποιημένων συστημάτων, ο άνθρωπος θα μετατρεπόταν σε παθητικό και υποταγμένο εξάρτημα των μηχανών.

Ο Μάμφορντ απέρριπτε την ιδέα του τεχνολογικού ντετερμινισμού, δηλαδή την πεποίθηση ότι οι μηχανές καθορίζουν από μόνες τους την πορεία της ιστορίας. Για εκείνον, η τεχνολογία δεν ήταν αναπόφευκτη μοίρα. Το κρίσιμο ερώτημα ήταν ποιος την ελέγχει και για ποιον σκοπό.

Το πρόβλημα που αντιμετώπισε η Simulmatics —η έλλειψη δεδομένων— έμελλε να εξαφανιστεί.

Οι επιχειρήσεις άρχισαν να αποθηκεύουν τεράστιες ποσότητες πληροφοριών: συναλλαγές, καταναλωτικές συνήθειες, δάνεια, ενοικιάσεις αυτοκινήτων και κάθε είδους ψηφιακά ίχνη.

Οι υπολογιστές, πλέον συνδεδεμένοι μεταξύ τους, δεν περιορίζονταν στην εκτέλεση υπολογισμών. Μπορούσαν να συγκεντρώνουν, να διασταυρώνουν και να αναλύουν πληροφορίες σε κλίμακα που οι προηγούμενες γενιές δεν μπορούσαν καν να φανταστούν.

Ο Τζ. Λικλάιντερ (J.C.R. Licklider), ψυχολόγος και ένας από τους σημαντικότερους πρωτοπόρους της δικτύωσης υπολογιστών, είχε ήδη αντιληφθεί τη σημασία αυτής της αλλαγής. Στο βιβλίο του Libraries of the Future, το 1965, υποστήριξε ότι η μετατροπή των βιβλίων σε ψηφιακά δεδομένα θα επέτρεπε την άμεση μεταφορά της πληροφορίας από τον χώρο αποθήκευσης στον χρήστη.

Ο Λικλάιντερ δεν προέβλεψε απλώς τη μετάβαση από τις βιβλιοθήκες στα ψηφιακά αρχεία. Το 1963 είχε προτείνει τη δημιουργία ενός δικτύου που θα εξελισσόταν αρχικά στο Arpanet και τελικά στο Διαδίκτυο.

Στη δεκαετία του 1960, η αισιοδοξία ήταν έντονη.

Ο Λικλάιντερ και ο Ρόμπερτ Τέιλορ προέβλεψαν ότι οι άνθρωποι θα μπορούσαν σύντομα να επικοινωνούν μέσω μηχανών αποτελεσματικότερα από ό,τι πρόσωπο με πρόσωπο. Οραματίστηκαν ακόμη διαδικτυακές κοινότητες στις οποίες οι άνθρωποι θα συνδέονταν κυρίως βάσει κοινών ενδιαφερόντων και στόχων και όχι επειδή έτυχε να κατοικούν στην ίδια γειτονιά.

Άλλοι προχώρησαν ακόμη περισσότερο.

Ο Αμερικανός ακαδημαϊκός Ίθιλ ντε Σόλα Πουλ προέβλεψε την εξατομικευμένη ενημέρωση και την κατάτμηση της κοινωνίας σε μικρότερους πληροφοριακούς κόσμους. Αν ο καθένας μπορούσε να επιλέγει αποκλειστικά τις πληροφορίες που τον ενδιέφεραν, προειδοποιούσε, η κοινή πολιτιστική βάση της κοινωνίας θα μπορούσε να διαλυθεί.

Η πρόβλεψη μοιάζει σήμερα σχεδόν προφητική: μια κοινωνία όπου ο αλγόριθμος κυριαρχεί και οι πολίτες δεν μοιράζονται πλέον την ίδια ενημέρωση, με αποτέλεσμα να δυσκολεύονται να συμφωνήσουν ακόμη και για τα ίδια τα γεγονότα.

