Το 49ο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας βρέθηκε στο επίκεντρο με πέντε ταινίες νέων δημιουργών που έδωσαν διαφορετικές ματιές στη σύγχρονη Ελλάδα. Η κινηματογραφική βραδιά στη Δράμα έφερε στο προσκήνιο ζητήματα που άγγιξαν το κοινό και άνοιξαν συζητήσεις.
Από τις τελευταίες θέσεις της αίθουσας μέχρι τα μπροστινά καθίσματα κάτω από τη μεγάλη οθόνη, ο κινηματογράφος Ολύμπια στη Δράμα ήταν γεμάτος. Αυτό που ξεχώριζε στο κοινό ήταν η νεανική ηλικία, η ζωντάνια και η διάθεση να ανακαλύψει νέες κινηματογραφικές φωνές, ενώ μέσα σε περίπου δύο ώρες «χώρεσαν» πέντε μικρές ταινίες που προκάλεσαν μεγάλες συζητήσεις.
Κατά τη δεύτερη βραδιά του 49ου Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας (6-12/9), οι ταινίες του Εθνικού Διαγωνιστικού κινήθηκαν από τον τρόμο και την αυτοδιάθεση μέχρι το χιούμορ, τις ερωτικές σχέσεις και την ιστορική μνήμη. Μετά τους τίτλους τέλους, οι σκηνοθέτες ανέβηκαν στη σκηνή και βρέθηκαν απέναντι στους θεατές, απαντώντας σε ερωτήσεις για τις ιδέες, τους χαρακτήρες, τις δυσκολίες των γυρισμάτων και όσα κρύβονται πίσω από τις εικόνες.
Η Χρυσιάννα Παπαδάκη επέστρεψε στο Φεστιβάλ της Δράμας, τρία χρόνια μετά την κατάκτηση του Χρυσού Διόνυσου με την ταινία «Αρκουδότρυπα», την οποία είχε σκηνοθετήσει μαζί με τον Στέργιο Ντινόπουλο. Στη νέα της ταινία, το «Κερί», η ομορφιά, το σώμα και η μνήμη αποκτούν μια σκοτεινή, σχεδόν τελετουργική διάσταση. Η Εύα ακολουθεί μια γυναίκα που στοιχειώνει τη μνήμη της σε έναν χώρο περιποίησης, όπου ο καλλωπισμός μετατρέπεται σε τελετουργία ερωτισμού και θυσίας. Η σκηνοθέτιδα μίλησε για την ελευθερία που της δίνει η μικρού μήκους φόρμα, αλλά και για την έρευνα γύρω από την εικόνα του βαμπίρ και τη σύνδεσή του με τη μνήμη, την ασθένεια και τον φόβο απέναντι στο σώμα.
Η ταινία γυρίστηκε μέσα σε μόλις τέσσερις ημέρες, έπειτα από δύο εβδομάδες προετοιμασίας. Για την ίδια ιδιαίτερη σημασία είχε και η επιλογή του χώρου αισθητικής, που συνδέεται με την προσωπική της εμπειρία από την πρώτη αποτρίχωση στην εφηβεία, αλλά και με τα μέρη όπου οι άνθρωποι συναντιούνται και συζητούν γύρω από το σώμα και το φύλο. Η συνεργασία με τις ηθοποιούς στηρίχθηκε στην εμπιστοσύνη και σε εντατικές πρόβες, ενώ δεν έλειψαν οι τεχνικές απαιτήσεις. Από τις χειμερινές σκηνές στη θάλασσα μέχρι τη χρήση κεριού και τεχνητού αίματος, η ταινία χρειάστηκε αντοχή και προσεκτική προετοιμασία.
Οι «Αδέσποτοι» της Αναστασίας Γκίβαλου μεταφέρουν τη συζήτηση σε ένα πολύ σύγχρονο ζήτημα. Ο Ορέστης, ένας αντιρρησίας συνείδησης που κινδυνεύει να χάσει το πατρικό του σπίτι εξαιτίας των προστίμων για την άρνησή του να υπηρετήσει, βρίσκεται αντιμέτωπος με τις αρχές του, τον πατέρα του και τις ευθύνες του απέναντι στους φίλους του.
Η αφετηρία της σκηνοθέτιδας ήταν η προσωπική της παρατήρηση γύρω από τη στρατιωτική θητεία και την άρνηση αρκετών νέων να υπηρετήσουν. Μέσα από έρευνα και συζητήσεις με ανθρώπους που είχαν προσωπική εμπειρία, το θέμα διευρύνθηκε σε μια ιστορία για την αυτοδιάθεση, τη φιλία και τις επιλογές μιας γενιάς. Στη συζήτηση με το κοινό αναδείχθηκε και η ταξική διάσταση της επιλογής, ενώ η κ. Γκίβαλου εξήγησε και τη διαφορά ανάμεσα στην ανοιχτή πολιτική άρνηση στράτευσης και την απαλλαγή μέσω «Ι5».
Από το stop motion και τον έρωτα, στην παιδική ματιά της ιστορίας
Η πιο παιχνιδιάρικη πλευρά της βραδιάς ήρθε με τη «Ζωή και Κότα» της Λεύκης Δεριζιώτη. Μια ταριχευμένη κότα περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να πάρει την εκδίκησή της από την κυρία Κανάκη, σε μια πεντάλεπτη stop motion ιστορία που κρύβει πίσω από το χιούμορ της μια απαιτητική κινηματογραφική διαδικασία.