Ο J.C.R. Licklider (πάνω) ήταν καθηγητής ηλεκτρολογικής μηχανικής στο MIT κατά τη διάρκεια της καριέρας του μετά την ARPA. Φωτογραφία: Philip Preston/The Boston Globe/Getty Images

Υπήρχαν, ωστόσο, και εκείνοι που έβλεπαν στους υπολογιστές το αντίθετο από μια απειλή: ένα εργαλείο δημοκρατικής απελευθέρωσης.

Στη Χιλή, κατά την κυβέρνηση του Σαλβαδόρ Αλιέντε, αναπτύχθηκε το Project Cybersyn, ένα δίκτυο που φιλοδοξούσε να χρησιμοποιήσει την κυβερνητική για τη διαχείριση της σοσιαλιστικής οικονομίας.

Στις ΗΠΑ, ο Στούαρτ Μπρταντ υποστήριζε ότι οι υπολογιστές έρχονταν στον λαό και ότι ο προσωπικός υπολογιστής θα μπορούσε να μεταφέρει δύναμη στους πολίτες. Άλλοι θεωρητικοί φαντάζονταν μια επιστροφή σε μορφές άμεσης δημοκρατίας, όπου κάθε πολίτης θα μπορούσε να συμμετέχει πιο άμεσα στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Απέναντί τους βρίσκονταν οι σκεπτικιστές.

Ο Τζόζεφ Βάιζενμπαουμ, Γερμανοαμερικανός επιστήμονας της πληροφορικής, προειδοποιούσε ότι η τεχνητή νοημοσύνη δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιείται για την αντικατάσταση ανθρώπινων λειτουργιών που απαιτούν σεβασμό, κατανόηση και ανθρώπινη σχέση. Φοβόταν επίσης ένα μέλλον πλήρως αυτοματοποιημένου πολέμου.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές της δεκαετίας του 1980, οι υπολογιστές έγιναν όλο και περισσότερο εργαλείο πολιτικών εκστρατειών. Η προεκλογική εκστρατεία του Ρόναλντ Ρίγκαν χρησιμοποίησε ένα νέο People Machine, ένα μηχανογραφημένο σύστημα που επέτρεπε την προσομοίωση διαφορετικών πολιτικών σεναρίων.

Η επιτυχία αυτή ενίσχυσε την πεποίθηση ότι η πολιτική μπορούσε να μετατραπεί σε πρόβλημα δεδομένων, πιθανοτήτων και υπολογισμών.

Ο πολιτικός θεωρητικός Λάνγκτον Γουίνερ, ωστόσο, προειδοποιούσε ότι ο όρος «επανάσταση των υπολογιστών» έκρυβε ένα βασικό πρόβλημα: η τεχνολογία δεν είχε από μόνη της πολιτικό σκοπό.

Και μέχρι τότε, τα σημάδια έδειχναν περισσότερο συγκέντρωση εξουσίας και πλούτου παρά δημοκρατική απελευθέρωση.

Το Usenet, ένα παγκόσμιο, αποκεντρωμένο δίκτυο συζητήσεων και ανταλλαγής αρχείων που δημιουργήθηκε το 1979, πριν από το World Wide Web, έδειξε από νωρίς και την άλλη πλευρά της διαδικτυακής ζωής.

Η ανωνυμία και η απουσία άμεσων κοινωνικών συνεπειών ενθάρρυναν ορισμένους χρήστες να παραβιάζουν όρια, να προκαλούν και να συμμετέχουν σε έντονες διαδικτυακές συγκρούσεις. Κάπου στη δεκαετία του 1980 εμφανίστηκε και ο όρος trolling.

Παράλληλα, ακροδεξιές και νεοναζιστικές ομάδες άρχισαν να χρησιμοποιούν τους πρώτους ηλεκτρονικούς πίνακες ανακοινώσεων για τη διάδοση της προπαγάνδας τους.

Το μίσος δεν δημιουργήθηκε από το Διαδίκτυο. Το Διαδίκτυο, όμως, του έδωσε νέες δυνατότητες διάδοσης και δικτύωσης.

Οι πρώτοι χρήστες προσπάθησαν να αντιδράσουν δημιουργώντας κανόνες netiquette, ζητώντας από τους ανθρώπους να θυμούνται ότι πίσω από κάθε μήνυμα υπήρχε ένας πραγματικός άνθρωπος.

Παρά τις προειδοποιήσεις, η δεκαετία του 1990 κυριάρχησε από την αισιοδοξία. Το Διαδίκτυο παρουσιάστηκε ως χώρος ελευθερίας, ατομικής αυτονομίας, πλουραλισμού και κοινότητας. Η έκρηξη του Netscape και η έναρξη της εποχής των dotcom δημιούργησαν την αίσθηση ότι βρισκόμασταν μπροστά σε μια νέα κοινωνική και οικονομική εποχή.

Στην καρδιά αυτής της αισιοδοξίας βρισκόταν ο τεχνο-λιμπερταριανισμός: η ιδέα ότι η τεχνολογία μπορούσε να απελευθερώσει το άτομο από τους περιορισμούς του κράτους και των παραδοσιακών θεσμών.

Η επιρροή της φιλοσόφου Άιν Ραντ στη Silicon Valley ενίσχυσε αυτή την αντίληψη. Ο ριζοσπαστικός ατομικισμός της, η δυσπιστία απέναντι στο κράτος και η έμφαση στην ατομική επιτυχία βρήκαν πρόσφορο έδαφος ανάμεσα σε επιχειρηματίες και επενδυτές της νέας τεχνολογικής οικονομίας.

Το κρίσιμο σημείο δεν ήταν ότι υπήρχε μόνο μία πιθανή εξέλιξη. Υπήρχαν πολλές.

Ο Μάικλ Χούμπεν, θεωρητικός του ίντερνετ, για παράδειγμα, οραματιζόταν ένα Διαδίκτυο ως μη εμπορευματοποιημένο δημόσιο αγαθό, με καθολική πρόσβαση, ελευθερία έκφρασης και ισότιμη πρόσβαση στη γνώση.

Αλλά τελικά επικράτησε μια διαφορετική λογική. Το 1996, ο νόμος περί Τηλεπικοινωνιών στις ΗΠΑ δημιούργησε ένα εξαιρετικά χαλαρό ρυθμιστικό πλαίσιο για το Διαδίκτυο. Οι τεχνο-λιμπερταριανές αντιλήψεις είχαν πλέον αποκτήσει τεράστια πολιτική επιρροή.

Και έτσι φτάνουμε στο σήμερα.

Η άνοδος της τεχνητής νοημοσύνης, η μαζική συλλογή δεδομένων, η εξατομίκευση της πληροφορίας, η πολιτική στόχευση και η αυξανόμενη εξάρτηση από αλγοριθμικά συστήματα δεν εμφανίστηκαν ξαφνικά. Είναι η συνέχεια μιας ιστορίας που ξεκίνησε πριν από πολλές δεκαετίες.

Το πραγματικό μάθημα αυτής της ιστορίας ίσως δεν είναι ότι οι παλιοί στοχαστές προέβλεψαν με ακρίβεια το μέλλον. Είναι ότι είχαν καταλάβει κάτι πολύ σημαντικότερο: η τεχνολογία δεν αποφασίζει μόνη της τι είδους κοινωνία θα δημιουργήσει.

Η υπολογιστοπία και το αυτοματοποιημένο κράτος ήταν δύο διαφορετικές πιθανότητες. Το ποια θα επικρατούσε εξαρτιόταν από τους θεσμούς, τις πολιτικές επιλογές, την κατανομή της εξουσίας και την ικανότητα της δημοκρατίας να θέτει όρια στην τεχνολογία.

Οι προειδοποιήσεις υπήρχαν και υπάρχουν. Το ερώτημα είναι αν, αυτή τη φορά, θα τις ακούσουμε.

Πηγή περιεχομένου: in.gr

Loading

Play