Για τη Λεύκη Δεριζιώτη, που έχει ήδη μακρά παρουσία στον κινηματογράφο ως σκηνογράφος και ενδυματολόγος, ήταν η πρώτη ταινία της που έφτασε στη μεγάλη οθόνη. Η κατασκευή της μακέτας χρειάστηκε περισσότερο από έξι μήνες και το γύρισμα άλλους πέντε με έξι. Όπως εξήγησε, στο stop motion η ίδια η κατασκευή μπορεί να μεταβάλει την ιστορία. Μια αλλαγή στο φως, μια κίνηση ή μια λεπτομέρεια του σκηνικού μπορεί να γεννήσει μια καινούργια ιδέα. Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν να μεταφερθεί το συναίσθημα μέσα από μια άψυχη κούκλα, διαδικασία που τελικά μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε αλλαγές του σεναρίου.
Στην ταινία «we didn’t even get it up» της Μαρθίλιας Σβάρνα, το χιούμορ του τίτλου συναντά μια πιο υπαρξιακή αναζήτηση. Η Στέλλα βρίσκεται παγιδευμένη ανάμεσα σε δύο ερωτικές σχέσεις και σε μια διαρκή αναζήτηση για το πού ανήκει και πόσο επιτρέπει στους άλλους να καθορίζουν τη θέση της στον κόσμο. Η ταινία βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα και, όπως ανέφερε η σκηνοθέτιδα, αποτέλεσε και για την ίδια μια προσωπική διαδικασία αναζήτησης.
Η κ. Σβάρνα επέλεξε έναν υπερρεαλιστικό τρόπο αφήγησης, ενώ μεγάλο μέρος της συζήτησης επικεντρώθηκε στη γυμνή παρουσία της πρωταγωνίστριας και στον τρόπο με τον οποίο η εικόνα της αποφεύγει την αντικειμενοποίηση. Η φωτογραφία και η σκηνογραφία χρησιμοποιήθηκαν έτσι ώστε το σώμα να εντάσσεται φυσικά στον χώρο και να μην μετατρέπεται σε αντικείμενο θέασης. Το σενάριο γράφτηκε μέσα σε δύο βράδια, ενώ η σκέψη της ταινίας επηρεάστηκε σημαντικά από τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες.
Η βραδιά έκλεισε με τον «Κατά του Αλέκτορος- The Rooster’s Gospel» του Θάνου Τοκάκη, μια ιστορία που ξεκινά από μια σχολική παράσταση και καταλήγει να κοιτάζει την Ελλάδα του παρελθόντος μέσα από τα μάτια ενός παιδιού. Ένας εντεκάχρονος αναγκάζεται, την τελευταία στιγμή, να αφήσει τον ρόλο του Πετεινού και να υποδυθεί τον Χριστό μπροστά σε ένα κοινό που έχει μόλις γνωρίσει την οικονομική άνοδο.
Η αφετηρία της ταινίας ήταν μια παιδική ανάμνηση του ίδιου του Τοκάκη από μια σχολική παράσταση για τα Πάθη του Χριστού και τα ανάμεικτα συναισθήματα φόβου και γοητείας που του προκαλούσε η ιδέα να υποδυθεί τον Χριστό. Ο νεαρός Αναστάσης, που βρέθηκε πρώτος στο casting, κέρδισε αμέσως τον σκηνοθέτη με την παρουσία και το βλέμμα του.
Η ταινία χρειάστηκε μεγάλη προετοιμασία, ενώ η περιορισμένη χρηματοδότηση και οι απορρίψεις έκαναν τη διαδρομή δυσκολότερη. Η αισθητική της μετακινείται ανάμεσα σε τρεις διαφορετικές περιόδους, τη βυζαντινή εποχή, την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό. Η επιλογή του 1994 λειτουργεί ως αναφορά σε μια Ελλάδα που αισθανόταν ότι βρισκόταν σε περίοδο οικονομικής ακμής. Ο στόχος, όπως εξήγησε ο κ. Τοκάκης, δεν ήταν η νοσταλγία ή η ειρωνεία απέναντι στο παρελθόν, αλλά μια αναχρονιστική ματιά στην ιστορία και στον τρόπο με τον οποίο εξακολουθεί να επηρεάζει το παρόν.
Κοινωνικά θέματα, σχέσεις και έντονη γυναικεία παρουσία
Το Εθνικό Διαγωνιστικό του 49ου Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας, με head programmer τον Γιώργο Αγγελόπουλο, περιλαμβάνει φέτος 30 ταινίες. Η γυναικεία παρουσία είναι ιδιαίτερα έντονη, καθώς 18 από τις 30 ταινίες έχουν γυναίκες στη σκηνοθεσία. Παράλληλα, το πρόγραμμα συνδυάζει νέες φωνές με δημιουργούς που έχουν ήδη αφήσει το αποτύπωμά τους στη Δράμα, ενώ τρεις σκηνοθέτες που συμμετείχαν πέρυσι επιστρέφουν μόλις έναν χρόνο αργότερα με καινούργια ταινία.
Στο επίκεντρο βρίσκονται οι ανθρώπινες σχέσεις και τα κοινωνικά ζητήματα που απασχολούν τη σύγχρονη Ελλάδα. Οικογενειακοί δεσμοί, έρωτας, απώλεια, αποξένωση, κακοποίηση, εργοδοτική αυθαιρεσία και η επισφάλεια της εποχικής εργασίας συναντούν ιστορίες ανθρώπων που παλεύουν να βρουν τη θέση τους σε έναν κόσμο που συχνά μοιάζει να τους αφήνει στο περιθώριο. Την ίδια στιγμή, οι δημιουργοί δεν περιορίζονται στον ρεαλισμό, αλλά στρέφονται στη φαντασία, στον τρόμο, στο stop motion, ακόμη και σε μυθικά πλάσματα για να μιλήσουν για ζητήματα βαθιά πραγματικά.
Φωτογραφίες: ΦΤΜΜΔ
![]()
